Αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος (β) – The Analyst

Αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος (β)

Email this page.
Print Friendly, PDF & Email

ΣΥΡΙΖΑ-Ευρώπη

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιθανότητες επιτυχίας. Η ηγεσία όμως είναι πολιτικό μέγεθος και κρίνεται από την ικανότητά της να εκφράζει τα συμφέροντα και τις απόψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών.

Εικόνα: Financial Times, Ingram Pinn

Οι αδυναμίες

Οι σημερινές αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ είναι κυρίως οργανωτικές και πολιτικές. Δεν διαθέτει έναν εκλογικό μηχανισμό για να μετακινήσει ετεροδημότες και δεν έχει στελέχη με εμπειρία στη διαχείριση του κράτους, σε ηγετικό επίπεδο. Στο αμέσως κατώτερο επίπεδο υπάρχουν ικανότατα στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ με όσα θετικά και αρνητικά αυτό περιλαμβάνει. Το ίδιο έχει συμβεί στο κοινωνικό επίπεδο. Οι πολίτες είναι ώριμοι να διαχειριστούν μια δημοκρατία. Η πολιτική ηγεσία των ελίτ είναι ανίκανη να τους ακολουθήσει με αποτέλεσμα, αφού δεν μπορεί να γίνει θετικός πολλαπλασιαστής ισχύος, να γίνεται αρνητικός πολλαπλασιαστής, αφού δεν μπορεί να είναι ουδέτερος. Η χώρα σώζεται αυτή τη στιγμή από τους πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν ακόμα ικανή ηγεσία με εμπειρία. Μετά από έναν χρόνο – αν καταφέρει να κυβερνήσει θετικά ως τότε – θα έχει καλύψει τα κενά της και δεν θα έχει τη σημερινή απειρία.

Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε, ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εγκαίρως προετοιμαστεί, θα μπορούσε να έχει επιβάλει τη συμμετοχή των νέων ψηφοφόρων στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 όπου διαθέτει πλειοψηφία δύο τρίτων σύμφωνα με μετρήσεις, η οποία εξηγείται από την ανεργία ύψους 65% σε αυτές τις ηλικίες. Το ποσοστό του θα είχε αυξηθεί έτσι σχεδόν 1%. Η οργανωτική του αδυναμία να μετακινήσει ετεροδημότες (ενώ η ΝΔ το έκανε επιτυχώς) στέρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ άλλο 1% του εκλογικού σώματος. Είναι ενδεικτικό ότι Έλληνες φοιτητές και νέοι εργαζόμενοι του ΣΥΡΙΖΑ από την Αγγλία, κατέφυγαν στη λύση του crowdfunding για να μπορέσουν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα από το Λονδίνο και να ψηφίσουν. Κι αυτό όχι μετά από κομματική έμπνευση, αλλά μετά από αυθόρμητη πρωτοβουλία λίγες μέρες πριν τις εκλογές, επειδή το κόμμα δεν είχε προνοήσει για τίποτα. Η τρίτη απώλεια του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν η αδυναμία του να συμφωνήσει προεκλογικά με τη ΔΗΜΑΡ και με τουλάχιστον 80 ΠΑΣΟΚογενή επώνυμα στελέχη που ήθελαν να ενταχθούν σε αυτόν και να τον ενισχύσουν πολιτικά και οργανωτικά. Μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε ασφαλώς μεγαλύτερο ρεύμα από ότι δείχνουν τα μετεκλογικά αποτελέσματα. Ψύχραιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι έτσι έχασε από 1% έως και 5% του εκλογικού σώματος. Συνολικά έχασε από 3% έως και 7% στο τελικό του ποσοστό, δηλαδή έχασε και την αυτοδυναμία και την ευκαιρία ανασύστασης της Δημοκρατικής Παράταξης μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και να φτάσει το 40% είτε οριακά είτε να φτάσει στο 45% και να τερματίσει πολιτικά τις προσπάθειες των βαρώνων των μέσων ενημέρωσης να ιδρύσουν νέα κόμματα που θα υπηρετούν τα συμφέροντά τους.

Οι αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί στοιχειωδώς επαγγελματικά τα μέσα ενημέρωσης φάνηκε όταν ανέχθηκε επί 2,5 χρόνια να είναι ένας εκπρόσωπός του εναντίον 3 εκπροσώπων της συγκυβέρνησης σε μια πρωτοφανή προσπάθεια επιβολής. Αν είχε απαιτήσει να είναι είτε ένας εναντίον ενός είτε τρείς εναντίον τριών (δηλαδή και εκπρόσωποι του ΚΚΕ και των ΑΝΕΛ) θα είχε ωφεληθεί όχι μόνον ο ίδιος αλλά και η χώρα και η δημοσιογραφία. Αν και έχουν περάσει μόλις λίγες μέρες από τις εκλογές, μαντεύω ότι σε λίγο τα συστημικά μέσα ενημέρωσης σύντομα θα φιλοξενούν έναν εκπρόσωπο της κυβέρνησης απέναντι σε τρείς εκπροσώπους της αντιπολίτευσης. Εκτός κι αν του κάνουν τη χάρη, να έχουν έναν εναντίον ενός αυτή τη φορά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα δείτε δύο εκπροσώπους της κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) απέναντι σε έναν εκπρόσωπο συνήθως της ΝΔ, όπως έκαναν ως τώρα.

 .

Οι παραφωνίες

Άλλη μια αδυναμία που δείχνει έλλειψη εμπειρίας ήταν η δήλωση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, (δεν είναι ούτε πρωθυπουργός ούτε υπουργός Εξωτερικών) ότι κακώς η ΕΕ ανακοίνωσε νέα μέτρα κατά της Ρωσίας, χωρίς να ρωτήσει την Ελλάδα. Είναι μια δήλωση ιδεολογικού περιεχομένου, σωστή κατά βάση. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να επιβάλει κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.

Επιτρέψτε μου μια παρένθεση εκτός θέματος. Στις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία βιώνουμε μια ΚΡΙΣΗ με αφορμή την Ουκρανία η οποία είναι το δέρας που θέλει να αφαιρέσει η Δύση από τη Ρωσική Ομοσπονδία για να της κόψει την πρόσβαση στις θερμές θάλασσες. Εύξεινο Πόντο, Αιγαίο, Μεσόγειο θάλασσα. Η Ρωσία (ή η ΕΣΣΔ) έχει αυτή την πρόσβαση εδώ και πέντε αιώνες. Αν την χάσει θα μετατραπεί σε πολύ μικρότερη δύναμη. Αντέδρασε ήπια, ενσωματώνοντας την Κριμαία η οποία της ανήκει με όλους τους τρόπους εκτός από τον τυπικό. Δεν ανήκε από το 1954 ως το 2014 τυπικά στη Ρωσία ενώ ανήκε στην Ομοσπονδία της ΕΣΣΔ ως το 1989. Μόνον τα τελευταία 15 χρόνια η Ρωσία είχε ανεχθεί αυτή την κατάσταση. Μόλις ανέκαμψε από τη χρεοκοπία, αποκατέστησε τα κρατικά της συμφέροντα σε αρμονία με τους πολίτες κατοίκους της Κριμαίας, οι οποίοι ήταν αυτόνομοι (για 10 χρόνια) στο πλαίσιο της Ουκρανίας. Ποτέ δεν αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι της Ουκρανίας. Εδώ υπάρχει ΚΡΙΣΗ, η οποία εκφράζεται με τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας. Μόνον στρατιωτική αντιπαράθεση δεν έχουμε ακόμα. Η ΚΡΙΣΗ αυτή πρέπει να αποκλιμακωθεί και να βρεθεί μια ειρηνική διέξοδος από την κρίση.

Οι σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΕ δεν περνάνε κρίση. Έχουμε ίσως μια σύγκρουση, ακόμα και μια διαμάχη, αλλά δεν έχουμε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιάς κρίσης. Και το συμφέρον μας όπως και η διακηρυγμένη θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν επιδιώκει ούτε σύγκρουση, ούτε καν διαμάχη. Ο Βαρουφάκης το περιέγραψε πολύ γλαφυρά. «Δεν θα έχουμε καμιά μονομαχία της Ελλάδας με την Ευρώπη». Αυτή είναι η επίσημη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Επιθυμεί μια νέα συμφωνία, η οποία τίποτα δεν αποκλείει (αν και δεν υπάρχει τέτοια δέσμευση) να τεθεί υπόψιν του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα. Οι ξένοι φυσικά βγάζουν σπυράκια με τέτοιες σκέψεις. Η Ελλάδα θέλει να αποκλιμακώσει την ένταση στις σχέσεις με την ΕΕ, να φύγει το θέμα από τις πρώτες σελίδες εφημερίδων και καναλιών και να τερματιστεί η υποχρεωτική λιτότητα. Να αποδεχθεί η ΕΕ και η Γερμανία χαλάρωση των μέτρων, επιστροφή στην ανάπτυξη και μη πληρωμή του χρέους παρά μόνον από ένα μικρό ποσοστό της μελλοντικής ανάπτυξης. Αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και επενδύσεις μέσα από τη διοχέτευση φθηνού χρήματος στην πραγματική οικονομία.

Η δήλωση Λαφαζάνη, εμπλέκει μια ΚΡΙΣΗ σε εξέλιξη, στην ΜΗ ΚΡΙΣΗ στις σχέσεις Ελλάδας και ΕΕ. Το να μπλέξεις μια κρίση σε μια πολύ ηπιότερη διαμάχη ή σύγκρουση, είναι πολύ επικίνδυνο. Εκείνο που διαχωρίζει μια κρίση από μια διαμάχη, είναι η έλλειψη πόλωσης στη δεύτερη περίπτωση, ανάμεσα στα δύο μέρη. Η Ελλάδα δεν θέλει να πολώσει τις σχέσεις της με την ΕΕ και να τις οδηγήσει σε κρίση. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν η Ελλάδα ήθελε να το κάνει αυξάνοντας την ένταση, θα έπρεπε να το κάνει ο υπουργός Εξωτερικών ή ο πρωθυπουργός. Και θα έπρεπε η απόφαση να έχει ληφθεί από τα συλλογικά όργανα της κυβέρνησης. Το Συμβούλιο Εξωτερικής πολιτικής ή το υπουργικό συμβούλιο. Ενδεχομένως να έπρεπε και η Βουλή να πει τη γνώμη της. Δεν είναι μια εύκολη απόφαση να κάνεις τη χώρα, το ένα μέρος μιας κρίσης, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνον με υποχώρηση της μιας πλευράς. Γιατί δεν υπάρχει ισορροπία δυνάμεων για να πετύχεις ίσως συμβιβασμό. Ακόμα όμως κι αν επέλεγε ο αρμόδιος υπουργός Εξωτερικών έναν τέτοιο αντιπερισπασμό, θα έπρεπε να πάρει την έγκριση του πρωθυπουργού και ίσως του υπουργικού συμβουλίου για να προχωρήσει. Ενδεχομένως και της Βουλής. Δεν μπορεί όμως ένας άσχετου αντικειμένου υπουργός να δεσμεύει τη χώρα με τέτοιες άστοχες δηλώσεις. Πρόκειται για κρατικά συμφέροντα και όχι για ανταλλαγή απόψεων μεταξύ ισότιμων συνομιλητών.

Η χώρα έχει συνέχεια και προφανώς ο Βενιζέλος έχει συμφωνήσει σε συμφωνία με τον Σαμαρά. Η χάραξη μιάς νέας εξωτερικής πολιτικής δεν γίνεται με δηλώσεις του υπουργού παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η ακύρωση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ είναι το αντικείμενό του, αλλά ακόμα και γι αυτό πρέπει η Βουλή να ψηφίσει νέα νομοθεσία. Αν κάνει αυτά που πρέπει θα είναι ένας πετυχημένος υπουργός. Αν πυροδοτεί εξωτερικές κρίσεις στις σχέσεις της χώρας, κάνοντας άστοχες δηλώσεις ως μη όφειλε, τότε γίνεται επικίνδυνος λόγω απειρίας και παρά τις προθέσεις του. Κλείνει η παρένθεση.

.

Συμπερασματικά: Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιθανότητες επιτυχίας αν προσπαθήσει σκληρά να υποκαταστήσει το ΠΑΣΟΚ ως ο φορέας της Δημοκρατικής Παράταξης. Η υιοθέτηση πολιτικών μεταρρυθμίσεων που θα δυναμώσει τη δύναμη των πολιτών έναντι των ελίτ, των μέσων ενημέρωσης και του μεγάλου κεφαλαίου, θα δυναμώσει μακροπρόθεσμα και την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό σημαίνει ότι έχει μέλλον ακόμα και αν λύσει μόνον τα οργανωτικά και τα πολιτικά του προβλήματα. Το 36% είναι το λιγότερο που μπορούσε να πάρει και δεν ίδρωσε καθόλου γι αυτό. Είναι αποτέλεσμα της προσχώρησης περίπου 1.000 στελεχών μεσαίου επιπέδου από τον πολιτικό (όχι κομματικό) χώρο του ΠΑΣΟΚ. Στην κυβέρνηση εκπροσωπούνται αυτά τα στελέχη αν και υπερεκπροσωπείται η αριστερή του συνιστώσα η οποία εκτός από τον αρχηγό, συμμετέχει με δυσανάλογης επιρροής υπουργεία. Η ηγεσία όμως είναι πολιτικό μέγεθος και κρίνεται από την ικανότητά της να εκφράζει τα συμφέροντα και τις απόψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών. Αν πετύχει εδώ, σε αυτό το πεδίο, τότε θα ξεπεράσει τις παιδικές του ασθένειες.

Για το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να υπάρχει μέλλον ως συνιστώσα της συντηρητικής παράταξης. Θα αποχωρήσουν κι αυτοί που έχουν μείνει και θα προσχωρήσουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι στη ΝΔ. Στη ΝΔ θα πάει μόνον η ανίκανη ηγεσία και ενδεχομένως την τροφοδοτήσει με επιχειρήματα προερχόμενα από την Αριστερά. Έχει ξαναγίνει. Από τη μεταπολίτευση του 1974, η Αριστερά τροφοδοτεί με επιχειρήματα φιλελευθερισμού και ευρωπαϊσμού τη Δεξιά. Θετικό είναι κι αυτό.

Ανοιχτή Συνδρομή
Εμείς την ορεξη και την εργατικότητα την έχουμε. ‘Οραμα διαθέτουμε. Γνώσεις αρκετές. Στηρίξτε τη προσπάθειά μας να γίνουμε ο καταλύτης, για τη συλλογική εξέλιξη της κοινωνίας και της χώρας μας.
*Σχεδιάζουμε να "ανταμείψουμε" τους Συνδρομητές μας σύντομα για την υποστήριξή τους.
Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×