Όλα αυτά σε συνδυασμό με αντικρουόμενες δηλώσεις υπουργών είτε για έντιμο συμβιβασμό είτε για ρήξη, συνέβαλαν στην αβεβαιότητα η οποία προκάλεσε επενδυτική υστέρηση και η ύφεση στην οποία είχε επιστρέψει η οικονομία ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του 2014, εδραιώθηκε στην οικονομία. Φυσιολογικά αυτό σημαίνει ότι και η ανεργία έχει μείνει σταθερή, αλλά αυτά τα στοιχεία δεν έχουν ακόμη γνωστοποιηθεί.
Συνδυαστικά το ίδιο χρονικό διάστημα, οι καταθέσεις μειώθηκαν και από 160 δισεκατομμύρια ευρώ τον Δεκέμβριο του 2014, πέσαμε στα 134 τον Απρίλιο του 2015. Η φυγή 26 δισεκατομμυρίων ευρώ από τις αποταμιεύσεις, αντισταθμίστηκε με κόστος για τις τράπεζες από τον ELA (Emergency Liquidity Assistance) και αυτή η επιδείνωση των συνθηκών τροφοδότησε μια νέα γενιά κόκκινων δανείων και ο δείκτης οικονομικού κλίματος βρέθηκε σε πτωτική τροχιά. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους προμηθευτές τους και με τους πελάτες τους στο εξωτερικό. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο αυξήθηκαν κατά 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ το πρώτο τρίμηνο.
Αυτή η κατάσταση δεν απειλεί μόνον όσες επιχειρήσεις είναι οριακές αλλά και όσες άντεξαν στην κρίση από το 2008 μέχρι σήμερα, δηλαδή κυρίως την υγιή επιχειρηματικότητα. Αυτούς που κατέβαλαν προσπάθειες και δεν έκαναν απολύσεις, συγκράτησαν τους μισθούς και πλήρωσαν τους φόρους. Αν αυτό συνεχιστεί, τότε θα έχει περάσει η οικονομία τις κόκκινες γραμμές της και η κατάσταση θα επιδεινωθεί.
Αυτή ήταν η παγίδα που είχε στήσει στη νέα κυβέρνηση, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε σε συνεργασία με την ΕΚΤ και με τους ντόπιους συνεργάτες τους Σαμαρά, Στουρνάρα και Χαρδούβελη. Και αυτό όμως φαινόταν από μακριά και είχαμε προειδοποιήσει ήδη από το φθινόπωρο του 2014, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να το ανακάλυψε τον Μάρτιο του 2015, δηλαδή κατόπιν εορτής.
Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση δεν έχει αναθεωρήσει το στόχο για ανάκαμψη το 2015, κι έτσι εμφανίζεται ως απειλή της Κομισιόν ότι θα αναθεωρήσει εκείνη τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, και επομένως θα αλλάξουν τα δεδομένα της διαπραγμάτευσης επί τα χείρω. Ήδη όμως έχουν κατέβει οι προβλέψεις για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ το 2015 από τους αρχικούς στόχους παρά το γεγονός ότι το βραχυπρόθεσμο διεθνές κλίμα είναι ευνοϊκό, με τις τιμές του πετρελαίου σε χαμηλά επίπεδα και με το ευρώ να διολισθαίνει σε σύγκριση με το δολάριο. Αυτές όμως οι συνθήκες δεν είναι διατηρήσιμες. Η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται στο 1,4% για το 2015 και στο 2,9% για το 2016. (Το έγραψε ο Βαρουφάκης στο Brusseles Group και το διαβάσαμε στους Financial Times). Ο προϋπολογισμός πρόβλεπε αύξηση 2,9% για το 2015 και το μεσοπρόθεσμο για το 2016 πρόβλεπε αύξηση 3,5% του ΑΕΠ.
Όπως ακριβώς το Φεβρουάριο έτσι και τώρα η μη λήψη αποφάσεων είναι χειρότερη από τη λήψη μιας λαθεμένης απόφασης. Γιατί μια λάθος απόφαση μπορείς να τη διορθώσεις εν μέρει αν καταλάβεις που είναι το λάθος. Το κακό είναι ότι μια λαθεμένη απόφαση ακολουθείται από μια εξίσου λαθεμένη γιατί δεν έχει συνειδητοποιηθεί το λάθος κι αυτή προκαλεί μια τρίτη εξίσου λαθεμένη με τις δύο προηγούμενες. Αυτή τη στιγμή έχουμε κάνει το πρώτο λάθος (20 Φεβρουαρίου) και είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε το δεύτερο δηλαδή να υπογράψουμε μια κακή συμφωνία. (δεύτερο λάθος). Για να καλυφθεί το λάθος της τρίμηνης καθυστέρησης κινδυνεύουμε να μην διαπραγματευθούμε καθόλου για την ανάπτυξη και για τη διαγραφή/αναδιάρθρωση/ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, (τρίτο λάθος) πράγμα που θα παρασύρει εκτός συζήτησης και το ιδιωτικό χρέος και μια γενναία ρύθμιση με αναπτυξιακές προοπτικές για όλα τα ιδιωτικά δάνεια και όχι μόνον για τα «κόκκινα» που δεν εξυπηρετούνται.
Από την αρχή ήταν ολοκάθαρο ότι σύγκλιση απόψεων με τους δανειστές θα υπήρχε μόνον σε θέματα παραοικονομίας, φοροδιαφυγής και διαφθοράς ή διαπλοκής. Στα θέματα αυτά η κυβέρνηση μπορούσε να έχει νομοθετήσει ήδη ώστε να μην δέχεται την πίεση της κοινής γνώμης ότι νομοθετεί με εντολή των θεσμών της τρόικας. Ειδικά η διαφθορά είναι ένα θέμα στο οποίο οι δανειστές όχι μόνον δεν μπορούσαν να έχουν αντίρρηση, αλλά δεν έχουν καν γνώση του πως μπορεί να καταπολεμηθεί. Έτσι περιορίζονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα ξένα πρότυπα που είχαν πετύχει στο παρελθόν σε άλλες χώρες, αλλά δεν έχουν καμία τύχη στην Ελλάδα.
Επιπλέον οι «θεσμοί» της τρόικας είναι αυτοί που μετατρέπουν την παράνομη φοροδιαφυγή σε νόμιμη φοροαποφυγή για τις μεγάλες επιχειρήσεις με τις διευκολύνσεις στις εξωχώριες εταιρίες, τις τριγωνικές συναλλαγές και την αποδοχή των προορισμών εχεμύθειας με την αστεία δικαιολογία της ελευθερίας της αγοράς και της καλλιέργειας φιλοεπιχειρηματικού κλίματος. Έτσι η διαφθορά θωρακίζεται από καταναλωτικές συνήθειες πολυτελείας, την αίσθηση και την εγγύηση της ατιμωρησίας, την κουλτούρα περί ελευθερίας στο επιχειρείν, κυριολεκτικά ένα σύννεφο σύγχρονων θεσμών και αξιών που είναι όλες νόμιμες αλλά όχι και ηθικές.
Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές θέσεις είχαν ισχυρή επιχειρηματολογία, (κι αυτή ήταν η συνεισφορά του Γιάννη Βαρουφάκη ο οποίος ξεκίνησε από τη διαγραφή χρέους, ώστε να περάσει στην ανάπτυξη, και να καταλήξει στην προσωρινή συμφωνία γέφυρα) δεν είχε καμία τύχη, γιατί οι θεσμοί επέμεναν να τηρηθεί ο τύπος, δηλαδή να αξιολογηθεί η επίδοση της Ελλάδας με βάση το μνημόνιο. Αφού υπογράφηκε όμως η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου με την οποία αποδεχθήκαμε τη διαδικασία, το μνημόνιο και τη βιωσιμότητα του χρέους το οποίο δηλώνουμε ότι θα πληρώσουμε ολόκληρο αντί να ανασκουμπωθούμε για να πετύχουμε αμέσως το κλείσιμο της συμφωνίας, αρχίσαμε να λέμε τα περί «δημιουργικής ασάφειας» και να πιστεύουμε ότι θα έκαναν στραβά μάτια και η αξιολόγηση θα ήταν για τα μάτια. Κανένας όμως δεν έχει τόσο γοητευτικά μάτια. Στην αρχή υψώσαμε τους τόνους για τη διεθνή διάσκεψη για το χρέος και μετά το παγώσαμε. Μετά υψώσαμε τους τόνους για το κατοχικό δάνειο και τις γερμανικές αποζημιώσεις και αν δεν υπήρχε ο Μανώλης Γλέζος θα το είχαμε βάλει κι αυτό στο ράφι.
Η Ελλάδα έχει πάντοτε ισχυρά επιχειρήματα, όπως για παράδειγμα στις ιδιωτικοποιήσεις, ότι τα φυσικά κρατικά μονοπώλια δεν μπορούν να μετατραπούν σε ιδιωτικά μονοπώλια όπως έγινε με τον ΟΤΕ και με τον ΟΠΑΠ και όπως απειλείται να γίνει με τη ΔΕΗ, με τα λιμάνια και με τα αεροδρόμια και τις υπηρεσίες ύδρευσης. Αλλά και το μοντέλο των ιδιωτικοποιήσεων πρέπει να αλλάξει, με συμβατική υποχρέωση τις μελλοντικές επενδύσεις των αγοραστών, ώστε να επωφεληθεί η εθνική οικονομία από την αλλαγή ιδιοκτήτη. Εξίσου καλά αιτιολογημένες είναι οι θέσεις για άρνηση αλλαγής των εργασιακών θεσμών. Ήδη νεώτερες έρευνες του ΔΝΤ ανακάλυψαν (!!!) (εδώ γελάμε) ότι η απορρύθμιση των όρων εργασίας δεν αυξάνει την παραγωγικότητα της χώρας.
Τώρα είμαστε στη φάση ότι συνοψίζουμε τη μελλοντική διαπραγμάτευση για την ανάπτυξη και για τη βιωσιμότητα του χρέους με την πέμπτη αξιολόγηση του μνημονίου για να απελευθερωθεί η ρευστότητα από την ΕΚΤ. Τραγικά λάθη στα οποία οδηγεί τόσο η έλλειψη προετοιμασίας και σχεδιασμού, αλλά και η αβυσσαλέα διαφορά δυναμικού ανάμεσα στις δύο πλευρές. Κι εδώ ο ορθολογισμός κρίνεται όχι μόνον από την ικανότητα σχεδιασμού, αλλά και από την ικανότητα να επιβάλεις τα αυτονόητα. Μέρος του ορθολογισμού στον ελληνικό πολιτισμό, είναι και η θανάσιμη εμπειρία των Μηλίων έναντι των Αθηναίων. Τα επιχειρήματα δεν αρκούν για να πείσεις έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο να εγκαταλείψει τα στρατηγικά του σχέδια και να ανατρέψει τους στόχους της εκστρατείας του.
Πλέον το ζητούμενο της διαπραγμάτευσης είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετάσχει στις ήδη αποφασισμένες αλλαγές της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής της ΕΕ (σχέδιο Γιούνκερ με επενδύσεις 300 δισεκατομμυρίων ευρώ που εγκρίθηκαν από το ευρωκοινοβούλιο, ποσοτική χαλάρωση Draghi 1,1 τρισεκατομμύριο ευρώ σε πρώτη φάση κλπ) ή αν θα εξαιρεθεί με ένα νέο μνημόνιο.
Και την ιδέα ενός νέου μνημονίου, ενίσχυσε στο μυαλό του Σόιμπλε η πιθανότητα να μπορέσει να συμψηφίσει εκεί μέσα και τις γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο. Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου έχει πολλά αρνητικά και ένα μόνον καλό: Ότι προβλέπει πως και η Ελλάδα θα μπορέσει να μετάσχει στα παραπάνω, αν ολοκληρωθεί επιτυχώς κατά τους ίδιους η «τρέχουσα διευθέτηση», όπως ονομάζει την αξιολόγηση του μνημονίου και την εφαρμογή όσων εκκρεμοτήτων δεν εφαρμόστηκαν. Θα ήταν μεγάλη απώλεια να μην κρατήσουμε τουλάχιστον αυτό.
Με βάση τα παραπάνω λάθη, δεν ήταν λάθος η στράγγιση των αποθεματικών, ταμείων, δήμων και δημόσιων φορέων, ώστε να μπορέσουν να πληρωθούν οι δόσεις που έληγαν εν τω μεταξύ. Ήταν απλώς υποχρεωτικές κινήσεις. Επίσης η ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων οφειλών ήταν υποχρεωτική κίνηση η οποία έλυσε εν μέρει το πρόβλημα ρευστότητας για λίγες εβδομάδες, χωρίς να καταργήσει τις αδικίες του παρελθόντος για όσους δεν είναι σε θέση να πληρώσουν. Γενικά στις συζητήσεις δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψιν ότι το ένα τρίτο της κοινωνίας και των πολιτών, δεν μετέχουν πια της οικονομίας και της κοινωνίας. Οι αποφάσεις και οι ρυθμίσεις αφορούν τα δύο τρίτα που έχουν ακόμα δουλειά, ασφάλιση και δικαιώματα. Γιατί όποιος δεν έχει πλέον λεφτά δεν έχει και δικαιώματα αφού δεν μπορεί να τα υπερασπιστεί ενώπιον της Δικαιοσύνης και των άλλων θεσμών του κράτους.
Στο τελικό κείμενο της συμφωνίας η οποία θα υπογραφεί οπωσδήποτε, μένει να δούμε πόσο έγιναν σεβαστές οι τεκμηριωμένες απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης οι οποίες δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία των θεσμών, όπως είναι η άρνηση εφαρμογής υφεσιακών μέτρων (ΦΠΑ) μετά από οκτώ χρόνια ύφεσης, και η χρησιμοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων για το ασφαλιστικό σύστημα ή για την ανάπτυξη, αντί για την πληρωμή τόκων στο εξωτερικό. (Δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό).
