Η διαδικασία του μονεταρισμού των χρεών
Σε γενικές γραμμές αντικαθιστά ένα κράτος τα ομόλογα του, τα οποία ανήκουν στην κεντρική του τράπεζα, με μία νέα μορφή χρεών – τα οποία δεν λήγουν ποτέ, ενώ δεν επιβαρύνονται καθόλου με τόκο. Στο παράδειγμα της Ιαπωνίας, το δημόσιο χρέος της οποίας πλησιάζει στο 250% του ΑΕΠ της, εάν ενεργούσε κανείς με το συγκεκριμένο τρόπο, η κεντρική της τράπεζα θα διατηρούσε το ενεργητικό της ως έχει, αλλά δεν θα εξοφλούσε ποτέ τα χρέη της, ενώ δεν θα τα πλήρωνε καθόλου τόκους – θα παρέμεναν λοιπόν τα χρέη της παγωμένα στον Ισολογισμό της.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εδώ ότι, τα χάρτινα χρήματα είναι μία «αέναη», μη ληξιπρόθεσμη μορφή κρατικών χρεών – με την έννοια πως όταν τα δημόσια χρέη δεν έχουν ημερομηνία λήξης και δεν επιβαρύνονται με τόκους, τότε μετατρέπονται σε χρήματα, οπότε αναφερόμαστε σε «μονεταρισμό των χρεών».
Θα μπορούσε λοιπόν η συγκεκριμένη διαδικασία να θεωρηθεί «πανάκεια» – εάν δεν είχε ορισμένα μειονεκτήματα. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, κατά τον εμφύλιο πόλεμο, πλήρωσε ένα μεγάλο μέρος των πολεμικών δαπανών της με την εκτύπωση χαρτονομισμάτων – με αποτέλεσμα να προκληθεί σημαντικός πληθωρισμός, ο οποίος όμως δεν εξελίχθηκε σε έναν καταστροφικό υπερπληθωρισμό. Αυτή ήταν η βασική αιτία, λόγω της οποίας ακολούθησε η μεγάλη και γρήγορη ανάπτυξη της οικονομίας των Βορείων Πολιτειών, κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου.
Την ίδια χρονική περίοδο είχαν κάνει το ίδιο και οι συνασπισμένες Πολιτείες του Νότου – σε μία κατά πολύ μεγαλύτερη έκταση όμως, με αποτέλεσμα να εκτοξευθεί ο πληθωρισμός στο 100%, καταστρέφοντας την οικονομία τους.
Με απλά λόγια, ο «μονεταρισμός» δημιουργεί ονομαστική ζήτηση, η οποία δεν είναι εις βάρος του κράτους – αρκεί να διατηρηθεί σε ελεγχόμενα επίπεδα. Ακόμη και ο M. Friedman δε είχε γράψει το 1948 ότι, είναι λογικό να «παράγει» η κυβέρνηση κάθε χρόνο ένα μικρό έλλειμμα, της τάξης του 1-2%, το οποίο να πληρώνεται με «κεντρικά χρήματα» – πως είναι καλύτερο δηλαδή να χρηματοδοτεί το μικρό αυτό έλλειμμα τυπώνοντας χρήματα, αντί να δανείζεται με τόκο και με υποχρέωση εξόφλησης.
Συνεχίζοντας, ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα μονεταρισμού των χρεών στην ανθρώπινη ιστορία είναι αυτό της Ιαπωνίας, μεταξύ των ετών 1931 και 1936 – όπου ο τότε υπουργός οικονομικών της χώρας χρησιμοποίησε τα χρηματοδοτούμενα από την κεντρική του τράπεζα χρήματα, για να οδηγήσει τη χώρα του στην έξοδο από την ύφεση. Οι προσπάθειες του στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία, αφού η Ιαπωνία κατάφερε να επιστρέψει σε πορεία ανάπτυξης μετά τη Μεγάλη Ύφεση πολύ πιο γρήγορα, συγκριτικά με τις περισσότερες άλλες χώρες.
Σήμερα, τα χρηματοδοτούμενα με τυπωμένα χρήματα κρατικά ελλείμματα, θεωρούνται απαγορευμένος καρπός – «ταμπού». Αυτό οφείλεται στο ότι επικρατεί ο φόβος, σύμφωνα με τον οποίο εάν αρχίσει κανείς να το κάνει, θα συνεχίσει με διαρκώς υψηλότερα ποσά – οπότε θα προκαλούταν υπερπληθωρισμός, όπως συνέβη με τη δημοκρατία της Βαϊμάρη.
Ουσιαστικά πρόκειται για ένα φάρμακο, το οποίο θεραπεύει την οικονομική ασθένεια (ύφεση, υπερχρέωση), εάν χρησιμοποιηθεί σε μικρές ποσότητες – είναι όμως θανατηφόρο σε μεγάλες. Ακριβώς για το λόγο αυτό, παρά το ότι όλοι γνωρίζουν (η Γερμανία επίσης) ότι, τεχνητά είναι εφικτός ο μονεταρισμός του χρέους, ενώ θα βοηθούσε σίγουρα στην επίλυση της κρίσης χρέους, θεωρούν πως είναι ένα τόσο επικίνδυνο φάρμακο, ώστε είναι καλύτερα να μην επιδιωχθεί καθόλου η χρήση του.
Όμως, το να επιτρέπει κανείς σε μία θανατηφόρα αρρώστια να εξελίσσεται, επιβραδύνοντας απλά το μοιραίο, επειδή φοβάται το ισχυρό φάρμακο που πιθανότατα θα την θεραπεύσει, δεν είναι καθόλου λογικό – πόσο μάλλον όταν το πρόβλημα δεν είναι άλλο, από την ελεγχόμενη δόση του φαρμάκου, η οποία είναι εφικτή με τα «εργαλεία» που διαθέτουμε σήμερα. Άλλωστε την εφαρμόζει ήδη με επιτυχία η Μ. Βρετανία, παρά το τεράστιο συνολικό χρέος της – έχοντας καταπολεμήσει την ανεργία και επιτυγχάνοντας βιώσιμη ανάπτυξη, παρά τις αναπόφευκτες παρενέργειες (φούσκα ακινήτων).
Η Ευρωζώνη θα μπορούσε προφανώς να επιδιώξει το μονεταρισμό των χρεών της, με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες επιτυχίας, συγκριτικά με την Ιαπωνία – επειδή τα χρέη των χωρών της είναι σημαντικά χαμηλότερα. Εν τούτοις, δεν πρόκειται για ένα αμιγές κράτος, όπως η Ιαπωνία, οπότε πολύ δύσκολα θα συμφωνούσαν όλες οι χώρες.
Για παράδειγμα, τυχόν μονεταρισμός των χρεών θα βοηθούσε κυρίως χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα – ενώ θα επιβάρυνε άλλες, όπως τη Γερμανία, οι οποίες, ενοχοποιώντας για το πρόβλημα του χρέους το Νότο (εν μέρει άδικα, αφού η ίδια συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό), δεν θέλουν να πληρώσουν οι ίδιες.
Βέβαια, η ΕΚΤ έχει ήδη ανακοινώσει πως θα ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο – ο οποίος είναι δυνατόν να επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο, με άλλες μεθόδους. Για παράδειγμα, η ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει μαζικά δημόσια έργα σε ολόκληρη τη νομισματική ένωση, έτσι ώστε να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης και ο πληθωρισμός – εκδίδοντας ομόλογα, τα οποία θα αγόραζε η ΕΚΤ, με μηδενικό επιτόκιο και χωρίς ημερομηνία λήξης.
Εάν δεν το κάνει, τότε είναι αδύνατον χώρες, όπως η Ιταλία, να μην χρεοκοπήσουν – αφού για να διατηρήσει σταθερό το δημόσιο χρέος της η Ιταλία (πλησιάζει στο 140% του ΑΕΠ της), χρειάζεται ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4% του ΑΕΠ της – λόγω του πολύ χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, καθώς επίσης του μειωμένου πληθωρισμού. Η κυβέρνηση της θα μπορούσε να το επιδιώξει και ίσως να το πετύχει – κάτι που όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο, από πολιτικής πλευράς, αφού αργά ή γρήγορα θα εξεγείρονταν οι Πολίτες της.
.

.
Ολοκληρώνοντας, τη στιγμή που οι αγορές θα συνειδητοποιήσουν ότι, η Ιταλία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα χρέη της, τα επιτόκια δανεισμού της θα εκτοξευθούν στα ύψη – οπότε, εάν η ΕΚΤ δεν επιχειρήσει το μονεταρισμό των χρεών, η Ιταλία θα πρέπει είτε να διαγράψει ένα μεγάλο μέρος τους, είτε να εγκαταλείψει το ευρώ (μετατρέποντας τα χρέη της σε λιρέτες και υποτιμώντας το νόμισμα, για να τα εξυπηρετήσει). Τόσο η μία εναλλακτική της λύση όμως, όσο και η άλλη, θα διέλυαν την Ευρωζώνη – οπότε ο μονεταρισμός είναι μονόδρομος.
