Οι αιτίες της υποχώρησης της κρίσης
Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη (η Ιρλανδία αποτελεί εξαίρεση λόγω της ιδιαιτερότητας της – εξαγωγές σχεδόν ίσες με το 100% του ΑΕΠ της, επειδή είναι εγκαταστημένες οι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, αφενός μεν για φορολογικούς λόγους, αφετέρου επειδή έτσι έχουν πρόσβαση στην Ευρωζώνη και στην ΕΕ χωρίς δασμούς κλπ.), τα καταστροφικά αποτελέσματα της «πειθαρχίας των αγορών», όπου τα κράτη υποχρεώνονταν σε μία τρομακτική δημοσιονομική εξυγίανση, για να μπορούν να δανείζονται με βιώσιμα επιτόκια, σταμάτησαν με τη βοήθεια της ΕΚΤ – όταν ο διοικητής της δήλωσε στα μέσα του 2012 ότι, θα κάνει τα πάντα για να σταθεροποιηθεί η νομισματική ένωση.
Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να ισορροπήσει τις αγορές ενώ, εάν δεν το είχε κάνει, τότε οι αγορές δεν θα είχαν καταστρέψει μόνο το ευρώ αλλά, επί πλέον, τον εαυτό τους. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτά που πιστεύουν αρκετοί, η καλυτέρευση της κατάστασης στην Ευρωζώνη δεν ήταν το αποτέλεσμα της επιτυχημένης δημοσιονομικής εξυγίανσης – ενώ μόνο με τη βοήθεια, καθώς επίσης με την προστασία της ΕΚΤ, μπόρεσε τελικά να αποφευχθεί η υπερβολική λιτότητα.
Ειδικότερα, το δομικό έλλειμμα της Ευρωζώνης από το 2013 έως το 2015 μειώθηκε συνολικά μόλις κατά 0,3%, σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν (πηγή) – ενώ στην Ισπανία, η οποία θεωρείται ως το πλέον επιτυχημένο παράδειγμα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, το δομικό έλλειμμα αυξήθηκε κατά 0,6%! Ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, η Ισπανία είχε το 2015 το δεύτερο μεγαλύτερο έλλειμμα μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, μετά την Ιαπωνία.
Επομένως, το τέλος της ύφεσης στην Ευρωζώνη δεν προήλθε από την επιτυχημένη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά από μία σιωπηρή αλλαγή της οικονομικής πολιτικής – μέσω της οποίας σταμάτησε η προ-κυκλική λιτότητα των ετών 2010 – 2013.
Εξαίρεση αποτελεί δυστυχώς μόνο η Ελλάδα, στην οποία εφαρμόσθηκε μεν η σιωπηρή αλλαγή το 2014 από την τότε κυβέρνηση (ανάλυση), με αποτέλεσμα να επιστρέψει η χώρα σε πορεία μικρής ανάπτυξης, αλλά σταμάτησε απότομα – λόγω της πολιτικής αστάθειας, των εκλογών που ακολούθησαν, καθώς επίσης της καταστροφικής διαπραγμάτευσης της νέας κυβέρνησης, η οποία επανέφερε ξανά την πατρίδα μας στην τροχιά των μνημονίων.
Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το γράφημα που ακολουθεί – στο οποίο φαίνεται πως η δημοσιονομική πειθαρχία τελείωσε σε όλες τις χώρες στα τέλη περίπου του 2013, με την Ελλάδα να έχει πετύχει τη μεγαλύτερη όλων (μαύρη καμπύλη, από δομικό έλλειμμα περί το -11% το 2010 σε δομικό πλεόνασμα σχεδόν 2% το 2014), μοναδική σχεδόν στα οικονομικά χρονικά.
.

.
Συμπερασματικά λοιπόν η Κύπρος, για παράδειγμα, είχε την τύχη να υπαχθεί στο μηχανισμό τελευταία, λίγο πριν καταργηθεί σιωπηρά η πολιτική λιτότητας με τη βοήθεια της ΕΚΤ – οπότε δεν υποχρεώθηκε σε μία υπερβολική δημοσιονομική εξυγίανση διαρκείας, όπως η πατρίδα μας. Ταυτόχρονα, δεν άλλαξε στο νησί σημαντικά το καθεστώς φορολόγησης και ιδιαίτερα ο χαμηλός συντελεστής φόρου επί των κερδών (12,5%) – παραμένοντας φορολογικός παράδεισος.
Αντίθετα η Ελλάδα είχε την ατυχία να υπαχθεί πρώτη στο μηχανισμό, έχοντας υποστεί μία απάνθρωπη δημοσιονομική εξυγίανση, συντριπτικά μεγαλύτερη από όλες τις άλλες χώρες – λόγω της ανικανότητας, ανεπάρκειας ή/και ενδοτικής συμπεριφοράς της τότε κυβέρνησης της, όπου δυστυχώς η σημερινή επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λάθη, με τη χώρα μας όμως σε μία πολύ χειρότερη κατάσταση.
Η επόμενη μεγάλη ατυχία της Ελλάδας ήταν οι εκλογές του 2015, κυρίως όμως η άρνηση του κλεισίματος της αξιολόγησης τότε, καθώς επίσης οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης – λόγω των οποίων δεν συμμετείχε πλέον στη σιωπηρή κατάργηση της πολιτικής λιτότητας που είχε υιοθετηθεί από όλες τις άλλες χώρες. Ως εκ τούτου, είναι σήμερα η μοναδική χώρα που παραμένει στο μηχανισμό στήριξης – κινδυνεύοντας πολύ σοβαρά με την έξοδο της από την Ευρωζώνη, με τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας της, καθώς επίσης με τη χρεοκοπία της.
.
Επίλογος
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν η κατάσταση στη χώρα μας, ως αποτέλεσμα των τεραστίων λαθών των κυβερνήσεων της, κυρίως όμως της σημερινής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως την κατηγορούμε για πρόθεση ή για δόλο), μπορεί σήμερα να ανατραπεί – αφού έχει προηγηθεί μία σειρά γεγονότων, τα οποία μας έχουν απομονώσει από τα τεκταινόμενα στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Οφείλει όμως η κυβέρνηση, ελπίζοντας να συνεργασθούν προς την κατεύθυνση αυτή όλα τα άλλα κόμματα, ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση, να το προσπαθήσει – αφού έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την ίση αντιμετώπιση της πατρίδας μας με τα υπόλοιπα κράτη της Ευρωζώνης, ενώ η ΕΚΤ φαίνεται πρόθυμη να μας βοηθήσει. Φυσικά δεν θα το κάνει για λόγους ηθικής, αλλά επειδή φοβάται ότι, εάν ανοίξει η πόρτα της εξόδου από τη νομισματική ένωση, πιθανότατα να μην κλείνει μετά – με αποτέλεσμα τη διάλυση της.
Το μεταναστευτικό πρόβλημα μπορεί να λειτουργήσει επίσης θετικά για τη χώρα μας, όπως το δημοψήφισμα στη Βρετανία και ο κίνδυνος να επιστρέψει η κρίση χρέους της Ευρωζώνης μέσω της Ελλάδας – από την οποία άλλωστε ξεκίνησε το 2010. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως μπορεί ή πρέπει να εκβιαστούν η ΕΚΤ, η Κομισιόν, η Γερμανία ή το ΔΝΤ – αφού οι πιθανότητες να διαλυθεί η Ευρωζώνη, να βυθιστεί ξανά στην ύφεση ή να προβληματιστεί σοβαρά από το μεταναστευτικό δεν είναι τόσο μεγάλες, όσο νομίζουμε.
Εκτός αυτού, δεν είναι ποτέ καλό να παίζει κανείς με τη φωτιά – ακόμη και αν έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Μπορούμε όμως να απαιτήσουμε τη διαγραφή εκείνου του χρέους, για το οποίο δεν ευθυνόμαστε εμείς, αλλά η πολιτική που μας επιβλήθηκε μετά το 2010 – αρκεί φυσικά να το τεκμηριώσουμε σωστά, πόσο μάλλον όταν όλοι πλέον τάσσονται υπέρ (γερμανικά ινστιτούτα κλπ.), θεωρώντας το απαραίτητο.
Φυσικά θα πρέπει επιτέλους να υιοθετήσουμε τις σωστές μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δεν δρομολογήσαμε ποτέ – έτσι ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει η μηχανή, όταν τροφοδοτηθεί με καύσιμα. Οι μειώσεις των μισθών και των συντάξεων, καθώς επίσης οι συνεχείς αυξήσεις των φόρων, για να μην ενοχληθεί το πελατειακό κράτος, δεν είναι ούτε μεταρρυθμίσεις, ούτε οδηγούν πουθενά – εάν εξαιρέσουμε την κόλαση.
Ολοκληρώνοντας, αυτό που θεωρούμε αρκετά σίγουρο είναι το ότι, υπάρχουν ακόμη ελπίδες εξόδου μας από την κρίση – είναι όμως οι τελευταίες, δεν επιτρέπεται να κάνουμε κανένα άλλο λάθος, ενώ δεν έχουμε την πολυτέλεια των εκλογών. Εάν δεν το κατανοήσουμε, καθώς επίσης εάν δεν ενεργήσουμε κατάλληλα, δεν θα μας φταίει πια κανένας άλλος – γεγονός που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, αφού οι ευκαιρίες που έχει μία χώρα στη διάθεση της δεν είναι απεριόριστες.
.
Υστερόγραφο: Η έξοδος της Ευρωζώνης από την ύφεση μετά το 2013 δεν είναι φυσικά σταθερή, αφού ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει εξαιρετικά χαμηλός (γράφημα) – ενώ τα προβλήματα του ευρώ είναι μεγάλα, επειδή η Γερμανία συνεχίζει να έχει πολύ υψηλά πλεονάσματα, τα οποία προκαλούν αντίστοιχα ελλείμματα στις άλλες χώρες. Μοναδική λύση θεωρείται η δημοσιονομική και πολιτική ένωση της νομισματικής ένωσης – η οποία είναι όμως αρκετά δύσκολη.

Εν τούτοις, η πρόθεση μονεταρισμού του χρέους εκ μέρους της ΕΚΤ (ανάλυση), εάν πράγματι συμβεί, ίσως λύσει το πρόβλημα της υπερχρέωσης – αν και ο τραπεζικός κλάδος της Ιταλίας, στην οποία τα κόκκινα δάνεια έχουν φτάσει στα 350 δις € ή στο 20% περίπου του ΑΕΠ της, παραμένει ένας παράγοντας μεγάλου ρίσκου.
.
