Οι αδιέξοδες πολιτικές της Ε.Ε. – Σελίδα 2 – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Οι αδιέξοδες πολιτικές της Ε.Ε.

Εξ αρχής, η Αμερική αντιμετώπισε την κρίση ως «χρηματοπιστωτική φούσκα» και έλαβε προς τούτο μέτρα ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας, επιβάλλοντας παράλληλα αυστηρή επιτήρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η Ευρώπη επέλεξε την ακριβώς αντίθετη διαχείριση: αντιμετώπισε την κρίση όχι ως χρηματοπιστωτική φούσκα, αλλά ως διαρθρωτικό πρόβλημα, και αντί να αυστηροποιήσει τους όρους λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα, δεν έπαψε να αποδυναμώνει την πραγματική οικονομία αφαιρώντας πόρους από αυτήν προς στήριξη των κλυδωνιζόμενων τραπεζών. Δεν παύει να ανταμείβει τους υπαίτιους της χρηματοπιστωτικής φούσκας με χρήματα των θυμάτων τους και παρόλο που το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν ανταποδίδει το ρευστό προς την πραγματική οικονομία, αλλά το κατακρατεί για δικές του υποχρεώσεις.

Στην Αμερική, ο πρόεδρος Ομπάμα κήρυξε πόλεμο εναντίον της διαφθοράς, επιβάλλοντας βαρύτατα πρόστιμα δισεκατομμυρίων σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες. Ο ίδιος δεν δίστασε να φορολογήσει με 90% τα μπόνους που είχε διανείμει στα στελέχη της η γνωστή AIG. Παράλληλα παραχώρησε 250 δις προς στήριξη των τραπεζών, με την επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης σε 50 εκατομμύρια ανασφάλιστους, αποδέχθηκε πρόσθετες δημόσιες δαπάνες 634 δισεκατομμυρίων.

Στην Ευρώπη κρατεί ακόμη η αντίληψη ότι τα πρόστιμα και η τιμωρητική πολιτική έναντι της διαφθοράς και φοροδιαφυγής αποβαίνουν εις βάρος των χωρών που τις εφαρμόζουν, καθόσον δήθεν αποθαρρύνονται έτσι οι επενδύσεις και αποσύρονται οι εταιρείες. Ακόμη και τα σκάνδαλα της γερμανικής Siemens, από την Αμερική ήλθαν στο φως και από εκεί επιβλήθηκαν τα πρόστιμα, όχι από την Ευρώπη ούτε από την Γερμανία.

Η αμερικανική πολιτική αποδίδει προτεραιότητα στην ενίσχυση της κατανάλωσης και εσωτερικής ζήτησης, ώστε να παρακινούνται έτσι νέες επενδύσεις: εάν η ιδιωτική ζήτηση εξοντώνεται με την επέκταση της φορολογίας στα νοικοκυριά και την περικοπή δημοσίων δαπανών, τότε πώς είναι δυνατόν να ανακάμπτουν οι επενδύσεις; Η Ευρώπη ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη προσέγγιση: επικαλούμενη την θλιβερή «πολιτική της προσφοράς», παραμένει επίμονα προσηλωμένη στις περικοπές ιδιωτικών και δημοσίων δαπανών και στην συρρίκνωση του δημοσίου ελλείμματος, επισπεύδοντας έτσι την ύφεση και συρρίκνωση της οικονομίας.

Ενώ η Ευρωζώνη συνταγματοποιεί τον «χρυσού κανόνα» των μηδενικών ελλειμμάτων, οι Αμερικανοί  αύξησαν τις δημόσιες δαπάνες κατά 40% – η μεγαλύτερη αύξηση δαπανών στην αμερικανική ιστορία. Το δημόσιο έλλειμμα, από 300 δις επί προέδρου Μπούς, εκτινάχθηκε μετά το 2009 σε 1400 δις ή 12,3% του ΑΕΠ, αύξηση επίσης η μεγαλύτερη από το 1945. Ο Αμερικανός πρόεδρος έφθασε στο σημείο να επιβαρύνει το δημόσιο χρέος κατά 33 σεντς για κάθε δολάριο πρόσθετης δημόσιας δαπάνης. Στην Ευρώπη, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Μέρκελ και Σόϊμπλε δεν παύουν να επαναλαμβάνουν τελετουργικά  «ανάπτυξη με δανεικά δεν γίνεται», ενώ όλοι γνωρίζουν το ακριβώς αντίθετο: ανάπτυξη χωρίς δανεικά δεν γίνεται και ούτε έχει γίνει ποτέ στην ιστορία.

Στο διάστημα της 6ετίας, η αμερικανική εσωτερική κατανάλωση αυξήθηκε σωρευτικά κατά 12%, συμπαρασύροντας επέκταση επενδύσεων κατά 25%, ενώ αντίθετα στην Ευρώπη η εσωτερική κατανάλωση σύρεται σε μηδενικά και αρνητικά επίπεδα, με συνέπεια την επίσης αρνητική εξέλιξη των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας. Εάν υπάρχει σήμερα μια οικονομία που ανακάμπτει με δυναμικούς ρυθμούς, αυτή είναι η αμερικανική και εάν υπάρχει μια άλλη που καταποντίζεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς, αυτή είναι η ευρωπαϊκή. Στο διάστημα της 6ετίας, οι παγκόσμιες επενδύσεις στην Ευρώπη μειώθηκαν κατά σχεδόν 60%, ενώ οι ΗΠΑ συνεχίζουν να προσελκύουν ξένες επενδύσεις από τον υπόλοιπο κόσμο. Η Ευρώπη, με δογματική προτεραιότητα στην περιστολή της εσωτερικής αγοράς και υποθετική αιτιολογία την ανάκτηση ανταγωνιστικότητας, συνεχίζει να «παγώνει» τις επενδύσεις και να αποθαρρύνει τις προερχόμενες από τον υπόλοιπο κόσμο.

Χαρακτηριστικό δείγμα διαφοράς αντιλήψεων είναι η αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας: ενώ στην Αμερική, η ανεργία θεωρείται ανησυχητικός δείκτης υπολειτουργίας της οικονομίας, στην Ευρώπη θεωρείται θετικός δείκτης του βαθμού «εξυγίανσης» της. Κι ακόμη, ενώ τόσο η Αμερική όσο και η Ευρώπη δεν εξάγουν στον υπόλοιπο κόσμο παρά μόνον 11% της εθνικής παραγωγής τους, ουδέποτε η πρώτη διανοήθηκε να θυσιάσει την εσωτερική της αγορά, που απορροφά 89% της εθνικής παραγωγής υπό την προσχηματική αναζήτηση νέων αγορών στο εξωτερικό. Αντιθέτως η Ευρώπη δεν διστάζει να αποδυναμώνει τις εσωτερικές της αγορές με την υποθετική προσδοκία ότι έτσι θα αποβεί ανταγωνιστικότερη στο εξωτερικό, επιλογή ιδιαίτερα αποσταθεροποιητική στην σημερινή συγκυρία στην οποία όλες οι διεθνείς αγορές δεν παύουν να συρρικνώνονται.

Ακόμη, με την πολιτική της «ποσοτικής χαλάρωσης» (quantitative easing) από την κεντρική τράπεζα FED, η ρευστότητα στην αμερικανική οικονομία αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 25% και υπερδιπλασιάσθηκε στην 6ετια, ώστε να κινηθεί η οικονομία, ενώ στην Ευρώπη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει μειώσει τον ετήσιο ρυθμό προσφοράς χρήματος από 12% προ του 2008 σε 2,5% κατά την αυτή περίοδο, με συνέπεια ο μαρασμός των ευρωπαϊκών αγορών να αποτρέπει κάθε νέα επένδυση.

Η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στις δυο πλευρές του Ατλαντικού είναι ότι στην εκείθεν η στήριξη της ζήτησης και της κατανάλωσης θεωρείται προϋπόθεση για την ανάκαμψη των επενδύσεων, της οικονομίας και της απασχόλησης, ενώ στην εντεύθεν πλευρά προτάσσεται το ακριβώς αντίθετο δόγμα: ότι η επένδυση προηγείται της ζήτησης.

Φυσικά, ακόμη και οι πιο ανίδεοι αντιλαμβάνονται τον ευρωπαϊκό παραλογισμό: εάν δεν προϋπάρχει εξασφαλισμένη και επαρκής ζήτηση, ουδεμία σοβαρή επιχείρηση διακινδυνεύει να επενδύσει. Ο σημερινός απολογισμός επιβεβαιώνει την επιτυχία των αμερικανικών, αλλά και των ευρωπαϊκών επιλογών: απεμπλοκή από την κρίση αφ’ ενός, καταβύθιση σε αυτήν αφ’ετερου. Εάν σήμερα η Ευρώπη βυθίζεται, πρώτος υπεύθυνος για αυτό δεν είναι η κρίση, αλλά οι επιλογές της που οδηγούν σε θλιβερό και μη-βιώσιμο αποτέλεσμα. Και αφού το «πείραμα» στη Ελλάδα δεν είναι μόνον ελληνικό, αλλά κυρίως ευρωπαϊκό, τα εξ αυτού συμπεράσματα δεν θα αφορούν μόνον στο μικρό 2,5% της Ευρωζώνης, αλλά επίσης και κυρίως στο σύνολο της.

Η Κύπρος σε αντίθεση με την Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τόσο πρόβλημα δημόσιου χρέους αλλά πρόβλημα ιδιωτικού χρέους και ίσως αυτό μελλοντικά αποδειχθεί χειρότερο από το ελληνικό πρόβλημα. Ο ιδιωτικός δανεισμός στην Κύπρο μέχρι το 2009 ήταν ασύλληπτος και πέραν από κάθε λογικής. Σύμφωνα με κάποιες στατιστικές ο δανεισμός των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Κύπρο από κυπριακές τράπεζες  ήταν κατά 5 με 6 φορές περισσότερος από τον μέσο όρο των χωρών  της Ευρωζώνης. Κατά την πιο πάνω περίοδο, αδιευκρινίστου προέλευσης ξένα κεφάλαια πέραν των 60 δις μεταφέρθηκαν στην Κύπρο και απολάμβαναν καταθετικά επιτόκια μέχρι και 7,5% την στιγμή που οι ευρωπαϊκές τράπεζες πρόσφεραν μόλις 2,5%. Αυτά τα κεφάλαια προσελκήθηκαν στην Κύπρο μέσω δικηγορικών γραφείων ψηλά ιστάμενων πολιτικών προσώπων τα οποία γραφεία εισέπρατταν μίζα μεταξύ 10% και 20%. Ακολούθως  τα κεφάλαια αυτά τοποθετήθηκαν από τους τραπεζίτες στα ελληνικά ομόλογα και σε ιδιωτικό δανεισμό προκειμένου να τους αποδώσουν ψηλά μπόνους με αποτέλεσμα σήμερα το κυπριακό τραπεζικό σύστημα να απειλείται με κατάρρευση λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η λύση που προκρίνει για την Κύπρο η Τρόικα και ακολουθεί δουλικά η κυβέρνηση Αναστασιάδη είναι η εκποίηση των οικιών και περιουσιών των κυπριών σε εξευτελιστικές τιμές. Κάτι τέτοιο έχω τονίσει πολλές φορές στο παρελθόν θα οδηγήσει σε λαϊκή εξέγερση και εκτροπή και θα αποτελέσει τον δεύτερο Αττίλα, οικονομικό αυτήν την φορά

Οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου διέπραξαν απίστευτα εγκλήματα σε βάρος των λαών τους τα οποία οι βόρειοι εταίροι μας τα εκμεταλλεύονται τώρα για ίδιο όφελος μια που η Ευρώπη έπαψε από καιρό να είναι η Ευρώπη της αλληλεγγύης που κάποτε ονειρευτήκαμε. Η σημερινή Ευρώπη έχει μετατρέψει το όνειρο των ICON Europe Vaseλαών της για ειρήνη, ασφάλεια, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ευημερία σε κρίση, φτώχεια, ανεργία και ανασφάλεια όχι μόνο για την Κύπρο και την Ελλάδα αλλά και για όλες τις χώρες του Νότου. Και αν Τσίπρας και Βαρουφάκης φαίνεται να έχουν αντιληφθεί την αποτυχία της ευρωπαϊκής πλάνης και διεκδικούν με σθένος κάτι καλύτερο για την Ελλάδα από Μέρκελ και Σόιμπλε τι να πω για τον τους δικούς μας, Αναστασιάδη και Γεωργιάδη που αποδεικνύονται εκτός από πολιτικοί και οικονομικοί Ναινέκοι και δορυφόροι της Μέρκελ;


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.