Το νομισματικό πείραμα της Ελβετίας – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το νομισματικό πείραμα της Ελβετίας

.

Το πρόβλημα δεν είναι η πολιτική χαλάρωσης, αλλά οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες, οι υπερβολικά πλεονασματικές χώρες, καθώς επίσης τα θηριώδη χρέη που έχουν συσσωρευτεί στο σύστημα και τα οποία ασφαλώς δεν αντιμετωπίζονται με τη μείωση της ρευστότητας ή με την αύξηση των βασικών επιτοκίων – ενώ η μεγάλη απειλή δεν είναι ο υπερπληθωρισμός, αλλά η ύφεση και ο αποπληθωρισμός.

.

“Tο νούμερο ένα εξαγωγικό προϊόν της Ελβετίας είναι η εμπιστοσύνη, ακολουθούμενο από τη σταθερότητα – με απλά λόγια αυτή είναι η «κότα με τα χρυσά αυγά» της χώρας, όπως επίσης της Ιαπωνίας, με την έννοια πως και τα δύο αυτά κράτη θεωρούνται απόλυτα ασφαλή και σίγουρα από τους διεθνείς επενδυτές. Είναι περιττό δε να προσθέσουμε πως το πολιτικό σύστημα της Ελβετίας, η άμεση Δημοκρατία, έχει συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό – ενώ το πολιτισμικό επίπεδο των Πολιτών και των δύο χωρών θεωρείται υποδειγματικό”.

.

Ανάλυση, νομισματική πολιτική

Ενώ η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση, χάνοντας πλέον εκτός από τα δημόσια και ιδιωτικά της περιουσιακά στοιχεία το όνομα της Μακεδονίας, οπότε έδαφος, καθώς επίσης συνεχίζοντας να κυβερνάται χωρίς καμία οικονομική λογική, με μία σχεδόν ανύπαρκτη κεντρική τράπεζα που αδυνατεί να στηρίξει το ζόμπι τραπεζικό σύστημα της χώρας, πολλά άλλα κράτη γράφουν ιστορία – όπως η Ιαπωνία που διεξάγει ένα νομισματικό πείραμα, το οποίο μπορεί μεν να μην πετύχει τελικά, αλλά την έχει βοηθήσει μέχρι σήμερα να ανταπεξέλθει με το υπέρογκο δημόσιο χρέος της, της τάξης του 253% του ΑΕΠ της (ανάλυση).

Όπως έχουμε αναφέρει, ο Ισολογισμός της κεντρικής της τράπεζας έχει ήδη υπερβεί το ΑΕΠ της χώρας για πρώτη φορά στην ιστορία, χωρίς να προκληθεί υπερπληθωρισμός – κάτι που διαπιστώνεται επίσης στην Ελβετία, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Υπάρχει όμως μία πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών κεντρικών τραπεζών – αφού στην περίπτωση της ελβετικής (SNB) η αύξηση του Ισολογισμού δεν προήλθε από την αγορά κρατικών ομολόγων της χώρας, αλλά συναλλάγματος στα πλαίσια των επεμβάσεων της για τη σταθεροποίηση του νομίσματος (ανατιμήθηκε υπερβολικά δυσκολεύοντας τις εξαγωγές), ειδικά μετά την αποδέσμευση του φράγκου από το ευρώ (ανάλυση).

Υπενθυμίζουμε εδώ πως οι Ελβετοί ψήφισαν το 1992 εναντίον της εισόδου τους στην ΕΕ, ενώ με την αποσύνδεση του φράγκου έκοψαν κάθε δεσμό με την Ευρωζώνη – με την Κομισιόν (Γερμανία) πλέον να τους απειλεί με κυρώσεις (διακοπή των συναλλαγών των εισηγμένων εταιρειών της χώρας στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια), εάν δεν υποταχθούν στις εντολές της. Θυμίζουμε επίσης πως η ελβετική κεντρική τράπεζα λειτουργεί ως ένα τεράστιο κερδοσκοπικό κεφάλαιο, αγοράζοντας μετοχές (άρθρο) – με πολύ μεγάλα κέρδη έως πρόσφατα, τα οποία τη βοήθησαν να ισορροπήσει σε κάποιο βαθμό τις ζημίες από την αποδέσμευση του φράγκου.

Ιστορικό

Η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNB) ιδρύθηκε το 1907, με κεφάλαιο 25 εκ. φράγκων και είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Το 24% των μετοχών της ανήκει σε ιδιώτες επενδυτές, ενώ το 76% στο δημόσιο – κυρίως στα καντόνια (58%). Τα ετήσια μερίσματα επί του κατατεθειμένου κεφαλαίου της δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν το 6% των κερδών της, κατ’ αναλογία με την Ιαπωνία – όπου όμως τα επί πλέον κέρδη μοιράζονται κατά 2/3 στα καντόνια και κατά 1/3 στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Σύμφωνα δε με το καταστατικό της, η SNB πρέπει να διατηρεί τα συναλλαγματικά της αποθέματα σε ένα ύψος που είναι απαραίτητο νομισματικά – ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια αυξήθηκαν καταιγιστικά.

Περαιτέρω, λόγω του ότι η Ελβετία και το φράγκο θεωρούνται «ασφαλή λιμάνια» από τους διεθνείς επενδυτές, η νομισματική πολιτική της SNB επηρεάζεται σημαντικά από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες – ενώ το Σεπτέμβριο του 2011 τοποθέτησε ως κατώτατο όριο της ισοτιμίας ευρώ/φράγκου το 1,20. Μέσω τώρα των επεμβάσεων της SNB στις αγορές συναλλάγματος, για να μην ανατιμηθεί το φράγκο από το 2007 και μετά, οκταπλασιάστηκε περίπου ο Ισολογισμός της, φτάνοντας ως προς το ΑΕΠ της Ελβετίας στο 130% (έναντι 100% της Ιαπωνίας) – όπου τα συναλλαγματικά αποθέματα αποτελούν το 95% του Ενεργητικού της, όσο δηλαδή ολόκληρου του ευρωπαϊκού συστήματος!

Όσον αφορά το Παθητικό της SNB, τα χρήματα που κυκλοφορούν και που διπλασιάστηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια χωρίς να δημιουργηθεί πληθωρισμός, παρά το ότι η άνοδος του ΑΕΠ ήταν πολύ μικρότερη (από τα 540 δις $ στα 680 δις $ περίπου, πηγή) αποτελούν μόλις το 9% – αφού η «επέκταση» του Ισολογισμού της από την πλευρά του Παθητικού προήλθε κυρίως από τις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών. Οι καταθέσεις αυτές πριν από την κρίση ήταν ελάχιστες, ενώ σήμερα αποτελούν σχεδόν το 55% του Ισολογισμού της – με το υπόλοιπο να οφείλεται στις καταθέσεις του κράτους και των ξένων τραπεζών.

Από αυτό το σημείο και μόνο συμπεραίνει κανείς πως το νούμερο ένα εξαγωγικό προϊόν της Ελβετίας είναι η εμπιστοσύνη, ακολουθούμενο από τη σταθερότητα – με απλά λόγια αυτή είναι η «κότα με τα χρυσά αυγά» της χώρας, όπως επίσης της Ιαπωνίας, με την έννοια πως και τα δύο αυτά κράτη θεωρούνται απόλυτα ασφαλής και σίγουρα από τους διεθνείς επενδυτές. Είναι περιττό δε να προσθέσουμε πως το πολιτικό σύστημα της Ελβετίας, η άμεση Δημοκρατία, έχει συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό – ενώ το πολιτισμικό επίπεδο των Πολιτών και των δύο χωρών θεωρείται υποδειγματικό.

Συνεχίζοντας, αυξήθηκε επί πλέον το χρηματοοικονομικό «μαξιλάρι» της SNB, οι ρεζέρβες της δηλαδή για την αντιμετώπιση μελλοντικών κινδύνων, οι οποίες έφτασαν στα 149 δις φράγκα το 2017 ή στο 16% του Ισολογισμού της – έχοντας δημιουργηθεί από την παρακράτηση μερισμάτων, καθώς επίσης από τα κέρδη του τρέχοντος έτους που δεν διανεμήθηκαν. Υπενθυμίζουμε πως η κεντρική τράπεζα διέσωσε τελικά τις δύο μεγάλες εμπορικές, τη UBS και την Credit Suisse, οι οποίες βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα από την κρίση των αμερικανικών ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης – με εξαιρετικά διογκωμένους και άκρως επικίνδυνους Ισολογισμούς. Προς αποφυγή δε τέτοιων προβλημάτων στο μέλλον, ορισμένοι Ελβετοί θέλησαν να επιβάλλουν το πλήρες χρήμα με δημοψήφισμα – κάτι που όμως δεν εγκρίθηκε από την πλειοψηφία.

Όπως συνέβη τώρα και με την κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, τα μερίσματα της SNB τα τελευταία χρόνια δεν ήταν ανάλογα με τη διεύρυνση του Ισολογισμού της – αλλά, αντίθετα, μειώθηκαν, ενώ αυξήθηκε ισχυρά η μεταβλητότητα των κερδών της που καταγράφει ανάλογα με τις πηγές τους ως εξής: κέρδη από χρυσό, από συνάλλαγμα, από τις καταθέσεις σε φράγκα και από διάφορα.

Εν προκειμένω, τα χαμηλά αλλά υπαρκτά κέρδη από τις καταθέσεις σε φράγκα οφείλονται στα αρνητικά επιτόκια των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών που διατηρεί. Ο χρυσός (5% του ενεργητικού της), καθώς επίσης το συνάλλαγμα (95%) είναι αυτά που καθορίζουν κυρίως την εικόνα της – οπότε εδώ ακριβώς οφείλονται οι μεγάλες διακυμάνσεις των κερδών της (γράφημα). Αντίθετα, τα διανεμηθέντα μερίσματα ήταν σχετικά σταθερά αν και χαμηλά (διακεκομμένη γραμμή), με εξαίρεση το 2013 – όπου η SNB ενέγραψε μεγάλες ζημίες, λόγω της πτώσης της τιμής του χρυσού. Εκείνο το έτος δημιουργήθηκαν προβλήματα εις βάρος της, κυρίως από τα καντόνια που είχαν συνηθίσει αυτή την πηγή εσόδων – με αποτέλεσμα να υπάρξουν αντιδράσεις από τους πολιτικούς.

Εν τούτοις, το 2017 τα καθαρά κέρδη της έφτασαν σε ύψος ρεκόρ – αφού μόνο από τα συναλλαγματικά της εγχειρήματα κέρδισε περί τα 50 δις φράγκα. Έχοντας όμως την κακή εμπειρία του παρελθόντος, διατήρησε σταθερά τα μερίσματα στα 2 δις ετησίως – δημιουργώντας υψηλότερες προβλέψεις έναντι μελλοντικών κινδύνων.

Η μη συμβατική νομισματική πολιτική

Περαιτέρω, τόσο η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας, όσο και της Ιαπωνίας, μέσω της επέκτασης του Ισολογισμού τους και της μη συμβατικής νομισματικής πολιτικής, έχουν καταγράψει διεθνή ρεκόρ – αν και η πρώτη αγόραζε μαζικά συνάλλαγμα, ενώ η δεύτερη κρατικά ομόλογα, για δικό τους λογαριασμό και οι δύο. Φυσικά η SNB δεν θα μπορούσε να αγοράσει τόσο πολλά ομόλογα όσο η BOJ, αφού το δημόσιο χρέος της Ελβετίας είναι πολύ χαμηλό – ενώ έχει ακόμη μεγαλύτερα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της από τη Γερμανία (γράφημα).

Από την άλλη πλευρά, η BOJ δεν θα μπορούσε να αγοράσει τόσο συνάλλαγμα όσο η SNB για δικό της λογαριασμό, αφού στην Ιαπωνία ανήκει στις υπευθυνότητες του υπουργείου οικονομικών – ενώ, εάν το ιαπωνικό υπουργείο οικονομικών επενέβαινε σε τέτοιο βαθμό στις αγορές συναλλάγματος, θα έπρεπε να εκδώσει κρατικά ομόλογα αντί να δημιουργήσει κεντρικά χρήματα από το πουθενά, όπως η SNB.

Φυσικά η BOJ θα μπορούσε να αγοράσει παράλληλα αυτά τα κρατικά ομόλογα, οπότε να αποκομίσει έμμεσα έσοδα από την αγορά συναλλάγματος του υπουργείου οικονομικών – γεγονός από το οποίο συμπεραίνεται ότι, εάν ενοποιούσε κανείς τους Ισολογισμούς της BOJ και του υπουργείου οικονομικών της Ιαπωνίας, θα είχε την ίδια εικόνα με την Ελβετία: θα φαινόταν δηλαδή πως συνολικά ο κρατικός τομέας αγοράζει συνάλλαγμα που σημαίνει απλά απαιτήσεις απέναντι στις άλλες χώρες.

Αντίθετα τώρα με την Ελβετία, η μη συμβατική πολιτική της Ιαπωνίας αδυνάτισε σταδιακά το γεν (γράφημα) – όπως διαπιστώνεται από την εξέλιξη της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας του γεν και του φράγκου (δηλαδή σε σχέση με καλάθια νομισμάτων και χωρίς τον πληθωρισμό). Στην αρχή βέβαια, όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, το γεν ανατιμήθηκε σημαντικά – κάτι που συνέβη με το φράγκο επίσης αλλά αργότερα, όταν ξέσπασε η ευρωπαϊκή κρίση χρέους (οι αιτίες είναι προφανείς – το ασφαλές λιμάνι).

Εν προκειμένω η SNB, αντιμετωπίζοντας μεγάλες εισροές συναλλάγματος από την ΕΕ που ανατιμούσαν επικίνδυνα το φράγκο, κατάφερε να λειτουργήσει αποτελεσματικά από το 2011 έως το 2015 – ενώ το γεν αντίθετα υποτιμήθηκε μετά το 2013, όταν ξεκίνησε η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας την πολιτική χαλάρωσης (QE), ωφελώντας προφανώς τις εξαγωγές της χώρας (χωρίς όμως την άμεση χειραγώγηση του νομίσματος).

Οι επεμβάσεις όμως της SNB ήταν συνώνυμες με τη χειραγώγηση του φράγκου, αφού η διατήρηση της ισοτιμίας του σε σταθερά επίπεδα δεν αιτιολογείται ούτε από τις μεγάλες εισροές χρημάτων, ούτε από τα θηριώδη πλεονάσματα της Ελβετίας – οπότε επρόκειτο καθαρά για μία αντισυμβατική «επιδότηση» των εξαγωγών της/συγκράτηση των εισαγωγών (=μερκαντιλισμός), όπως τις «επιδοτεί» η Γερμανία με τη βοήθεια της υποτίμησης του ευρώ μέσω της κρίσης χρέους των εταίρων της.

Η απουσία του υπερπληθωρισμού

Περαιτέρω, αυτό που έχει κυρίως σημασία είναι το ότι, και στις δύο χώρες δεν σημειώθηκε, τουλάχιστον ακόμη, υπερπληθωρισμός – παρά τη μαζική εκτύπωση νέων χρημάτων από τις κεντρικές τους τράπεζες. Επομένως δεν επιβεβαιώθηκε η ποσοτική θεωρία – όπως ο (δήθεν) «κανόνας του Taylor» που διδάσκεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, στα πλαίσια την επικρατούσας νομισματικής θεωρίας.

Ειδικότερα, ο «κανόνας του Taylor» αναφέρεται ουσιαστικά σε μία σταθερή σχέση μεταξύ του βραχυπρόθεσμου επιτοκίου, της εξέλιξης του πληθωρισμού και του παραγωγικού κενού – όπου ενώ στην αρχή είχε καταχωρηθεί ως εμπειρική διαπίστωση, στη συνέχεια έγινε σημείο αναφοράς μίας ορθολογικής νομισματικής πολιτικής εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών. Στη θεωρία των μοντέλων δε «ενσωματώθηκε» ως ο κανόνας του επιτοκίου – ο οποίος σταθεροποιεί την οικονομία και την εξέλιξη των τιμών.

Όταν λοιπόν η Fed, με στόχο την αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης του 2008, δρομολόγησε την πολιτική χαλάρωσης (QE), δέχθηκε την επίθεση των συντηρητικών που προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο κατάρρευσης του νομίσματος και του υπερπληθωρισμού, μεταξύ άλλων λόγω των χαμηλών επιτοκίων (=χαμηλότερων από αυτά που είχε υπολογίσει ο Taylor). Εν τούτοις, τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη – αλλά ο κανόνας δεν έπαψε να θεωρείται ως τέτοιος, παραμένοντας βασικό στοιχείο της καθιερωμένης μακροοικονομίας.

Ως εκ τούτου όλοι περιμένουν, τόσο στις Η.Π.Α., κυρίως όμως στην Ελβετία και στην Ιαπωνία που δεν έχουν αλλάξει πολιτική, με τα επιτόκια τους σχεδόν στο μηδέν, το ξέσπασμα του υπερπληθωρισμού – αν και ο πραγματικός κίνδυνος είναι ο αποπληθωρισμός, ο οποίος θα προκαλούσε την ακόμη μεγαλύτερη άνοδο του παγκοσμίου χρέους, μαζικές αθετήσεις πληρωμών και ενδεχομένως το τέλος του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το πρόβλημα άλλωστε δεν είναι οι κεντρικές τράπεζες, αλλά οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες, οι υπερβολικά πλεονασματικές χώρες όπως η Γερμανία και τα θηριώδη χρέη που έχουν συσσωρευτεί στο σύστημα – τα οποία ασφαλώς δεν λύνονται με τη μείωση της ρευστότητας ή με την αύξηση των βασικών επιτοκίων, αλλά σε κάποιο βαθμό με τον πληθωρισμό, κυρίως όμως με τη διαγραφή ενός μεγάλου μέρους τους.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, έχουμε ήδη αναφέρει πως τα οικονομικά είναι μία επιστήμη που εξελίσσεται, όπως όλες οι άλλες – οπότε έχει το, κοινό για τις επιστήμες, χαρακτηριστικό, να ανατρέπονται νόμοι και κανόνες που ίσχυαν στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και για τον «κανόνα του Taylor», με κριτήριο την εμπειρία της Ιαπωνίας και της Ελβετίας – όπου όμως ο νέος επικεφαλής της Fed μάλλον δεν το συμμερίζεται, έχοντας συνεχίσει να αυξάνει τα βασικά επιτόκια (αν και όχι με το ρυθμό που ανακοινώθηκε αρχικά).

Εάν όμως δεν σταματήσει να το κάνει, ακολουθούμενος από την ΕΚΤ και τις άλλες κεντρικές τράπεζες, πόσο μάλλον εάν ξεκινήσει να απορροφάει την υπερβάλλουσα ρευστότητα που έχει δημιουργηθεί από τα QE, τότε το πιθανότερο είναι να βυθιστεί ο πλανήτης σε μία βαθιά και παρατεταμένη ύφεση – με ανυπολόγιστα επακόλουθα.

Βιβλιογραφία: SNB, J. Bibow   


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!