Μακεδονία 1946-1987 και γιατί η Ελλάδα αποκοιμήθηκε – Σελίδα 2 – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Μακεδονία 1946-1987 και γιατί η Ελλάδα αποκοιμήθηκε

.
3.Τιτοϊκή ονοματολογική ανισορροπία

Μετά τόν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως, η προαναφερθείσα «ονοματολογική ισορροπία» ως προς τήν «γεωγραφική» Μακεδονία, διαταράχθηκε μάλλον ανεπανόρθωτα, λόγω πρωτοβουλιών τού ηγέτη τής Γιουγκοσλαβίας, στρατάρχη Τζόζιπ Μπροζ Τίτο: Στις 11 Οκτωβρίου 1945, λίγο πριν κλιμακωθεί ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος στη β” φάση του (1946-1949), ο Τίτο ανεφέρετο στην ελληνική επαρχία τής Μακεδονίας με τόν δικό του όρο «Μακεδονία τού Αιγαίου».

Κατά τό επόμενο μάλιστα έτος (1946), ο Τίτο προσέδωσε ομοσπονδιακή πολιτική υπόσταση στη νότια περιοχή τής Γιουγκοσλαβίας (Vardar Banovina), μετονομάζοντας την παράλληλα—κατά παράβαση τού πνεύματος και τού γράμματος τής Συνθήκης Ειρήνης τού Βουκουρεστίου (1913)—σε «Λαϊκή Δημοκρατία τής Μακεδονίας», ως ομόσπονδο κράτος τής Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας τής Γιουγκοσλαβίας. Πολύ αργότερα, στο νέο σύνταγμα τής Γιουγκοσλαβίας τού 1963, η νότια περιοχή τής Γιουγκοσλαβίας μετονομάστηκε ξανά, αυτή τήν φορά σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία τής Μακεδονίας», προκειμένου να ευθυγραμμισθεί τό όνομά της αφενός με εκείνα τών άλλων («Σοσιαλιστικών») Γιουγκοσλαβικών ομοσπόνδων κρατών και αφετέρου με τό νέο όνομα τής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας («Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γιουγκοσλαβίας»).

4.Τιτοϊκός μεγαλοϊδεατισμός

Εκείνες οι πρωτοβουλίες (ή γεωπολιτικές αυθαιρεσίες) τού Τίτο από τό 1945, ήσαν εκφάνσεις τής επιθετικής του πολιτικής ατζέντας περί Μακεδονικού αποσχιστικισμού (Macedonian separatism), ήτοι τό ιδεολόγημα τής μελλοντικής ενοποίησης και πολιτικής αυτονόμησης ολόκληρης τής (δήθεν) «γεωγραφικής Μακεδονίας», τό οποίο προωθείτο συστηματικά από τόν Τίτο εν συνδυασμώ μάλιστα με τίς ρητώς εκπεφρασμένες μεγιστοποιητικές (μεγαλοϊδεατικές) βλέψεις του για τήν δημιουργία μιας μεγάλης Νοτιο-Σλαβικής (Βαλκανικής) συνομοσπονδίας στο απώτερο μέλλον, παρότι οι Νικήτριες Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και τής Σοβιετικής ‘Ένωσης, αντιτάχθηκαν εξ αρχής σε εκείνη τήν εξωπραγματική Μεγάλη Ιδέα.

Εκθ.2: The <Greater Bulgaria>> (Rusinow,ibid.p5)

Τά πολιτικά σχέδια τού Τίτο εις προώθηση τού Μακεδονικού αλυτρωτισμού απέβλεπαν παρεμπιπτόντως, αν όχι πρωταρχικώς, να αντισταθμίσουν και τελικά να εξουδετερώσουν τόν Βουλγαρικό αλυτρωτισμό, που εκπήγαζε από τό συλλογικό «Τραύμα τού San Stefano» τών Βουλγάρων, μετά τήν διπλωματική τους αποτυχία να υλοποιήσουν τήν Συνθήκη τού San Stefano  (1878), διά τής οποίας η Ρωσία επέβαλε τότε (1878) στην Τουρκία τήν αποκαλούμενη «Μεγάλη Βουλγαρία» (‘Εκθ. 2), ήτοι μια Βουλγαρία που περιελάμβανε ολόκληρη τήν «γεωγραφική Μακεδονία» (Rusinow 1968, αποδιαβαθμισμένο έγγραφο τής CIA):

Παρεπιπτόντως, σε τακτικό επίπεδο, μια αυτόνομη δημοκρατία θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί χρήσιμη για τήν αποδυνάμωση τής Θέσης και τής απήχησης εκείνων τών Μακεδόνων, συμπεριλαμβανομένων τών περισσότερων ηγετών τού IMRO και ουκ ολίγων κορυφαίων Κομμουνιστών, οι οποίοι εξακολουθούσαν να προτιμούν είτε ένταξη [τής Νότιας Γιουγκοσλαβίας] στη Βουλγαρία, είτε ένα ανεξάρτητο Μακεδονικό κράτος. […]

Κατά τά πρώτα χρόνια τού [Β’ Παγκοσμίου] πολέμου, τά Κομμουνιστικά κόμματα τής Βουλγαρίας και τής Γιουγκοσλαβίας ανταγωνίζοντο, ωσάν καλοί αστοί εθνικιστές, για τόν έλεγχο τού Κομμουνιστικού κινήματος στην περιφέρεια τού Βαρδάρη, και μάλιστα για κάποια περίοδο οι Βούλγαροι εφαίνοντο να υπερισχύουν σε εκείνον τόν [εθνικιστικό] ανταγωνισμό. […] Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι κά­ποιοι υπέρμαχοι τού Μακεδονικού αποσχισμού [ήτοι υπέρμαχοι τής ανεξαρτησίας τής «γεωγραφικής Μακεδονίας»], Κομμουνιστές ή άλλοι, εξακολουθούσαν να δραστηριοποιούνται στην περιοχή μέχρι τό 1946.

Τουλάχιστον για κάποια περίοδο μετέπειτα, τώρα πλέον ήταν ο Τίτο — και όχι οι Βούλγαροι (ή ακόμα και οι’Ελληνες) Κομμουνιστές—που προωθούσε μια λύση [περί τής «γεωγραφικής Μακεδονίας»] η οποία απέλαυε τής υποστήριξης τού Στάλιν και επιπροσθέτως τού Γεωργίου Δημητρώφ, τού γηράσκοντος Βουλγάρου πρώην αρχηγού τής Κομιντέρν, ο οποίος επέστρεψε μετά τόν πόλεμο για να γίνει πρωθυπουργός τής πατρίδος του.

Επ’ αυτής δε τής βάσεως, ο Τίτο προέβαλε ένα ευρύτερο σχέδιο: ‘Ηταν απλώς φυσικό ότι μια αυτόνομη Μακεδονία Θα έπρεπε να περιλαμβάνει όλα τά μέλη τού Μακεδονικού έθνους, και ως εκ τούτου ήταν φυσικό ότι οι περιοχές τού Βαρδάρη [στη Γιουγκοσλαβία], τού Πιρίν [στη Βουλγαρία] και τελικά η Μακεδονία τού Αιγαίου [στην Ελλάδα] Θα έπρεπε να επανενωθούν, αλλά αυτή τήν φορά μέσα σε μια ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία. Θα ήταν εξίσου φυσικό οι Βούλγαροι, που συνδέονται με τούς Γιουγκοσλάβους εξ αίματος και τώρα και διά πολιτικής ιδεολογίας, Θα έπρεπε επίσης να ενταχθούν στην ομοσπονδία, πραγματοποιώντας επιτέλους την Επικράτεια όλων τών Νότιων Σλάβων,την οποία εξ αρχής είχαν κατά νου οι υποστηρικτές τής Γιουγκο-Σλαβικής ιδέας κατά τόν 19° αιώνα. Τότε ίσως Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί τήν προοπτική για μια ευρύτερη συνομοσπονδία, που Θα συμπεριελάμβανε όλες τίς Κομμουνιστικές Δημοκρατίες τών Βαλκανίων. […]

Η ιστορία αυτού τού μεγαλοφρόνος σχεδίου, και τής αποτυχίας του, είναι τό κεντρικό Θέμα τής περιβόητης ιστορίας τής διαμάχης μεταξύ Τίτο και Στάλιν. Για τούς εν προκειμένω σκοπούς, είναι σημαντικό να σημειωθεί απλώς ότι για τέσσερα χρόνια, από τό 1944 έως τό 1948, τό Βουλγαρικό Κομμουνιστικό καθεστώς εξαναγκάστηκε να δεχθεί τό Γιουγκοσλαβικό επιχείρημα ότι οι Μακεδόνες αποτελούν ένα ξεχωριστό έθνος. Επίσης, ενεργά, αν και απρόθυμα, [οι Βούλγαροι] προετοίμασαν τήν Μακεδονία τού Πιρίν για ενοποίηση με τήν Μακεδονία τού Βαρδάρη μέσα στη Γιουγκοσλαβία, αν και επεδίωξαν [επιτυχώς] να αναβάλουν τήν «ημέρα τού κακού» [evil day] επιμένοντες ότι η ενοποίηση Θα μπορούσε να επέλθει μόνο μετά από μιά ομοσπονδία μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Αυτή ήταν η ουσία μιας συμφωνίας Τίτο-Ντιμιτρώφ που υπεγράφη στο Bled, στη Σλοβενία, τον Αύγουστο τού 1947, και επικυρώθηκε με μια Γιουγκοσλαβο-Βουλγαρική Συνθήκη Φιλίας που υπεγράφη στη Σόφια όταν ο Τίτο ανταπέδωσε τήν επίσκεψη κατά τόν επόμενο Νοέμβριο. ‘Εκτοτε, ωσάκις οι Βούλγαροι επέσειαν τό φάσμα τού San Stefano, οι Γιουγκοσλάβοι απαντούσαν εκταφιάζοντας τήν Συμφωνία Bled.”

Στην πράξη, ο Μακεδονικός αλυτρωτισμός, όπως επινοήθηκε από τόν Τίτο, είχε ως (αμυντικό) στόχο να αποσταθεροποιήσει τό ιδεοληπτικό έδαφος δύο ανταγωνιστικών αλυτρωτισμών, ενός εσωτερικού (Σερβικού) και ενός άλλου εξωτερικού (Βουλγαρικού), οι οποίοι εν συνδυασμώ συνιστούσαν μια μακροπρόθεσμη απειλή για τήν ακεραιότητα τής Γιουγκοσλαβίας ως ομοσπονδίας: Σύμφωνα με τήν εκδοχή τού Τίτο περί Μακεδονικού αλυτρωτισμού, οι Μακεδόνες δεν είναι ούτε Σέρβοι ούτε Βούλγαροι, αλλά μέλη ενός ξεχωριστού ιστορικού έθνους, που φέρεται ότι δεν έχει ακόμη απελευθερωθεί, τουλάχιστον στο σύνολό του. Σε απάντηση στις επιδιώξειςτού Τίτο, η επίσημη θέση της Βουλγαρίαςωςπρος την εθνοτική καταγωγή τών Μακεδόνων ήταν μάλλον ανακόλουθη, κυμαινόμενη σε αξιοσημείωτο βαθμό κάθε λίγα χρόνια, κατ’ εκάστοτε περιστασιακή ευθυγράμμισή της με τίς διπλωματικές ταλαντώσεις στις Σοβιετο­Γιουγκοσλαβικές σχέσεις (Kofos, 1964):

“Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια από τήν απελευθέρωση, οι Βούλγαροι Κομμουνιστές υιοθέτησαν, πέντε φορές, απόψεις που ήσαν εντελώς αντιφατικές για τό Μακεδονικό ζήτημα. “Ετσι, τό 1944-1948 όχι μόνο παραιτήθηκαν από τίς εδαφικές τους διεκδικήσεις σχετικά με τήν Μακεδονία, προς χάριν τών Γιουγκοσλάβων, αλλά επιπροσθέτως αποδέχτηκαν και τήν Γιουγκοσλαβική Θεωρία ότι οι Σλάβοι κάτοικοι τής Μακεδονίας εν όλω ήσαν «Μακεδόνες», ήτοι μια νέα εθνοτική ομάδα.

Μετά τήν ρήξη στις σχέσεις Τίτο-Cominform—και ειδικά από τό 1948 έως τό 1954—οι Βούλγαροι πέρασαν στην επίθεση υποστηρίζοντας τήν δημιουργία, υπό τήν αιγίδα τής Βουλγαρίας, ενός Μακεδονικού ομόσπονδου κράτους μέσα σε μια Βαλκανική Κομμουνιστική συνομοσπονδία. Με εκείνη τήν επίσημη πρόταση, οι «Μακεδόνες» έγιναν και πάλι Βούλγαροι.

Μόνο όταν η νέα Σοβιετική ηγεσία Θεώρησε σκόπιμο να προσπαθήσει να επαναφέρει τόν Τίτο πίσω στο Κομμουνιστικό παραπέτασμα τό 1955, η Βουλγαρία εγκατέλειψε τότε τούς προσχηματικούς ισχυρισμούς της σχετικά με τήν Μακεδονία και συναίνεσε με τήν αναγνώριση τής ύπαρξης εθνοτικών «Μακεδόνων» ακόμη και εντός τής Βουλγαρίας.

Αλλά αυτό ήταν μόνο μια βραχύβια υποχώρηση, η οποία διήρκεσε μόνο κατά τήν διάρκεια τής νέας Σοβιετο-Γιουγκοσλαβικής επαναπροσέγγισης. Τό 1958, εν μέσω έντονης κριτικής από ολόκληρο τό Σοβιετικό μπλοκ κατά τών Γιουγκοσλάβων «ρεβιζιονιστών», οι Βούλγαροι δεν έχασαν χρόνο για να διακηρύξουν [και πάλι] τήν ανεξαρτησία τους σχετικά με τό Μακεδονικό ζήτημα, να καλωσορίσουν τόν επανακαθορισμό τών «Μακεδόνων» ως «Βουλγάρων» και να καταργήσουν τήν Θεωρία τής «Μακεδονικής εθνικότητας» [«Macedonian nationality»].

Μετέπειτα όμως, οι νέοι διεθνείς προσανατολισμοί τής Μόσχας επέφεραν μια νέα επανασυμφιλίωση τής Σόφιας με τό Βελιγράδι. Κατά συνέπεια, η Σόφια αναγκάσθηκε να εγκαταλείψη ξανά τήν πολεμική της σχετικά με τό Μακεδονικό ζήτημα. Υπήρχαν ενδείξεις ότι μετά τήν συνάντηση Τίτο-Ζίβκωφ στο Βελιγράδι τόν Ιανουάριο τού 1962, οι Βούλγαροι ίσως να σκλήραιναν τότε τήν Θέση τους έναντιών Γιουγκοσλαβικών απαιτήσεων [ως προς τό Μακεδονικό]. Ωστόσο, οι Σοβιετο­Γιουγκοσλαβικές σχέσεις προφανώς δεν είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό τελειότητας που να εξαναγκάσουν τούς Βούλγαρους να κατασταλάξουν σε μιά οριστική απόφαση περί τού εάν «Μακεδόνες» πράγματι υφίστανται εκτός τής [Γιουγκοσλαβικής] «Λαϊκής Δημοκρατίας τής Μακεδονίας».”

Εντούτοις, σε κάθε περίπτωση στην Μεταπολεμική εποχή, η Βουλγαρία δεν ακολούθησε το (Γιουγκοσλαβικό) υπόδειγμα τής (αυθαίρετης) θεσμικής χρήσης τού ονόματος «Μακεδονία» στην περιοχή τής «γεωγραφικής Μακεδονίας» εντός τής Βουλγαρικής επικρατείας: Η Βουλγαρική επαρχία Blagoevgrand διετήρησε τό όνομά της erga omnes για έναν αιώνα τώρα. Ωστόσο, η Ελλάδα άρχισε να χρησιμοποιεί αυτό το όνομα («Μακεδονία») επίσημα μετά από πολλά χρόνια, το 1988, μετονομάζοντας το «Υπουργείο Βορείου Ελλάδος» σε «Υπουργείο Μακεδονίας­ – Θράκης», ως μια καθυστερημένη απάντηση τής Ελληνικής Κυβέρνησης (42 χρόνια μετά το 1946) στο τότε Συνταγματικό όνομα τής νότιας περιοχής τής Γιουγκοσλαβίας («Σοσιαλιστική Δημοκρατία τής Μακεδονίας»).


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading