.
Τα swaps ρευστότητας των κεντρικών τραπεζών
Ειδικά όσον αφορά τα συναλλαγματικά swap είναι χρηματοπιστωτικά παράγωγα, με τη βοήθεια των οποίων δύο αντισυμβαλλόμενοι ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληρωμές τόκων και κεφαλαίου – σε δύο διαφορετικά νομίσματα. Στο συναλλαγματικό swap, σε αντίθεση με το swap τόκων, αλλάζουν οι ονομαστικές αξίες στην αρχή και στο τέλος της χρονικής ισχύος τους. H Ιταλία κατηγορήθηκε για τη χρήση ενός swap το 1995, με στόχο τη μείωση του δημοσίου χρέους της και την «παραπλανητική» είσοδο της στην Ευρωζώνη – επίσης η Ελλάδα το 2002, με τα ονομαζόμενα «Cross Currency Swaps» της Goldman Sachs.
Ίσως είναι σκόπιμο εδώ να περιγράψουμε τα swap παροχής ρευστότητας των κεντρικών τραπεζών, έτσι ώστε να γίνει κατανοητή η παραπάνω ρηξικέλευθη δυνατότητα – η οποία θα μπορούσε να προσφερθεί σε ένα αδύναμο κράτος-μέλος της Ευρωζώνης από το ΔΝΤ ή από οποιονδήποτε άλλο, ο οποίος θα είχε στόχο την πλήρη διάλυση της Ευρωζώνης. Στα πλαίσια αυτά οφείλουμε αρχικά να αναφέρουμε ότι, λόγω κυρίως της παγκοσμιοποιημένης φύσης των αγορών τραπεζικής χρηματοδότησης, η Fed έχει κατά διαστήματα συνεργαστεί με αρκετές κεντρικές τράπεζες, με στόχο την παροχή της απαιτούμενης ρευστότητας.
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Fed προσχώρησε σε συμφωνίες, με σκοπό τη καθιέρωση αμοιβαίων συναλλαγματικών διακανονισμών περιορισμένης χρονικής διαρκείας (central bank liquidity swap lines), με ορισμένες ξένες κεντρικές τράπεζες. Έτσι καθιερώθηκαν δύο βασικές μορφές τέτοιων, τύπου swap παροχών: (α) οι παροχές ρευστότητας δολαρίου και (β) οι παροχές σε ξένο συνάλλαγμα.
Αν και οι προσωρινοί αυτοί διακανονισμοί έπαψαν να ισχύουν την 1η Φεβρουαρίου του 2010, οι παροχές ρευστότητας δολαρίου τέθηκαν ξανά σε ισχύ από τη Fed το Μάιο του 2010, σε συνεργασία με τις κεντρικές τράπεζες άλλων κρατών – σαν άμεση, «θεσμική» αντίδραση στις μεγάλες δυσκολίες των αγορών βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης σε δολάρια.
Οφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε εδώ ότι, η Fed λειτουργεί αυτές τις «γραμμές παροχής χρηματοδότησης τύπου swap», με την εξουσιοδότηση της παραγράφου 14 της πράξης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας – σε συμφωνία με τα δικαιώματα, με τις πολιτικές και με τις διαδικασίες, οι οποίες έχουν καθιερωθεί από την επιτροπή «Federal Open Market» (FOMC). Ειδικά όσον αφορά τις παροχές ρευστότητας δολαρίου (ανάλογα λειτουργούν και οι παροχές σε συνάλλαγμα), τα παρακάτω:
Παροχές Ρευστότητας Δολαρίου
Τον Δεκέμβριο του 2007 η FOMC ανακοίνωσε ότι, συμφώνησε να εξουσιοδοτήσει τόσο την ΕΚΤ, όσο και την Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας, να παρέχουν ρευστότητα σε αμερικανικά δολάρια στις «υπερατλαντικές» αγορές – ενώ στη συνέχεια επέκτεινε την εξουσιοδότηση, εφαρμόζοντας την ίδια πρακτική, μεταξύ της Fed και των παρακάτω Κεντρικών Τραπεζών: της Αυστραλίας, της Βραζιλίας, του Καναδά, της Δανίας, της Αγγλίας, της Ιαπωνίας, της Κορέας, του Μεξικού, της Νέας Ζηλανδίας, της Νορβηγίας, της Σιγκαπούρης και της Σουηδίας.
Οι παραπάνω διακανονισμοί τώρα, με τις κεντρικές τράπεζες άλλων κρατών, συμπεριλαμβανομένων της ΕΚΤ και της κεντρικής τράπεζας της Ελβετίας, ολοκληρώθηκαν την 1η Φεβρουαρίου του 2010 – ενώ το Μάιο του 2010, η FOMC ανακοίνωσε ότι, έχει εξουσιοδοτήσει ξανά για παροχή ρευστότητας τύπου swap τις κεντρικές τράπεζες του Καναδά, της Αγγλίας, της Ευρωζώνης (ΕΚΤ), της Ιαπωνίας και της Ελβετίας.
Σε γενικές γραμμές, αυτά τα swap ορίζονται από δύο τύπους συναλλαγών – από μία διπλή συναλλαγή καλύτερα. Ειδικότερα, όταν μια ξένη κεντρική τράπεζα κάνει χρήση του δικαιώματος παροχής ρευστότητας με την Fed, η ξένη κεντρική τράπεζα «πουλάει» μια καθορισμένη ποσότητα του συναλλάγματος της (του νομίσματος της) στη Fed, υπό τη μορφή της ανταλλαγής του με δολάρια – με την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία.
Η Fed διατηρεί το ξένο συνάλλαγμα σε έναν λογαριασμό, στη χώρα της ξένης κεντρικής τράπεζας – ενώ τα δολάρια, τα οποία παρέχει η Fed, τοποθετούνται σε έναν λογαριασμό, τον οποίο η ξένη κεντρική τράπεζα διατηρεί στη Fed της Νέας Υόρκης (ουσιαστικά λοιπόν, δεν υπάρχει εδώ κίνηση χρημάτων). Ταυτόχρονα, η Fed και η ξένη κεντρική τράπεζα προσχωρούν σε μια δεσμευτική συμφωνία για μια δεύτερη συναλλαγή – η οποία υποχρεώνει την ξένη κεντρική τράπεζα να ξαναγοράσει το συνάλλαγμα της σε μια προκαθορισμένη μελλοντική στιγμή, με την ίδια ισοτιμία ανταλλαγής.
Η δεύτερη συναλλαγή λοιπόν ακυρώνει ουσιαστικά την πρώτη – ενώ κατά την ολοκλήρωση της δεύτερης συναλλαγής, η ξένη κεντρική τράπεζα πληρώνει τόκο, με βάση το τρέχων επιτόκιο της Fed. Οι παροχές ρευστότητας σε δολάρια τύπου swap έχουν διάρκεια ζωής από μια ημέρα (overnight), έως και 3 μήνες.
Περαιτέρω, όταν η ξένη κεντρική τράπεζα δανείζει τα δολάρια που έλαβε με τη χρήση των swap σε ιδρύματα της δικής της δικαιοδοσίας (τοπικές εμπορικές τράπεζες), τα δολάρια αυτά μεταφέρονται από το λογαριασμό που η ξένη κεντρική τράπεζα διατηρεί στη Fed Νέας Υόρκης, στο λογαριασμό της τοπικής εμπορικής τράπεζας – η οποία τα χρησιμοποιεί για την εκκαθάριση των συναλλαγών της σε δολάρια.
Η ξένη κεντρική τράπεζα παραμένει φυσικά υπεύθυνη να επιστρέψει τα δολάρια στη Fed, με βάση τους όρους της συμφωνίας – η Fed δηλαδή δεν είναι ο «αντισυμβαλλόμενος» στο δάνειο, το οποίο έλαβε η τοπική εμπορική τράπεζα από την κεντρική της, αλλά η ίδια η κεντρική. Επομένως, η ξένη κεντρική τράπεζα αναλαμβάνει το πιστωτικό ρίσκο, το οποίο σχετίζεται με τα δάνεια που συνάπτει με τα πιστωτικά ιδρύματα (εμπορικές τράπεζες), τα οποία ανήκουν στη δικαιοδοσία της.
Το ξένο συνάλλαγμα τώρα, το οποίο λαμβάνει η Fed, είναι μέρος του ενεργητικού στον Ισολογισμό της. Επειδή το swap δε εξοφλείται στην ίδια συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία συμφωνήθηκε κατά την αρχική χρήση του, η αξία σε δολάρια, στο ενεργητικό του Ισολογισμού της Fed, δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας του ξένου νομίσματος στην ελεύθερη αγορά. Από την άλλη πλευρά, η ποσότητα συναλλάγματος σε δολάρια, η οποία παρέμεινε στους λογαριασμούς που η ξένη κεντρική Τράπεζα διατηρεί στη Fed της Νέας Υόρκης, αποτελεί στοιχείο του Παθητικού στον Ισολογισμό της Fed.
Το γερμανικό ευρώ
Η Ευρωζώνη, έτσι όπως είναι σήμερα κατασκευασμένη, είναι συστημικά πολύ ασταθής – έχει λοιπόν σοβαρότατα δομικά προβλήματα, μη ισορροπημένες σχέσεις πλεονασματικών και ελλειμματικών κρατών, ενώ δεν αποτελεί έναν άριστο νομισματικό χώρο. Η αστάθεια της αυτή οφείλεται μεταξύ άλλων στο ότι, οι χώρες-μέλη της δανείζονται σε ξένο νόμισμα – ότι δηλαδή είναι χρεωμένες σε ένα «υπερεθνικό», ξένο συνάλλαγμα, αφού δεν ελέγχουν τις προϋποθέσεις της προσφοράς του (ποσότητα χρήματος και επιτόκια).
Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί κανείς ότι, όλες οι χώρες της Ευρωζώνης είναι χρεωμένες σε γερμανικά μάρκα – αφού η Γερμανία είναι το μοναδικό κράτος, το οποίο σήμερα ελέγχει το Ευρώ, απολαμβάνοντας πολύ χαμηλά επιτόκια δανεισμού, εις βάρος ουσιαστικά όλων των υπολοίπων εταίρων της. Ενδεχομένως θα μπορούσε επίσης να ισχυρισθεί κανείς ότι, η εγκατάσταση της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη ήταν προμελετημένη – πόσο μάλλον αφού σήμερα η ΕΚΤ είναι χρεωμένη στη γερμανική τράπεζα, με ποσά που ξεπερνούν τα 750 δις € (άρθρο).
Σε σύγκριση λοιπόν με τις χώρες εκτός Ευρώ (Η.Π.Α., Μ. Βρετανία κλπ.), οι οποίες είναι χρεωμένες σε δικά τους νομίσματα, σε νομίσματα δηλαδή που ελέγχουν και επηρεάζουν τη λειτουργία τους, ο σχεδιασμός της νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) έχει μεγάλα προβλήματα – ενώ το Ευρώ δεν υποστηρίζεται ουσιαστικά από καμία οικονομία.
Περαιτέρω, σε αντίθεση με ένα κράτος εκτός Ευρώ, η εκάστοτε επί μέρους χώρα της Ευρωζώνης δεν διαθέτει ενεργητική κεντρική τράπεζα – η οποία θα μπορούσε να μεσολαβήσει, αγοράζοντας τα ομόλογα του δημοσίου που πωλούνται, έτσι ώστε να σταθεροποιήσει τα επιτόκια δανεισμού και να εμποδίσει τη χρεοκοπία της. Όσον αφορά δε την ΕΚΤ, παρά τις αντίθετες απόψεις της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών χωρών, δεν επιτρέπεται να λειτουργεί όπως η Fed ή η οποιαδήποτε άλλη κεντρική τράπεζα –επειδή η Γερμανία δεν συμφωνεί, έχοντας προφανώς άλλα σχέδια.
Τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης λοιπόν δεν μπορούν να είναι σίγουρα ότι, θα έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να αναχρηματοδοτούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους. Κατ’ επέκταση, είναι εκ των πραγμάτων εκτεθειμένα, συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη, σε πολύ μεγαλύτερα ρίσκα έλλειψης ρευστότητας και χρεοκοπίας – γεγονός που γνωρίζουν πλέον οι επενδυτές, οι οποίοι απαιτούν καθαρές λύσεις (πολιτική ένωση της Ευρωζώνης ή διάλυση της), αφού διαφορετικά προβλέπουν μία αλυσιδωτή χρεοκοπία των ευρωπαϊκών συγκοινωνούντων δοχείων (κράτη, τράπεζες, επιχειρήσεις, καταναλωτές) άνευ προηγουμένου στην Ιστορία.
Στα πλαίσια αυτά, η υιοθέτηση από μία χώρα-μέλους της Ευρωζώνης ενός άλλου νομίσματος, υπό προϋποθέσεις φυσικά και για περιορισμένο χρονικό διάστημα (συμφωνία με άλλο κράτος κλπ.), δεν θα είχε ουσιαστικά καμία διαφορά για την Οικονομία της – αφού, έτσι ή αλλιώς, το νόμισμα της θα παρέμενε ξένο, όπως επίσης το «γερμανικό Ευρώ» (ενώ θα απέφευγε τα προβλεπόμενα δεινά της Ευρωζώνης).
Επομένως η ανταλλαγή του ευρώ με το δολάριο, όπως στο επικίνδυνο για την Ευρωζώνη σενάριο που αναλύσαμε, είναι δυνατόν να επιλεχθεί από μία χώρα, η οποία θα αντιμετώπιζε μεγάλα προβλήματα – αφού θα μπορούσε να είναι προς όφελος της, εάν τόσο η επιλογή του ξένου νομίσματος, όσο και οι περίπλοκες διαπραγματεύσεις, καθώς επίσης οι διακρατικές συμφωνίες, οι οποίες θα το συνόδευαν (πάντοτε για μία περιορισμένη, για μία μεταβατική καλύτερα χρονική περίοδο, με στόχο το εθνικό νόμισμα στο τέλος της), ήταν ορθολογικές και επιτυχημένες.
Φυσικά θα εμφανίζονταν πολλά προβλήματα, ενώ θα υπήρχαν σίγουρα αρκετά μειονεκτήματα, τα οποία δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά – με κυριότερο ίσως την αυξημένη πλέον «επιρροή» των Η.Π.Α. στη χώρα που θα επέλεγε το δολάριο, σαν μεταβατικό νόμισμα για την επιστροφή στο εθνικό της. Εν τούτοις, οι απειλές διάλυσης της Ευρωζώνης, καθώς επίσης οι επεκτατικές βλέψεις της Γερμανίας (η οποία επιθυμεί, χωρίς καμία πλέον αμφιβολία, να μεταλλάξει πολλές χώρες σε δικά της προτεκτοράτα και όχι απλά σε κράτη επιρροής της), δεν αποτελούν ίσως μικρότερους κινδύνους.
Έχουμε την άποψη λοιπόν ότι, οι κίνδυνοι για τη συνοχή της Ευρωζώνης, καθώς επίσης για το κοινό νόμισμα, αυξάνονται κάθε φορά που η ηγεσία της αρνείται να λάβει εκείνα τα μέτρα, τα οποία είναι απαραίτητα για μία νομισματική ένωση – τα μέλη της οποίας οφείλουν να είναι αλληλέγγυα μεταξύ τους, χωρίς βέβαια να απειλείται ποτέ η εθνική τους κυριαρχία και χωρίς να εκβιάζονται.
Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)


