Στα επιχειρήματα αυτά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. η κριτική είναι έντονη και εδράζεται κυρίως στην πολυγλωσσία που διαπιστώνεται από τα στελέχη του κόμματος, η οποία μπορεί εύκολα να εξηγηθεί από την ξαφνική άνοδο των ποσοστών του (από το 4.13% του 2009 στο 26.89% του 2012) και από την πρόσφατη μετεξέλιξή του, αφού από συνασπισμός κομμάτων, συνιστωσών και τάσεων έγινε τυπικά ενιαίο κόμμα μόλις τον Ιούλιο του 2013. Ενδεικτικά λοιπόν επί τρία χρόνια έχει δοθεί η εντύπωση από δηλώσεις των στελεχών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ότι η παραμονή της χώρας στο ευρώ δεν είναι ταμπού. Τελευταία δεν υπάρχουν τέτοιου είδους δηλώσεις, αντίθετα ακόμα και ο επικεφαλής της Αριστερής Πλατφόρμας κ. Λαφαζάνης δήλωσε πρόσφατα ότι:
- «ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν επιλέγει την έξοδο από την Ευρωζώνη και την Ε.Ε.» και πως «ο σοσιαλισμός δεν είναι προτεραιότητα αυτή τη στιγμή».
Από τη άλλη μεριά όμως ο επικεφαλής της επιτροπής προγράμματος του κόμματος κ. Δραγασάκης δήλωσε ότι:
- «δεν αναγνωρίζουμε τα μνημόνια» και «δεν θα μου πει η τρόικα τι θα κάνω», ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει πώς «σεβόμαστε Μέρκελ και Σόιμπλε» και πως «αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν δανειακές συμβάσεις που δεσμεύουν την χώρα, αλλά θέλουμε να τις επανεξετάσουμε».
Προσωπικά μιλώντας, όλες αυτές οι μη ξεκάθαρες απόψεις και η προσπάθεια να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα από την μια και να είμαστε ταυτόχρονα ρεαλιστές από την άλλη, μου δημιουργεί την αίσθηση του ετεροπροσδιορισμού. Η ραγδαία άνοδος άλλωστε των ποσοστών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. νομίζω επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Αν έχουν χιούμορ στην Κουμουνδούρου θα πρέπει μπαίνοντας στα γραφεία να κορνιζάρουν τα μνημόνια. Χωρίς αυτά ακόμα θα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στην εθνική αντιπροσωπεία όπως παραδοσιακά στόχευαν. Θέλω να πω με άλλα λόγια, ότι η αξιόλογη κατά τ’ άλλα προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να απαντήσει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, αντλεί την δυναμική της από την ίδια την ύπαρξη των προβλημάτων, γεγονός που μπορεί να αποβεί μοιραίο, αν τύχει εκμετάλλευσης από τα συστημικά κόμματα της Ευρώπης, κατά την διάρκεια της πολυφορεμένης επαναδιαπραγμάτευσης και πιθανής μη διαλλακτικότητας από την πλευρά της αυριανής ελληνικής κυβέρνησης.
Άλλωστε ξένοι αξιωματούχοι έχουν με δηλώσεις τους καταστήσει πασιφανές ποια πρέπει να είναι η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να συνεχιστεί η αλληλοϋποστήριξη. Ενδεικτικά αναφέρω μερικές:
- Σόιμπλε: «η βοήθεια προϋποθέτει τρόικα»
- Μοσκοβισί: «η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στις μεταρρυθμίσεις»
- Λαγκάρντ: «Μια έξοδος της Ελλάδας από την ζώνη του Ευρώ θα ήταν καταστροφική για την χώρα»
- Γιούνκερ: «η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να σεβαστεί τις υπάρχουσες δεσμεύσεις και να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις διατηρώντας παράλληλα δημοσιονομική υπευθυνότητα».
Με 6 χρόνια ύφεσης στην πλάτη μας, ίσως σε πολλούς όλες αυτές οι δηλώσεις να ακούγονται από εξοργιστικές μέχρι κοροϊδευτικές. Το ζητούμενο όμως είναι να καταφέρουμε μέσα από τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε να εντοπίσουμε τη λύση. Την πραγματική λυτρωτική λύση και όχι εφήμερες ικανοποιήσεις του θυμικού και εξομάλυνσης της δικαιολογημένης ή μη οργής μας.
Για να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα του που βρίσκεται χώρα τούτη τη στιγμή δημιουργήσαμε τον παρακάτω πίνακα με τα κυριότερα στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν καθένα μας στα δικά του συμπεράσματα.
.
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Με αυτά τα δεδομένα τα σενάρια που εξυφαίνονται για την επόμενη μέρα των εκλογών δεν μπορούν να είναι άπλετα. Είτε έχουμε αλλαγή κυβέρνησης είτε όχι, τα ουσιαστικά προβλήματα θα είναι εδώ και θα μας κοιτούν κατάματα. Το ασφαλιστικό, η υπογεννητικότητα, η αναλογία εργαζομένων με άνεργους και συνταξιούχους, η ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης, η ανάγκη για παροχή σύγχρονης εκπαίδευσης και η σύνδεση των πανεπιστημίων με την επιχειρηματικότητα, μας καλούν χρόνια τώρα να πάρουμε γενναίες αποφάσεις. Το χρέος δεν είναι πραγματικά το μεγάλο μας πρόβλημα και κακώς έχουμε «κολλήσει» σ’ αυτό. Αν η Ελλάδα είχε τέτοια παραγωγή που θα της εξασφάλιζε πλεονάσματα ικανά να ζούνε την χώρα και να αποπληρώνεται (να εξυπηρετείτε ουσιαστικά) έστω και ελάχιστα το χρέος, δεν θα είχαμε ποτέ περιέλθει στην κατάσταση που βιώνουμε τα 6 τελευταία χρόνια.
Παρόλα αυτά, σε περίπτωση εκλογής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τον ουσιαστικότερο ρόλο θα τον παίξει το τελικό ποσοστό που θα λάβει. Αν σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση θα κληθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό της πραγματικότητας και την ορμή της πολιτικής αλλαγής. Η πιθανότητα να γίνει η αποφασιστικότητά του για αλλαγές, προϊόν εκμετάλλευσης για ίδια συμφέροντα από τους υπόλοιπους παίκτες των διαπραγματεύσεων δεν φαντάζει και τόσο ανεδαφικό. Αν πάλι δεν κερδίσει την αυτοδυναμία, η πολιτική συνεργασιών που μέχρι τώρα έχει εκπονήσει δεν φαίνεται να εδράζεται σε ρεαλιστικές βάσεις. Οπότε είτε θα συρθεί σε αδύναμη κυβέρνηση ανοχής ή ακόμα και συνεργασίας με σύντομο όμως ορίζοντα διακυβέρνησης, είτε θα έχουμε δεύτερη προσφυγή στις κάλπες.
Αν πάλι γίνει η διαφαινόμενη αυτή τη στιγμή έκπληξη και πρώτο κόμμα τερματίσει η Νέα Δημοκρατία, το σίγουρο είναι πως θα σχηματιστεί εκ νέου κυβέρνηση συνεργασίας. Η νέα αυτή κυβέρνηση θα κληθεί να πάρει καινούργια μέτρα και ουσιαστικά να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των εταίρων κάτι που μεθοδικά προσπαθούσε να αποφύγει το τελευταίο κυρίως εξάμηνο, έχοντας στο μυαλό της την πιθανότητα των εκλογών που βιώνουμε τώρα. Παράλληλα το κλείσιμο της συμφωνίας με την τρόικα για την αξιολόγηση και η συνέχιση του προγράμματος για έναν ακόμα χρόνο (έστω και υπό την μορφή της προληπτικής γραμμής στήριξης) θα λειτουργήσουν ανασταλτικά για την τήρηση των προεκλογικών της εξαγγελιών.
Στις εκλογές της Κυριακής λοιπόν μοιάζει να έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ δύο αφηγημάτων: Από τη μια την σύγκρουση με τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, θέση που υπερασπίζεται το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας και από την άλλη τη σύγκρουση με τον τρόπο πολιτικής που κυριαρχεί σε Ελλάδα και Ευρώπη, τουλάχιστον τα τελευταία πέντε χρόνια και εκπορεύεται κυρίως από τον δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε, θέση που υποστηρίζει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών, το σίγουρο είναι πως θα χαρακτηριστεί ιστορικό. Είτε επιλεγεί για πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση, είτε συνεχίσει την πολιτική της η παρούσα κυβέρνηση κόντρα στις προβλέψεις και στα προγνωστικά, θα έχει σημειωθεί αναμφίβολα μια ξεκάθαρη επιλογή εκ μέρους του λαού.

