Τα συμπεράσματα
Με βάση τον παραπάνω δείκτη, η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συνεχίζει να μειώνεται ανεξέλεγκτα, χωρίς σταματημό, όπως ακριβώς συνέβαινε και στο παρελθόν. Επομένως, οι διαρθρωτικές αλλαγές που δρομολογήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των τεράστιων μειώσεων των μισθών, καθώς επίσης η μαζική χρηματοδοτική βοήθεια της τάξης των 234 δις €, δεν άλλαξαν απολύτως τίποτα.
Στο γράφημα που ακολουθεί, φαίνεται η λήξη των δανείων (μπλε) και η λήξη των ομολόγων, στην αριστερή πλευρά, καθώς επίσης το δημόσιο χρέος της Ελλάδας σήμερα, στη δεξιά πλευρά – αναλυτικά ανά δανειστή της (EFSF, ΔΝΤ, ΕΚΤ, κράτη απ’ ευθείας και ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών τραπεζών).
.
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Περαιτέρω, η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, πάντοτε με βάση το συγκεκριμένο δείκτη, φάνηκε να «φρενάρει» ελαφρά μόνο το 2012, μετά την διαγραφή του χρέους (PSI) – παραμένοντας όμως σε μία επικίνδυνη αρνητική περιοχή (-8,7). Έκτοτε η πτώση επιταχύνθηκε, με τον δείκτη χρεοκοπίας να φτάνει ξανά στο -10,1 το πρώτο εξάμηνο του 2014.
Ουσιαστικά λοιπόν επανήλθε στα επίπεδα των ετών 2009/10, όπου η χρεοκοπία της Ελλάδας ήταν προ των πυλών – με αποτέλεσμα να υπαχθεί στο ΔΝΤ, αδυνατώντας να χρηματοδοτηθεί πλέον από τις αγορές (αν και θα έπρεπε τότε να πτωχεύσει, επιλέγοντας ένα τρομακτικό τέλος, παρά έναν τρόμο δίχως τέλος) .
Κατά την άποψη των ερευνητών, η αιτία της δύσκολης θέσης της Ελλάδας είναι η συνεχής συρρίκνωση των επενδυτικών κεφαλαίων – η οποία φυσικά επιδεινώθηκε δραματικά, όταν διέφυγαν καταθέσεις ύψους περίπου 100 δις € στο εξωτερικό, από τους ίδιους τους Έλληνες. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται διαρκώς η παραγωγή στην Ελλάδα – κάτι που επεξηγεί καλύτερα τη μείωση του ΑΕΠ κατά 15% από το 2010 (25% από το 2008).
Η πτώση του ΑΕΠ περιόρισε φυσικά τη φορολογική βάση του κράτους, οπότε τα έσοδα του, οδηγώντας σε μία καταστροφική αύξηση των επιβαλλόμενων φόρων, σε μηδενισμό των δημοσίων επενδύσεων, σε ανεξέλεγκτες μειώσεις των κρατικών δαπανών κοκ. – με επακόλουθο η χώρα να προσπαθεί αγωνιωδώς να ξεφύγει από το βάλτο, στον οποίο έχει βυθιστεί, χωρίς καμία προοπτική να τα καταφέρει.
.
Η ιδιωτική κατανάλωση
Αυτό που προβληματίζει ιδιαίτερα από οικονομικής πλευράς, όσον αφορά το μέλλον της Ελλάδας, το σωστό σχεδιασμό του καλύτερα, είναι το γεγονός ότι, η ιδιωτική κατανάλωση υπερβαίνει σημαντικά το κρίσιμο μέγεθος του 100% του διαθεσίμου εισοδήματος – φτάνοντας το πρώτο εξάμηνο του 2014 στο επίπεδο ρεκόρ του 121%.
Αυτό σημαίνει πως οι Έλληνες αφενός μεν συνεχίζουν να υπερχρεώνονται, αφετέρου ότι ξοδεύουν όλες τους τις αποταμιεύσεις – με εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα για τις τράπεζες, καθώς επίσης για την κοινωνική ειρήνη, η οποία δεν φαίνεται πως θα διατηρηθεί για πολύ.
Τπ ποσοστό αυτό είναι με αρκετά μεγάλη απόσταση το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης – ενώ μόνο η Πορτογαλία και η Κύπρος υπερβαίνουν το 100%, αν και πολύ λιγότερο, συγκριτικά με την Ελλάδα (105% η πρώτη και 104% η δεύτερη).
Η υψηλή κατανάλωση, ως ποσοστό των διαθεσίμων εισοδημάτων, θεωρείται ως η άλλη όψη του νομίσματος των αρνητικών ποσοστών των επενδύσεων – αποτελώντας ένα από τα βασικότερα προβλήματα της Ελλάδας, λόγω των οποίων όχι μόνο αδυνατεί να ξεφύγει από την κρίση, αλλά βυθίζεται όλο και περισσότερο σε αυτήν.
Στα παραπάνω πλαίσια, εάν η χώρα μας επιθυμούσε πράγματι να επιβιώσει χωρίς καμία ξένη βοήθεια, όπως θα ήθελε το μεγαλύτερο μέρος των Πολιτών της, έτσι ώστε να ανακτήσει πραγματικά την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια της, τότε θα έπρεπε να περιορίσει δραστικά την κατανάλωση.
Δυστυχώς όμως, κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, ενώ δεν υιοθετείται ως λύση από τα «προοδευτικά» πολιτικά κόμματα – παρά το ότι γνωρίζουν πως η κατανάλωση αφενός μεν προϋποθέτει νέο δανεισμό, αφετέρου επικεντρώνεται στα ξένα προϊόντα, επειδή έχει «αποψιλωθεί» πλήρως ο ελληνικός παραγωγικός ιστός.
.

