Ο νεοφιλελεύθερος παραλογισμός – Σελίδα 2 – The Analyst
ΕΙΚΟΝΑ---κατάρρευση-χρηματοπιστωτικού-συστήματος-Εξ.

Ο νεοφιλελεύθερος παραλογισμός

273 total views, 2 views today

Περαιτέρω, στα πλαίσια μίας συμβιβαστικής επίλυσης των ασυμμετριών, οι χώρες της G20 συμφώνησαν να συμπεριλάβουν στον κατάλογο των κριτηρίων τους που αφορούν τις παγκόσμιες ανισορροπίες, τα υπόλοιπα των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών (εκκαθαρισμένα από τους τόκους και τα συναλλαγματικά αποθέματα), μαζί με τα δημόσια χρέη, καθώς επίσης με τα χρέη των νοικοκυριών.

Βέβαια, το να θεωρείται επιτρεπτό ένα πλεόνασμα της τάξης του 6% στο ισοζύγιο, ενώ ένα ανώτατο έλλειμμα -4% στον προϋπολογισμό, δεν είναι τόσο δίκαιο – όπως επίσης δεν είναι δίκαιο το να τιμωρείται μία ελλειμματική χώρα που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του -3%, όπως στην περίπτωση της Ευρωζώνης, αλλά να μένει ατιμώρητη αυτή που ξεπερνάει το πλεόνασμα του 6%Γερμανία στην Ευρωζώνη, η Δανία στην ΕΕ, η Ελβετία στην Ευρώπη, η Κίνα κάποτε στην Ασία κοκ.).

Εν τούτοις, αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά το γεγονός ότι ο τομέας των επιχειρήσεων, ως ένας επί πλέον παράγοντας ανισορροπιών, δεν αναφέρθηκε καθόλου και δεν λήφθηκε καμία απόφαση που να τον αφορά – κάτι που είναι λανθασμένο εάν όχι σκόπιμο, αφού πρόκειται ασφαλώς για τον τέταρτο πυλώνα μίας οικονομίας (κράτος, τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά), εξ ίσου σημαντικό με τους υπόλοιπους.

.

Οι επιχειρήσεις 

Εισαγωγικά, η χρηματοοικονομική ισορροπία του κράτους και των περιφερειών του (δήμων, ομοσπονδιακών κρατιδίων), αντιστοιχεί με αυτήν των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, με το αντίθετο πρόσημο. Επομένως, δεν μπορεί να συζητά κανείς για το μεν, χωρίς να συμπεριλαμβάνει το δε ή να λαμβάνει υπ’ όψιν του μόνο το ένα σκέλος (τα νοικοκυριά εν προκειμένω, «ξεχνώντας» τις επιχειρήσεις).

Στο παράδειγμα των Η.Π.Α., σύμφωνα με τη ροή των ταμείων (Flow of funds) της Fed, το 2010 οι επιχειρήσεις είχαν πλεονάσματα της τάξης των 527 δις $, τα νοικοκυριά 574 δις $ και το εξωτερικό 475 δις $. Αντίστοιχα, τα χρηματοπιστωτικά ελλείμματα του δημοσίου ήταν 1.576 δις $ ή 10,8% του ΑΕΠ – όσο δηλαδή το σύνολο των τριών παραπάνω τομέων. Το γεγονός αυτό σημαίνει βέβαια πως το έλλειμμα των Η.Π.Α. δεν ήταν πλέον βιώσιμο – οπότε θα έπρεπε να διορθωθεί άμεσα.

Ο αριθμός όμως που είναι πραγματικά εντυπωσιακός είναι αυτός των επιχειρήσεων – τα 527 δις $ καθαρά πλεονάσματα τους, τα οποία το 2009 ήταν ακόμη υψηλότερα, ίσα με 657 δις $. Στο σημείο αυτό, εκτός από το μέγεθος του, δεν μπορεί να ισχύει κυρίως το θετικό πρόσημο του – αφού φυσιολογικά ο τομέας των επιχειρήσεων πρέπει να χαρακτηρίζεται από ένα χρηματοπιστωτικό έλλειμμα.

Η αιτία είναι το ότι, θα έπρεπε να χρηματοδοτεί τουλάχιστον ένα μέρος των επενδύσεων του με ξένα κεφάλαια  – αφού μόνο με αυτόν τον τρόπο ο τομέας των νοικοκυριών έχει τη δυνατότητα να τοποθετεί τις αποταμιεύσεις του, ύψους μεταξύ 2% και 6% του ΑΕΠ, παραγωγικά.

Επομένως, το πλεόνασμα των 527 δις $ σημαίνει ότι, οι αμερικανικές επιχειρήσεις μπόρεσαν να πουλήσουν το 5% των προϊόντων, καθώς επίσης των υπηρεσιών τους, μόνο επειδή πίστωναν τους άλλους τομείς – ότι λοιπόν οι υπόλοιποι τομείς χρεώθηκαν (από το 2008 και μετά το κράτος, προηγουμένως τα νοικοκυριά), για να αγοράσουν τα αγαθά που προσέφερε.

Εάν λοιπόν το κράτος και προηγουμένως τα νοικοκυριά δεν αύξαναν τα χρέη τους, τότε ο τζίρος των επιχειρήσεων θα είχε μειωθεί κατά το αντίστοιχο ποσοστό – οπότε οι Η.Π.Α. θα είχαν βυθιστεί στην ύφεση.

Περαιτέρω, από το 2002 έως το 2010, ο κλάδος των αμερικανικών επιχειρήσεων ήταν ελλειμματικός μόνο για δύο έτη, το 2006 και το 2007 – ενώ τα πλεονάσματα του το 2009 ήταν της τάξης του 4,7% του ΑΕΠ και το 2010 σχεδόν 3,6% του ΑΕΠ. Παράλληλα, ο κλάδος των γερμανικών επιχειρήσεων παρουσιάζει συνεχώς πλεονάσματα μετά το 2002, της τάξης του 2-3% του ΑΕΠ, της ΕΕ των 27 το 2009 περί το 1,5%, ενώ της Ιαπωνίας το ίδιο έτος, έφτασε στο εντυπωσιακό 6,9% του ΑΕΠ.

Τα χρηματοπιστωτικά πλεονάσματα ολόκληρου του κλάδου των επιχειρήσεων σημαίνουν πως το κενό μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης «γεφυρώνεται» μόνο με τη βοήθεια των πιστώσεων. Με απλά λόγια, τα χρήματα που λείπουν από τα κράτη και τα νοικοκυριά (κυρίως φόροι και μισθοί), καλύπτονται με δάνεια – με την αύξηση των χρεών τους.

Όμως, σε αντίθεση με τα χρέη των επιχειρήσεων, τα οποία καλύπτονται από παραγωγικά μετοχικά κεφάλαια, δεν συμβαίνει κάτι ανάλογο με τα νοικοκυριά – ενώ τα χρέη των κρατών αιτιολογούνται τότε μόνο, όταν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Ουσιαστικά για κανέναν άλλο λόγο.

Συμπεραίνεται επομένως πως το κυκλοφοριακό σύστημα της οικονομίας λειτουργεί πλέον μόνο με τη βοήθεια των πιστώσεων – γεγονός που τεκμηριώνεται επίσης από τις έρευνες για τις καταναλωτικές δαπάνες στις Η.Π.Α. (consumer expenditure survey).

Σύμφωνα με αυτές, το πλουσιότερο 20% των αμερικανικών νοικοκυριών εισπράττει σχεδόν το 50% των εισοδημάτων μετά από τους φόρους, καταναλώνει όμως μόνο το μισό των χρημάτων του. Από την άλλη πλευρά, το φτωχότερο 40% των αμερικανικών νοικοκυριών, καταναλώνει περισσότερα χρήματα από όσα εισπράττει – οπότε η αγοραστική δύναμη δεν βρίσκεται εκεί που θα έπρεπε, για να καλύψει τις ανάγκες των ανθρώπων και τη σωστή λειτουργία της οικονομίας.

Στα πλαίσια αυτά, το κενό καλύπτεται με πιστώσεις – οι οποίες προέρχονται είτε από το εσωτερικό της χώρας, είτε από το εξωτερικό. Ως εκ τούτου, η αύξηση των «τοξικών δανείων» είναι το πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα των πλεονασμάτων στον κλάδο των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με την μη ισορροπημένη κατανομή των εισοδημάτων.

Ειδικότερα, οι συνθήκες υπερχρέωσης και ο δανεισμός δημιουργούνται στην πραγματική οικονομία – δεν προέρχονται από το χρηματοπιστωτικό κλάδο ή από το πουθενά.

Τα χαμηλά επιτόκια δεν δημιουργούνται επίσης τεχνητά από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά είναι το αποτέλεσμα μίας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης – η οποία δημιουργήθηκε από το ότι οι επιχειρήσεις, μέσω των χαμηλών μισθών, κατέστρεψαν τη ζήτηση, έχοντας επομένως αναγκασθεί να τοποθετούν υποχρεωτικά τα πλεονάσματα τους στις χρηματαγορές, προκαλώντας τη μία ή την άλλη υπερβολή (μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια, φούσκες στα χρηματιστήρια ή στα ακίνητα κλπ.).

Το γεγονός αυτό σημαίνει επίσης ότι, όσο δεν αλλάζει τίποτα στις συνθήκες που επικρατούν στην πραγματική οικονομία, θα συνεχίζεται η παραγωγή «τοξικών» απαιτήσεων και χρεών – ανεξάρτητα από τα μεγάλα λόγια των πολιτικών, καθώς επίσης των κεντρικών τραπεζιτών.

.

ICON - τοξικό χρέος

.

Αναλυτικότερα, σε όρους της πραγματικής οικονομίας, η μείωση των χρεών θα απαιτούσε ελλειμματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών στις πλεονασματικές χώρες (Γερμανία, Δανία, Ελβετία, Κίνα κλπ.) – οπότε το φτωχότερο 40% των νοικοκυριών τους είτε να αμείβεται με σημαντικά υψηλότερους μισθούς, είτε να μειώνει σε μεγάλο βαθμό την κατανάλωση του.

Κυρίως όμως θα απαιτούσε να εγγράφει ελλείμματα ο τομέας των επιχειρήσεων – κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει. Επομένως, θα συνεχίσουν να αυξάνονται τα χρέη και οι επισφάλειες, θα δημιουργούνται συνεχώς φούσκες στις αγορές, ενώ θα υπάρχουν αθετήσεις πληρωμών, χρεοκοπίες κλπ. – έως ότου το σύστημα καταρρεύσει εντελώς.

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)