Από τον ψυχρό στο θερμό πόλεμο – The Analyst

Από τον ψυχρό στο θερμό πόλεμο

Email this page.

Εκεί που αποτυγχάνουν τα κράτη, είναι αναγκαία η νηφάλια συλλογική αντίδραση της ανθρωπότητας – ο κόσμος σήμερα χρειάζεται όσο ποτέ ένα παγκόσμιο κίνημα ειρήνης.

(Το άρθρο αποτελείται από 2 Σελίδες)

.

«Indie verloren, rampspoed geboren» [Αν χαθούν οι Ινδίες, είμαστε κι εμείς χαμένοι]: Ολλανδικό ρητό που μνημονευόταν συχνά τη δεκαετία του ‘40

«Λέγεται ότι κάποιες φορές είναι δύσκολο να τραβήξεις μια γραμμή ανάμεσα στην επιθυμία για ασφάλεια και στην επιθυμία για επέκταση. Και, πράγματι, αυτό μερικές φορές είναι δύσκολο» (Βιάτσεσλαβ Μολότωφ, Μάιος 1946).

.

Ανάλυση

της Κατερίνας Μπερλή

Στις μέρες μας, η Γαλλία και  η Γερμανία επικεφαλείς των χωρών  του γερμανικού Βορρά προσπαθούν μέσω της Ε.Ε να ανακτήσουν σχετική ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ (ειδικά η Γερμανία ισχυροποιούμενη εις βάρος του Νότου). Η Βρετανία, χάνοντας μια αυτοκρατορία βρήκε το ρόλο της ως πιστός ακόλουθος των ΗΠΑ και οι ίδιες οι ΗΠΑ σκέφτονται για την Ε.Ε και τη Ρωσία όπως το ολλανδικό ρητό, κυνηγούν τον  κρυμμένο θησαυρό της Ρωσίας, σαν τους Τρεις πιστολέρος, κάτι που τελικά τους φέρνει αντιμέτωπους τον ένα με τον άλλο.

Η πραγματικότητα είναι ότι ζούμε σε ένα κόσμο γερμανικό, κατακτημένο στο μεγαλύτερο μέρος του από τα γερμανικά φύλα. Από τους αγγλοσάξωνες αποίκους που έφτιαξαν τις  λευκές αποικίες τους στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Ν. Ζηλανδία και τη Ν. Αφρική, από τους βόρειους γερμανούς –Άγγλους & Σκωτσέζους,  Γάλλους, Γερμανούς, Βέλγους, Ολλανδούς που έφτιαξαν αποικίες σε όλο τον κόσμο (ολόκληρη την υποήπειρο της Ινδίας, ολόκληρη την Ήπειρο της Αφρικής, την Άπω Ανατολή, την Μέση Ανατολή, τη Ν. Αμερική).

Παρά δε το γεγονός της αποαποικιοποίησης μετά τον 2ο ΠΠ  όπου οι βόρειοι έχασαν την απόλυτη κυριαρχία στις πρώην αποικίες, οι οικονομικές δεσμεύσεις των χωρών αυτών με δάνεια- σύγχρονη σκλαβιά, η εφαρμογή μεθόδων διοίκησης, η προμήθεια αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών από αυτές, τις καθιστά ακόμα και σήμερα δορυφόρους και προτεκτοράτα της  γερμανικής Δύσης που σήμερα κυριαρχείται από τις ΗΠΑ, είτε ως ουσιαστική επιρροή, είτε ως πλήρης έλεγχος. Το ίδιο δέσμιες έγιναν και άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα και  η Τουρκία για γεωπολιτικούς λόγους των δυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο (αφού τις έχασε η Βρετανία, πέρασαν στις ΗΠΑ).

Σήμερα, είθισται οι βαθιά καταχτημένες από τα γερμανικά φύλα  -οικονομικά και πολιτισμικά – χώρες να ονοματίζονται Δύση, σε αντίθεση με όσες δεν έχουν ακόμα ή απόλυτα καταχτηθεί είτε δεν είχαν τα οικονομικά μέσα, είτε για στρατηγικούς λόγους δεν ήταν άμεση προτεραιότητα για τους καταχτητές, είτε συνάντησαν δυσκολίες στο να συγκλίνουν απόλυτα με το τεχνολογικό  και πολιτισμικό αφομοιωτικό πρότυπο της Δύσης, κάτι που χρειάζεται αρκετό χρόνο, όπως στην περίπτωση των Αράβων.

Το κρίσιμο ερώτημα των ημερών είναι τι θα σήμαινε για την ανθρωπότητα και τη χώρα η προσπάθεια να γίνει ο κόσμος ακόμα πιο γερμανικός, τι θα σήμαινε η «άγρια Δύση» στη γειτονιά μας.

Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των γερμανικών φύλων  για την κυριαρχία ήταν και είναι συχνό φαινόμενο στην ιστορία-παραδοσιακοί εχθροί Άγγλοι- Γάλλοι /υπερ100ετής πόλεμος  1337-1453, Γάλλοι- Γερμανοί / 30ετής πόλεμος 1618-1648 και σήμερα η αναδυόμενη εχθρότητα ΗΠΑ- Ε.Ε που έχει τις ρίζες της στον 2ο ΠΠ (πάντα υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των φύλων, ας θυμηθούμε τους 27ετείς Πελοποννησιακούς πολέμους Αθήνας- Σπάρτης).

Πέρα όμως από τις ενδοφυλετικές συγκρούσεις και επιμέρους συμφέροντα κυριαρχίας, όταν ο στόχος είναι αμυντικός, είτε επιθετικός τα φύλα συνασπίζονται μεταξύ τους με επί μέρους συμμαχίες είτε ως μπλοκ. Ανακαλούμε στη μνήμη από τα σχολικά βιβλία τη συμμαχία των ελληνικών πόλεων στους Ελληνο-Περσικούς πολέμους για την αναχαίτιση των Περσών. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο μυστικός συνασπισμός  των αποικιοκρατών Αγγλίας – Γαλλίας για την αναχαίτιση των ΗΠΑ από τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ και της Μέσης Ανατολής με τη μυστική συνθήκη της Σεβρ το 1956 με τη βοήθεια των Ισραηλινών (έκτοτε, όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία,  οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και του Ισραήλ ευθυγραμμίστηκαν στρατηγικά απαρέγκλιτα με τις ΗΠΑ, με σημαντικές συνέπειες για τη Βρετανία και την Ευρώπη). Στις επιθετικές συμμαχίες αναφέρουμε πρόσφατα παραδείγματα  όπως οι πόλεμοι κατά του Ιράκ, του Αφγανιστάν, κατά της Γιουγκοσλαβίας, Ουκρανίας  με  στόχο  τη Ρωσία.

Η απώτερη προτεραιότητα του Χίτλερ στον πόλεμο ήταν να καταχτήσει τη Ρωσία, καθώς θα ισχυροποιούνταν από τους πόρους της υπόλοιπης Ευρώπης- γερμανικής ή μη και αφού πρώτα θα τις είχε τιμωρήσει  ταπεινωτικά  για την εξουθενωτική συμφωνία μετά τη λήξη του 1ου Π.Π. Γι’ αυτή την πρόθεση δεν είχαν πειστεί οι άγγλοι και όπως φαίνεται σήμερα επαναλαμβάνουν το δις εξαμαρτείν σε σχέση με τη Ρωσία.

Η αντίδραση του Τσώρτσιλ να αγνοήσει τις κρούσεις  του Στάλιν το 1939 για σύμπτηξη δυνάμεων εν όψει του ναζιστικού κινδύνου, ήταν βαθιά λαθεμένη και το μοιραίο λάθος του, το πλήρωσε πανάκριβα η Ευρώπη στον πόλεμο. Ενδεχομένως, πίστευε ότι οι γερμανοί θα αποζητούσαν συμμαχία κατά της κομμουνιστικής Ρωσίας και δεν θα προσέβλεπαν σε επέκταση εντός της δύσης. Γι’ αυτό τα νεαρά 20άχρονα παιδιά του Κέμπριτζ που επιστρατεύτηκαν βιαστικά και με σύντομη εκπαίδευση έγιναν πιλότοι, διηγούνταν μετά τον  πόλεμο ότι τον είχαν θεωρήσει παιχνίδι και όταν μαίνονταν οι αερομαχίες στη Μάγχη πάνω από το Μπράιτον, οι άγγλοι ανέμελοι έκαναν μπάνιο στην παραλία (φωτογραφικά αρχεία).

Το σίγουρο είναι ότι οι δυτικοί τότε φοβούνταν πως  η σοβιετική εγγύηση για την ακεραιότητα των χωρών της περιοχής, θα άνοιγε τον δρόμο για τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και αυτός ο φόβος είχε οδηγήσει τόσο τους Βρετανούς και τους Γάλλους, όσο και τις ενδιαφερόμενες χώρες (Φινλανδία, χώρες της Βαλτικής, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία) στην εκτίμηση ότι ο σοβιετικός κίνδυνος θα ήταν ανώτερος του γερμανικού. Εκ των υστέρων, ο Τσώρτσιλ πίστευε ότι ο μεν πόλεμος ίσως να μην είχε αποφευχθεί, αλλά ο Χίτλερ θα δυσκολευόταν να διεξαγάγει διμέτωπο πόλεμο έχοντας απέναντί του μία συμπαγή συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η απουσία συνεννόησης απέτρεψε την έγκαιρη περικύκλωση της Γερμανίας ενώ δεν απέτρεψε τελικά τη σοβιετική επικυριαρχία στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μετά το 1944-45, ως λάφυρο πολέμου πλέον.

Μετά τον 2ο Π.Π όπου οι ΗΠΑ, με ηγετική ελίτ WASP (white aglosaxon protestant), ήταν οι νικητές στα ερείπια μιας κατεστραμμένης Ευρώπης βγαίνοντας ωφελημένοι και οικονομικά και στρατηγικά, κατάφεραν  να καταχτήσουν τους ευρωπαίους ειρηνικά με το σχέδιο Μάρσαλ και να προωθήσουν την απαρχή της Ε.Ε, υπολογίζοντας ότι με τη γρήγορη οικονομική ανάκαμψη τους και τη συμμαχία τους, τη στρατιωτική βοήθεια τους και τους πόρους τους θα κατακτήσουν ως ανερχόμενη  δύναμη και τον υπόλοιπο κόσμο, αρχής γενομένης από τη Ρωσία.

Η πολιτική αυτή κρίνεται εκ του αποτελέσματος επιτυχής και σήμερα μάλλον σε αυτό το σημείο βρίσκεται  ο κόσμος. Όμως, η ισχυροποιημένη, κυρίως χάριν της Γερμανίας, Ε.Ε δεν είναι πρόθυμη (πλην της Βρετανίας και της Γαλλίας στη Συρία), να ακολουθήσει το σχεδιασμό των αμερικανών, γιατί βρίσκεται σε φάση εγκαθίδρυσης και χρειάζεται την ειρήνη.

Τεκμήριο για τις μεταπολεμικές πολιτικές των αμερικανών στην Ευρώπη αποτελούν τα κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας.

Κατά τον μεγάλο διπλωμάτη Κένναν, που επηρέασε για μεγάλο διάστημα μετά τον πόλεμο την Αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι Αμερικανοί έπρεπε να εκμεταλλευτούν άμεσα και στο έπακρο το πεδίο στο οποίο διέθεταν την υπεροχή έναντι της Μόσχας – την οικονομική βοήθεια, με τις συνακόλουθες πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της:

Οι οικονομικές δυνατότητές μας κατά τη διάρκεια του πολέμου έχουν αυξηθεί και βρίσκονται σε επίπεδα που σε περίοδο ειρήνης δεν τα έχουμε επιτύχει ούτε εμείς ούτε κανένα άλλο έθνος. Οι Ρώσοι παραδοσιακά είναι έθνος υπανάπτυκτο. […] Είναι λοιπόν λογικό ότι η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να είναι το κύριο όπλο μας στην αντιμετώπιση του κομμουνιστικού επεκτατισμού• είναι όμως απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί με πρωταρχική έμφαση στο πολιτικό και ψυχολογικό, σε αντιδιαστολή με το αμιγώς οικονομικό, αποτέλεσμά του.

Τέλος, για τους Ρεπουμπλικάνους που ήλεγχαν το Κογκρέσο και ζητούσαν περικοπές δαπανών και μείωση της φορολογίας, ο Κένναν υπενθύμισε ότι η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στη Δυτική Ευρώπη θα κόστιζε πολύ λιγότερο από την προάσπιση των ίδιων συμφερόντων δια του πολέμου. Τα οφέλη που θα αποκόμιζαν οι ΗΠΑ από το Σχέδιο Μάρσαλ είναι ως προς τη σημασία τους είναι για τούτη τη χώρα εφάμιλλα με τους στόχους μιας μείζονος πολεμικής προσπάθειας. Το κόστος, από την άλλη πλευρά, είναι κατά πολύ μικρότερο από εκείνο ακόμη και μιας σχετικώς ήσσονος πολεμικής προσπάθειας[.] Προτάθηκε σχέδιο Μάρσαλ και στους σοβιετικούς, το  οποίο απέρριψαν.

Έτσι, η βοήθεια Μάρσαλ δόθηκε στη δυτική Ευρώπη και δρομολογήθηκε η δημιουργία της Ε.Ε. «μια ομόσπονδη Ευρώπη στην οποία θα έχουν απορροφηθεί τα τμήματα της Γερμανίας αλλά στην οποία η επιρροή των άλλων χωρών θα επαρκεί ώστε να συγκρατεί τη Γερμανία στη θέση της» όπως επιθυμούσε ο Τσώρτσιλ:  η Γερμανία να είναι ευτραφής, αλλά ανίκανη (fat but impotent).

Ο Κένναν, τον Ιανουάριο του 1948, σχολιάζοντας την πρόταση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν για μια ένωση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών υπό την αιγίδα της Βρετανίας και της Γαλλίας, εισηγήθηκε στον Τζωρτζ Μάρσαλ να την υποδεχθεί θετικά: «μόνο μια τέτοια ένωση δημιουργεί ελπίδα για την αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη χωρίς να επιτρέπει στη Γερμανία να καταστεί και πάλι η κυρίαρχη δύναμη» εν τούτοις, διαφωνούσε με τη στρατιωτική διάσταση της προτεινόμενης ένωσης, ιδίως εάν αυτή επρόκειτο να είναι η αφετηρία του εγχειρήματος: «Η στρατιωτική ένωση δεν πρέπει να είναι η αφετηρία. Πρέπει να απορρεύσει από την πολιτική, οικονομική και πνευματική ένωση – και όχι το αντίθετο». Για τον Κένναν, η βρετανική πρόταση προσπαθούσε απλώς να υποκρύψει άλλο ένα «πλαίσιο» για στρατιωτικές συμμαχίες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό θα ήταν αρνητικό και θα είχε μικρή αξία. Εάν πρόκειται να υπάρξει «ένωση», πρέπει να εδράζεται στην πραγματικότητα οικονομικών και τεχνικών και διοικητικών ρυθμίσεων• και πρέπει να υπάρξει μια πραγματική ομοσπονδιακή αρχή.

Η κατά τον Κένναν δυσκολία, ήταν ότι «δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στον γερμανικό λαό να επιδείξει αυτοβούλως οποιαδήποτε αυτοσυγκράτηση, να νιώσει οιαδήποτε επαρκή αίσθηση ευθύνης έναντι των άλλων ευρωπαϊκών εθνών, ή να ενδιαφερθούν οι ίδιοι [οι Γερμανοί] για τη διατήρηση των δυτικών αξιών στη δική τους χώρα και αλλού στην Ευρώπη.

Αυτό που χρειάζονται οι Γερμανοί δεν είναι να οδηγηθούν σε έναν βίαιο εγκλεισμό στον εαυτό τους, πράγμα που μόνον αυξάνει την εκ γενετής έλλειψη ρεαλισμού, την αυτολύπηση και τον προκλητικό εθνικισμό που τους διακρίνει, αλλά να οδηγηθούν έξω από τον συλλογικό εγωκεντρισμό τους και να ενθαρρυνθούν να δουν τα πράγματα από μια ευρύτερη οπτική, να αποκτήσουν συμφέροντα και αλλού στην Ευρώπη και στον κόσμο, και να μάθουν να θεωρούν εαυτούς πολίτες του κόσμου και όχι μόνον Γερμανούς».

Έπρεπε, συνεπώς, να βρεθούν μηχανισμοί «αυτόματων εγγυήσεων» έναντι μελλοντικής εκμετάλλευσης από τη Γερμανία της υπεροχής της σε πληθυσμό και σε στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός  ότι ο εθνικισμός  των γερμανών εδράζονταν στην εθνική υπερηφάνεια καθώς πριν τον πόλεμο η Γερμανία ήταν η πιο ισχυρή επιστημονικά και τεχνολογικά βιομηχανική χώρα του γερμανικού κόσμου της Ευρώπης, συγκρίσιμη μόνο με τις ΗΠΑ, καθώς οι δύο χώρες πρωτοστάτησαν στην 2η βιομηχανική επανάσταση.

Ο  γνωστός Φορντ της αυτοκινητοβιομηχανίας θαύμαζε τον Χίτλερ και ο Χίτλερ θαύμαζε τον  αντισημίτη Φόρντ γι’ αυτό έφτιαξε το «σκαραβαίο» εμπνευσμένος από το Ford Model T. Ο πατέρας της ατομικής βόμβας, αμερικανός γερμανικής καταγωγής Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, είχε μαθητεύσει  στην κβαντική φυσική στο μεγάλο εβραιογερμανό φυσικό και μαθηματικό Max Born στη πόλη Γκέτινγκεν της Γερμανίας, σημαντικό κέντρο έρευνας της εποχής. Η κβαντομηχανική είναι καθαρά γερμανικό επίτευγμα και η εκμετάλλευση του για   στρατιωτικούς σκοπούς είχε ως αποτέλεσμα την ατομική βόμβα.

Παρά τον αποτυχημένο διακανονισμό του 1919 οι γερμανοί κατάφεραν σύντομα  να υπερισχύσουν επιστημονικά (χημεία, μαθηματικά,  φυσική) και τεχνολογικά (βιοτεχνολογία, πληροφορική, αεροναυπηγική) των υπόλοιπων γερμανικών φύλων – εθνικών κρατών της Αγγλίας, Γαλλίας  και να ξεκινήσουν ένα δεύτερο επεκτατικό πόλεμο.

Παρενθετικά, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι πόλεμοι, όπως και η ανάπτυξη,  κρίνονται στα εργαστήρια. Αν  η τύχη και οι μυστικές υπηρεσίες των Βρετανών δεν είχαν ευνοήσει τους Αμερικανούς, αφενός να ανακαλύψουν  πρώτοι παρά τρίχα την ατομική βόμβα- πρώτη δοκιμή Ιούλιο του 1945 και χρήση Αύγουστο του 1945, ενώ παράλληλα  στα γερμανικά εργαστήρια δούλευαν πυρετωδώς πολύ σημαντικοί  Γερμανοί επιστήμονες (από το 1939 η ομάδα του Uranium Club/ Uranverein, ανάμεσά τους ο κορυφαίος Heisenberg) και αφετέρου να συλλάβουν την ομάδα τον Μάιο του 1945 με τις επιχειρήσεις Alsos και Epsilon (μετέφεραν στην Αγγλία  10 επιστήμονες συμπεριλαμβανομένου του Heisenberg ), ο κόσμος μας σήμερα θα ήταν αλλιώς, πάλι βέβαια γερμανικός.

Οι Αμερικανοί μετά τον πόλεμο μετέφεραν ολόκληρη την ομάδα του  Βέρνερ φον Μπράουν που διεύθυνε το γερμανικό πυραυλικό πρόγραμμα  στις ΗΠΑ και καθώς η ομάδα αυτή ήταν  κορυφαία στους βαλλιστικούς πυραύλους,  έτσι φτιάχτηκε η  NASA το 1958 και οι ΗΠΑ μπήκαν στην κούρσα του διαστήματος. Σήμερα θεωρείται ως ο πατέρας του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ.

Σκοτεινή παραμένει η πιθανή εκμετάλλευση των βιοτεχνολογικών πορισμάτων του αποτρόπαιου Μέγκελε μέχρι την κλωνοποίηση- είναι γνωστό ότι οι ερευνητές παθιάζονται από το καθήκον και τα ευρήματα τους, η επιστήμη γίνεται αυτοσκοπός  και η ηθική αποκτά δευτερεύουσα ή καμία σημασία- ο Οπενχάιμερ έδωσε συγκατάθεση για τη χρήση της ατομικής βόμβας και ποτέ δεν μετανόησε μολονότι σε μια κρίση συνείδησης, κατά τη βράβευση του από τον Πρόεδρο Τρούμαν είπε «κύριε Πρόεδρε έχω αίμα στα χέρια μου».

Ο στόχος λοιπόν των Αμερικανών μετά τον πόλεμο ήταν αφενός να επικυριαρχήσουν οικονομικά και ολοκληρωτικά της Ευρώπης για να χρησιμοποιήσουν τους πόρους της, μετά την αναστήλωση της- να υποτάξουν την ηττημένη  Ιαπωνία  για τους ίδιους λόγους, ώστε να επεκταθούν σε άλλες περιοχές του πλανήτη, δηλαδή την εξουθενωμένη από το βάρος του πολέμου Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ), όπως ήθελε και ο Χίτλερ  και την Κίνα. Μια ματιά στο χάρτη αρκεί για να καταλάβει κανείς τους λόγους επεκτατισμού σε αυτές τις κολοσσιαίες και πλούσιες χώρες.  Κι όπως λέει η παροιμία, το σίδερο στη βράση κολλάει.

Έτσι, πριν ακόμα κλείσουν οι πληγές του πολέμου, 5 μόλις χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, το Σεπτέμβριο του 1950, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντην Άτσεσον άρχισε τις συζητήσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία για τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας (ο Στάλιν αρχικά ήθελε ουδέτερη, ενωμένη και αφοπλισμένη τη Γερμανία,  όπως και οι Γερμανοί). Ο επανεξοπλισμός συνδέονταν  με τις εξελίξεις στην Κορέα,  όπου κλιμακώνονταν ο πόλεμος (θα αναφερθούμε παρακάτω). Για να εγκρίνει το Κογκρέσο στρατιωτική βοήθεια έπρεπε οι σύμμαχοι της Αμερικής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Γερμανοί από το 1948, να συνεισφέρουν και αυτοί στην άμυνα της Ευρώπης.

Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας ολοκληρώθηκε με την ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1956 υπό την μεγάλη πίεση των Αμερικανών, καθώς όλες οι δυνάμεις ήταν απρόθυμες και αντιστάθηκαν, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας. Η δημιουργία της Βundeswehr δεν προκάλεσε γενικό ενθουσιασμό και ο καγκελάριος Αντενάουερ ομολόγησε ότι συμφώνησε υπό την «διεθνή» πίεση. Ο μοναδικός ρητός περιορισμός που τέθηκε ήταν η απόλυτη απαγόρευση γερμανικού προγράμματος πυρηνικών όπλων δια παντός. Από το 1953 το ΝΑΤΟ απέκτησε πυρηνικά όπλα μάχης και άρχισε να τα εγκαθιστά στη Δυτική Γερμανία.

Συνεχίστε στη 2η σελίδα (…)

Γίνε Μέλος
Αγοράζοντας μια συνδρομή, στηρίζεται τη προσπάθειά μας και γίνεστε ενεργό μέλος της ομάδας μας (κίνημα). Θα λάβετε και τα δύο παρακάτω πλεονεκτήματα:

1. Θα μπορείτε να μελετάτε τα άρθρα/αναλύσεις χωρίς να βλέπετε διαφημίσεις (χωρίς περισπασμούς δηλαδή).

2. Θα μπορείτε να τα εκτυπώνετε ή/και να τα αποθηκεύετε σε μορφή PDF (για να τα έχετε πάντα δικά σας).

Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×