.
Τα ανώτατα όρια
Στο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης τώρα, το ανώτατο όριο του χρέους των χωρών της Ευρωζώνης έχει τοποθετηθεί στο 60% του ΑΕΠ τους – το οποίο όμως υπερβαίνουν πλέον οι 13 από τις 19 χώρες της, ενώ η Ισπανία, το Βέλγιο, η Κύπρος, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα έχουν ξεπεράσει προ πολλού το 100%. Σε πολλά κράτη δε έχουν τριπλασιαστεί κατά τη διάρκεια της κρίσης (γράφημα).
Επεξήγηση γραφήματος: Σύγκριση των δημοσίων χρεών των κρατών της Ευρωζώνης πριν την κρίση (τρίτο τρίμηνο του 2007, γαλάζιες στήλες) και μετά την κρίση (τρίτο τρίμηνο του 2016, μωβ στήλες). Από αριστερά: Εσθονία, Λουξεμβούργο, Λετονία, Λιθουανία, Σλοβακία, Μάλτα, Φινλανδία, Ολλανδία, Γερμανία, Ιρλανδία, Σλοβενία, Αυστρία, Μέσος Ευρωζώνης, Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Κύπρος, Ιταλία, Πορτογαλία, Ελλάδα.
.
Αν και οι απόψεις πάντως, σχετικά με το ύψος του μη βιώσιμου χρέους αποκλίνουν μεταξύ τους, εμείς θεωρούμε ότι, χρέη που υπερβαίνουν το 120% του ΑΕΠ δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν – μεταξύ άλλων επειδή στραγγαλίζουν αργά ή γρήγορα την ανάπτυξη, προκαλώντας ξανά και ξανά μεγάλες υφέσεις.
Το τραπεζικό πρόβλημα
Ένα επόμενο μεγάλο ρίσκο, όσον αφορά την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (κόκκινα, NPLs), τα οποία επιβαρύνουν σημαντικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα ορισμένων χωρών – πόσο μάλλον όταν ο τραπεζικός κλάδος της Ευρώπης στο σύνολο του είναι υπερδιογκωμένος και βαριά ασθενής. Το ποσοστό των συγκεκριμένων δανείων αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της κρίσης, επειδή οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά βρέθηκαν σε δύσκολη οικονομική θέση – από το 1,8% του ΑΕΠ το 2007 στο 7,9% το 2013, έχοντας έκτοτε υποχωρήσει στο 5,4% το 2016.
Το ποσόν αυτό ανέρχεται στα 937 δις €, σημειώνοντας πως στις Η.Π.Α. από 1,4% του ΑΕΠ το 2007 αυξήθηκε στο 5% το 2009, υποχωρώντας στη συνέχεια σταθερά και φτάνοντας στο 1,5% το 2016. Οφείλουμε να αναφέρουμε εδώ πως τα μη εξυπηρετούμενα χρέη επιβαρύνουν την οικονομία από δύο πλευρές, οι οποίες ενισχύουν η μία την άλλη – ειδικότερα τα εξής:
(α) Οι τράπεζες εμποδίζονται να παρέχουν επαρκή δάνεια στην πραγματική οικονομία – επειδή πρέπει να διατηρούν για τα επικίνδυνα να χαθούν δάνεια ίδια κεφάλαια, χωρίς φυσικά να κερδίζουν από αυτά. Ως εκ τούτου μειώνεται η κερδοφορία τους, οπότε αυξάνονται τα ρίσκα ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού κλάδου.
(β) Οι μη «εκκαθαρισμένες» αξιώσεις μεταξύ δανειοδοτών και δανειοληπτών, οδηγούν στη μη διεξαγωγή νέων επενδύσεων εκ μέρους των τελευταίων – με την έννοια πως όταν δεν έχει ξεκαθαρίσει ο δανειολήπτης τι θα πληρώσει διαπραγματευόμενος με την τράπεζα, δεν λαμβάνει αποφάσεις.
Περαιτέρω, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι διαφορετικό στις χώρες της Ευρωζώνης – όπου στη Γερμανία το 2016 ήταν στο 2,6% (από 2,7% πριν την κρίση), ενώ σε πολλά άλλα κράτη υπερβαίνει σημαντικά το 10%. Σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία, ο ρυθμός ανάπτυξης των οποίων αποκαταστάθηκε, έχουν μειωθεί τα κόκκινα δάνεια – ενώ σε αυτές που δεν αναπτύσσονται, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιταλία συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία.
Οι αρνητικές επιπτώσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων φαίνονται καλύτερα, όταν επικεντρωθεί κανείς στους επί μέρους κλάδους της οικονομίας (γράφημα) – όπου το 16,8% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά μέσον όρο στην Ευρωζώνη κινδυνεύουν πλέον να χρεοκοπήσουν, έναντι 7,5% των μεγάλων, όταν ο μέσος όρος γενικώς είναι στο 5,4%.
Επεξήγηση γραφήματος: Μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανά κλάδους ως ποσοστό των συνολικών δανείων, στο δεύτερο τρίμηνο του 2016. Στήλες: μαύρη (μέσος όρος), γαλάζια (νοικοκυριά), ροζ (μεγάλες εταιρείες), κόκκινη (μικρομεσαίες εταιρείες). Γερμανία, Γαλλία, Μέσος Ευρωζώνης, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα.
.
Ως εκ τούτου συμπεραίνει κανείς πως σε πολλές χώρες η πραγματική οικονομία, κυρίως δε οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα – πόσο μάλλον εάν αυξηθούν τα βασικά και λοιπά επιτόκια δανεισμού, τα οποία σήμερα ευρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά.
Φυσικά υπάρχουν πολλές προτάσεις αντιμετώπισης του προβλήματος – από τη διενέργεια διαρθρωτικών αλλαγών και την καλυτέρευση του πτωχευτικού δικαίου, έως την ίδρυση «κακών τραπεζών» (bud banks) και την υιοθέτηση των ευρωομολόγων. Εν τούτοις, όσο δεν υπάρχει μία κοινή πολιτική συμφωνία, με αποτέλεσμα η κάθε χώρα να προσπαθεί να επιλύσει μόνη της τα προβλήματα της, η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να σταθεροποιηθεί – οπότε νομοτελειακά θα διαλυθεί, υπό το βάρος των εγγενών και λοιπών προβλημάτων της.
Επίλογος
Εάν η Ελλάδα αποτελούσε το μοναδικό πρόβλημα της Ευρωζώνης, θα είχε προ πολλού «απομονωθεί και εξουδετερωθεί» από τη γερμανική κυβέρνηση – χωρίς κανέναν οίκτο. Εν τούτοις, επειδή είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, ενώ χρησιμεύει ως προπέτασμα καπνού για την απόκρυψη των μεγάλων προβλημάτων της νομισματικής ένωσης, ιδίως αυτών της Ιταλίας, διατηρείται τεχνητά στη ζωή – έως ότου υπάρξει η κατάλληλη ευκαιρία «καρατόμησης» της.
Στα πλαίσια αυτά ένας ακόμη οδυνηρός συμβιβασμός της, όπως το κλείσιμο της αξιολόγησης με ακόμη περισσότερα μέτρα, τα οποία θα την οδηγήσουν πιο κοντά στο χάος, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα – εκτός από την καθυστέρηση του μοιραίου, το οποίο θα είναι όμως εκθετικά πιο επώδυνο.
