.
Η Γαλλία, η Μ. Βρετανία και οι Η.Π.Α.
Η Γαλλία ανήκει βέβαια στο κέντρο της Ευρώπης, μαζί με τη Γερμανία και την Ολλανδία – δεν διαθέτει όμως τη βιομηχανική ισχύ για να ανταγωνιστεί τη Γερμανία. Το παιχνίδι για τη χώρα χάθηκε όταν εισήλθε στο ευρώ – το οποίο η Γερμανία χρησιμοποίησε για να αυξήσει την ισχύ της μέσω της πολιτικής του μερκαντιλισμού και του μισθολογικού dumping.
Η νέα κυβέρνηση τώρα της Γαλλίας κάνει ακριβώς ότι η Γερμανία: μειώνει τους μισθούς, δρομολογεί μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις κοκ. – κάτι που δεν πρόκειται να βοηθήσει την άνοδο της ανταγωνιστικότητας και τη βιομηχανία της. Η μοναδική της ελπίδα είναι η ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος, στο οποίο έχει σημαντικά πλεονεκτήματα απέναντι στη Γερμανία – επίσης η στρατιωτική της ισχύς, την οποία ασφαλώς θα θελήσει να εκμεταλλευθεί κατάλληλα η καγκελάριος.
Σε κάθε περίπτωση το ευρώ ενέτεινε τα αρνητικά αποτελέσματα της κρίσης χρέους για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, δημιούργησε νέα προβλήματα και κατέστρεψε σχεδόν όλους τους οικονομικούς κλάδους. Από την πλευρά αυτή είναι ένα εντελώς αποτυχημένο νόμισμα, με μοναδική εξαίρεση τη Γερμανία – την οποία βοήθησε να γίνει η κυρίαρχη οικονομική χώρα της Ευρώπης.
Επίσης μία πολύ μεγάλη παγκόσμια εξαγωγική δύναμη που είναι πλέον σε θέση να διεισδύει αποτελεσματικά τόσο στην αμερικανική, όσο και στην κινεζική αγορά. Επομένως, οι συνέπειες του ευρώ ήταν οι ακριβώς αντίθετες από τις αναμενόμενες, εκ μέρους των κρατών που το υιοθέτησαν – ή το προώθησαν, όπως οι Η.Π.Α.
Στα πλαίσια αυτά, η έξοδος της Βρετανίας ήταν κατά κάποιον τρόπο μία απάντηση στη μετατροπή της ΕΕ σε έναν Θεσμό, ο οποίος εξασφαλίζει και διατηρεί κρυφή τη γερμανική ηγεμονία – μία αντίδραση στην απώλεια της εθνικής της ανεξαρτησίας, καθώς επίσης στον υποβιβασμό της σε έναν «γερμανικό τροχό». Πρόκειται ουσιαστικά για μία προειδοποίηση από τα κάτω, προς τη νέα Ευρώπη που σχηματίζεται – προς το τέταρτο γερμανικό Ράιχ που παίρνει σάρκα και οστά, στηριζόμενο σε οικονομικά όπλα και με αιχμή του δόρατος το ευρώ.
Η Μ. Βρετανία εκφράζει τη θέληση της ανεξαρτητοποίησης από αυτήν την καινούργια αυτοκρατορία – ενώ οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει τεκμηριώνουν πόσο οδυνηρό είναι το συγκεκριμένο εγχείρημα, ουσιαστικά αδύνατον για τους δορυφόρους της Γερμανίας, όπως είναι πια η Ελλάδα. Εν τούτοις, δεν πρέπει να υποτιμάει κανείς την ισχύ του βρετανικού καπιταλιστικού μοντέλου, παρά τα προβλήματα της χώρας – ούτε το γεγονός ότι στην Ευρώπη υπάρχουν τρεις πρωτεύουσες που μετρούν: η Μόσχα, το Βερολίνο και το Λονδίνο, όπου το τελευταίο συνειδητοποιεί πολύ καλά τη σημασία του.
Αντίθετα οι Η.Π.Α. του κ. Trump ενσαρκώνουν την προσπάθεια να δοθεί απάντηση στο αδιέξοδο του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και της ασύμμετρης παγκοσμιοποίησης – κάτι που όμως δεν φαίνεται να έχει επιτυχία, επειδή ο αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να εκμεταλλευθεί με ψέματα την απώλεια της λαϊκής κυριαρχίας, καθώς επίσης την αύξηση των κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων.
Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνεται από το ότι, δεν κατάφερε να εφαρμόσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις (άρθρο) – με αποτέλεσμα να θεωρείται ως ένας τυπικός ρεπουμπλικάνος πρόεδρος, ο οποίος επιχειρεί την ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση της οικονομίας προς όφελος των ελίτ, όπως ένας κλασσικός λαϊκιστής και δημαγωγός.
Ακόμη χειρότερα, δεν φαίνεται να έχει καταλάβει πως η Γερμανία, θεωρώντας ότι η υπερδύναμη ευρίσκεται σε πορεία παρακμής, προωθεί αφενός μεν την απεξάρτηση της, αφετέρου την ανάδειξη της στην τέταρτη μεγάλη δύναμη του πλανήτη, μαζί με τις Η.Π.Α., τη Ρωσία και την Κίνα – όπου, τυχόν συμμαχία της με την Κίνα, θα προκαλούσε πολύ μεγάλες δυσκολίες στις δύο άλλες ισχυρές δυνάμεις.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, ορισμένοι ισχυρίζονται πως θα μπορούσε να αλλάξει με προσπάθειες εκ των έσω η δομή της Ευρώπης – η οποία χαρακτηρίζεται από ένα ισχυρό κέντρο που δεν ενέχεται καμία αντίρρηση στην πολιτική που χαράσσει, καθώς επίσης από περιφέρειες που υποτάσσονται στις επιταγές της πρωσικής κυβέρνησης. Ως παράδειγμα αναφέρουν την Πορτογαλία, η οποία έχει μία αριστερή κυβέρνηση συνεργασίας που κατήργησε τα μέτρα λιτότητας, χωρίς να υποστεί καμία τιμωρία – κάτι που όμως δεν έχει τη σημασία που του αποδίδεται.
Με απλά λόγια, η Πορτογαλία μπορεί μεν να κυβερνάται σήμερα διαφορετικά, αλλά έχει προηγηθεί η μετατροπή της σε χώρα της Lidl με μία σειρά ιδιωτικοποιήσεων και μεγάλων παραχωρήσεων – ενώ δεν πρόκειται να αναπτυχθεί ιδιαίτερα, αφού θα συνεχίσει να μπλοκάρεται από τη Γερμανία για εκείνο το διάστημα που θα αντιδράει, όπως η Ελλάδα στο παρελθόν.
Στα πλαίσια αυτά η μοναδική δυνατότητα για να αλλάξει πραγματικά η Ευρώπη, θα ήταν να ακολουθήσει η Ιταλία το παράδειγμα της Μ. Βρετανίας – εξερχόμενη εν πρώτοις από την Ευρωζώνη, έτσι ώστε να μπορεί να ανταγωνίζεται τη γερμανική βιομηχανία με τα προϊόντα της. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο για μία υπερχρεωμένη χώρα με χρεοκοπημένο σχεδόν το τραπεζικό της σύστημα, καθώς επίσης με μία σειρά άλλων προβλημάτων στην οικονομία της (ανάλυση) – ενώ θα έπρεπε ασφαλώς να αναδιαρθρώσει το χρέος της για να τα καταφέρει.
Εν τούτοις αποτελεί τη μοναδική ελπίδα αντίστασης στο τέταρτο Ράιχ, σε συνδυασμό με τη Μ. Βρετανία, ενώ ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών της δυνάμεων, καθώς επίσης των Πολιτών της τάσσεται υπέρ της εξόδου – κάτι που όμως θα φανεί στις επόμενες εκλογές, τις οποίες εμείς τουλάχιστον θεωρούμε ως τις πλέον αποφασιστικές για το μέλλον της Ευρώπης.
Με στρατιωτικούς όρους πάντως η Γερμανία κέρδισε τον πόλεμο της Γαλλίας καθιστώντας την υπαρχηγό στην Ευρώπη, κυριάρχησε σε όλους τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς, έχασε τη μάχη της Μ. Βρετανίας, συνέτριψε την Ελλάδα και συνεχίζει την αντιπαράθεση της με τη Ρωσία – βοηθούμενη από το βαθύ αμερικανικό κράτος που θέλει να ανατρέψει τον πρόεδρο Trump.
Η Ρωσία, από την οποία η Γερμανία εξαρτάται ενεργειακά σε μεγάλο βαθμό, συνεχίζει να αποτελεί το βασικό της εχθρό, ενώ τοποθετεί ήδη εμπόδια στην επεκτατικότητα της Κίνας – η οποία θεωρεί πολύ σημαντική την παρουσία της στην Ευρώπη, προσπαθώντας να εξαγοράσει όσο περισσότερες επιχειρήσεις μπορεί.
