ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΡΙΤΟ: Η Μέρκελ και ο Αντώνης Σαμαράς, αντιμετωπίζουν σήμερα την ίδια κατάσταση που αντιμετώπισαν για λίγες ώρες το 2012, όταν για ένα 24ωρο ο Γιώργος Παπανδρέου, απείλησε με δημοψήφισμα πριν βάλει την ουρά στα σκέλια και αποσυρθεί σαν δαρμένος σκύλος, παραχωρώντας τη θέση του στον Λουκά Παπαδήμο για να κάνει τη συμφωνία όπως ακριβώς ήθελαν η Μέρκελ και οι τραπεζίτες της. Έπεσαν από την Ακρόπολη και στάθηκαν όρθιοι. Αυτό ελπίζουν να επαναλάβουν και τώρα. Προς το παρόν δεν τους βγαίνει το σενάριο τρομοκράτησης των Ελλήνων. Ελπίζουν όμως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και αν βγει πρώτο κόμμα, δεν θα μπορεί να σχηματίσει συμμαχική κυβέρνηση, λόγω έλλειψης συμμάχων. Δηλαδή ότι εκτός της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή θα εκπροσωπείται μόνον η Χρυσή Αυγή και το ΚΚΕ που έχει δηλώσει ότι δεν θα συμμετάσχει σε καμία κυβέρνηση και ενδεχομένως να μην δώσει ούτε την ανοχή του δηλώνοντας παρών. Αν καταφέρουν επομένως να μείνουν εκτός Βουλής, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου (ο οποίος έχει δείξει απρόσμενη αντοχή στις επιθέσεις που έχει δεχθεί) και η ΔΗΜΑΡ του Φώτη Κουβέλη, τότε πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ στερείται αξιόλογων συμμάχων και δύσκολα μπορεί να ανοίξει διάλογο απευθείας με τη Δεξιά και με την κεντροαριστερά. Μάλιστα σε ότι αφορά την ΔΗΜΑΡ, μόνος του έβγαλε τα μάτια του, γιατί δεν εκτίμησε ως στρατηγική ανάγκη τις συμμαχίες, αλλά έδωσε μεγαλύτερη σημασία στο περιεχόμενο της προγραμματικής συμφωνίας των δύο κομμάτων και δεν θέλησε να αναλάβει καμία προεκλογική δέσμευση. Οι σφυγμομετρήσεις οι οποίες είναι εν μέρει κατευθυνόμενες, αλλά και διαμορφώνουν το κλίμα των εκλογών, προβλέπουν ότι και τα δύο αυτά κόμματα θα μείνουν εκτός Βουλής. Κανείς φυσικά δεν εμποδίζει τον Αλέξη Τσίπρα να τους περιλάβει στην κυβέρνηση ως άτομα, αναγνωρίζοντας την πολιτική τους αυτοτέλεια και να τους δώσει το φιλί της ζωής, ώστε να παραμείνουν στο παιχνίδι και να ανακάμψουν στην περίπτωση υιοθέτησης της απλής αναλογικής.
Σε συνθήκες πόλωσης η λαϊκή θέληση παραχαράσσεται ευκολότερα και δυστυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε και στο θέμα αυτό ότι διαθέτει στρατηγική σκέψη, ενώ έδειξε να διαθέτει τακτική που τον ευνοεί κομματικά και βραχυπρόθεσμα. Ο εκλογικός νόμος πάντως δεν επιτρέπει εύκολα να σχηματιστεί άλλου τύπου κυβέρνηση «εκ προσωπικοτήτων» η οποία θα στηρίζεται σε άλλα κόμματα πλην του ΣΥΡΙΖΑ. Χοντρικά με τις 50 έδρες της καλπονοθείας, οι υπόλοιπες 250 έδρες του κοινοβουλίου μοιράζονται σχεδόν σαν να είχαμε απλή αναλογική και μάλιστα εις βάρος του δεύτερου κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα ποσοστό γύρω στο 33% θα πάρει τις 100 από αυτές τις έδρες. Είναι απίθανο ότι μπορούν να συνασπιστούν όλοι οι άλλοι για να σχηματίσουν έστω και κυβέρνηση ανοχής με 121 ψήφους εμπιστοσύνης.
Πάντως είναι μια κατάσταση που θα δώσει την ευκαιρία στους ξένους να κάνουν εκείνες τις μανούβρες που χρειάζονται για να ακυρώσουν τις δυνατότητες ανάκτησης της λαϊκής κυριαρχίας των πολιτών. Οι ντόπιοι σύμμαχοί τους όχι μόνον είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί τους, αλλά και διαγκωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος είναι πιο αποτελεσματικός. Ο Σαμαράς νιώθει την ανάσα μιας δεκάδας υπουργών του που θα ήθελαν να τον αντικαταστήσουν έστω και για λίγες ώρες ή μέρες και ο Βενιζέλος έχει ήδη μπροστά του τον Γιωργάκη που επιστρέφει από περιέργεια για να ρίξει μια ματιά, και τους Λοβέρδο, Φλωρίδη, Διαμαντοπούλου, Θεοδωράκη κλπ που θα ήθελαν να τον αντικαταστήσουν ως … αχθοφόροι του πάλαι ποτέ ένδοξου ονόματος της … Δημοκρατικής Παράταξης!
Καταλύτης για το κάθε ένα από τα τρία αυτά σενάρια, (τα οποία έχουν φυσικά πολλές παραλλαγές) είναι η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και αυτή τη φορά απαιτούνται 180 ψήφοι στην ιδανική περίπτωση, ή 151 ψήφοι στη φυσιολογική εξέλιξη ή 120 ψήφοι στην έσχατη περίπτωση μη συναινετικής εκλογής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την ευκαιρία να εκλέξει όποιον επιθυμεί και θα είναι ένα πρώτο τέστ προθέσεων για τον ίδιο. Θέλει να ασκήσει στενά κομματική πολιτική οργανωτικού ελέγχου των θεσμών μέσω έμπιστων προσώπων, ή θέλει να ασκήσει εθνική πατριωτική πολιτική μέσω ευρύτερων συμμαχιών; Μπορεί να τα κάνει όλα.
Για παράδειγμα μπορεί να προτείνει ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα πρόσωπο σαν τον Σταύρο Δήμα, ή τον Απόστολο Κακλαμάνη προερχόμενο από τη συντηρητική παράταξη ή την κεντροαριστερά και να εκλεγεί με σχεδόν 200 ψήφους αν και δεν απαιτούνται τόσοι πολλοί. Έτσι δημιουργεί κλίμα εθνικής συναίνεσης ενόψει των διαπραγματεύσεων με τους ξένους. Μπορεί να προτείνει και να εκλέξει ένα στέλεχος προερχόμενο από τις τάξεις του όπως ο Μανώλης Γλέζος ή ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και συγκεντρώνοντας τις 151 ψήφους που απαιτούνται να έχει δεδομένη και την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή του. Τέλος μπορεί να επιμείνει και να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 120 ψήφους (όσες απαιτούνται και για κυβέρνηση ανοχής) ένα εν ενεργεία στέλεχός του όπως ο Γιάννης Δραγασάκης ή να προτείνει ακόμα και ένα στέλεχος του ΚΚΕ για να ενσωματώσει τους οπαδούς του.
Αυτοί είναι όλοι χειρισμοί που θα συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης και εμμέσως των πολιτών, αλλά δεν είναι η ουσία της πολιτικής. Είναι το «φαίνεσθαι» και όχι το «είναι».
Φυσικά πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα να δείξει ο ΣΥΡΙΖΑ παροιμιώδη επιπολαιότητα και να μην μπορέσει να εκμεταλλευθεί καμία από τις δυνατότητες που έχει να ηγηθεί των Ελλήνων και της χώρας και να προτιμήσει την οικειοθελή αποχώρηση από το πεδίο της μάχης, επιστρέφοντας με κάποια δικαιολογία στην αντιπολίτευση και βεβαιώνοντας ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει όπως θα ήθελε και σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Στην περίπτωση νέων εκλογών – χωρίς μάχη και υλοποίηση των προεκλογικών δεσμεύσεων – φυσικά θα δεί τη δύναμή του να συρρικνώνεται σταδιακά στα επίπεδα που είχε και πριν από το 2012. Το κάθε κόμμα έχει μία πιθανότητα να κερδίσει την εξουσία και να ριζώσει στην κοινωνία. Αν την απεμπολήσει, συνήθως δεν έχει δεύτερη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μετά την ευκαιρία που είχε το 2012 να σχηματίσει κυβέρνηση ανοχής, να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις του και σε τρείς μήνες να πάει σε εκλογές ως κυβέρνηση εν ενεργεία, ευκαιρία την οποία απεμπόλησε, έχει 2,5 χρόνια αργότερα μια δεύτερη ευκαιρία. Με χειρότερες συνθήκες για τη χώρα γιατί ως τον Δεκέμβριο του 2012 η Βουλή δεν είχε κυρώσει τις συνθήκες και δανειακές συμβάσεις που είχε υπογράψει το ΠΑΣΟΚ. Πάντως έχει μια πραγματική ευκαιρία και οι πολίτες δεν έχουν εναλλακτική.
Εναλλακτική θα ήταν αν οι αντιμνημονιακές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή σχεδόν το 35% από το 44% που είχε λάβει το 2009, είχαν καταφέρει να εκφραστούν πολιτικά μέσα από ένα μέρος της τότε ηγεσίας. Κανένα όμως από τα πρωτοκλασσάτα στελέχη του ΠΑΣΟΚ δεν τόλμησε να καταψηφίσει το πρώτο μνημόνιο, να αποχωρήσει και να παρασύρει μαζί του ένα μέρος του κομματικού μηχανισμού και της κοινοβουλευτικής ομάδας. Η Λούκα Κατσέλη και ο Χάρης Καστανίδης άργησαν πολύ διατηρώντας τα υπουργεία τους, και το 2012 ήταν πολύ αργά γιατί είχαν υπογράψει μαζί με τους άλλους τα ίδια μνημόνια επομένως δεν διέφεραν από τους Παπανδρέου, Παπακωνσταντίνου. Η Σοφία Σακοράφα και ο Γιάννης Δημαράς που ήταν οι δύο από τις τρείς αρνητικές ψήφους στο πρώτο μνημόνιο και ακολούθησε η διαγραφή τους, δεν ήταν καν ενταγμένοι στον κομματικό μηχανισμό. Ήταν μάλλον ανεξάρτητες συνεργαζόμενες προσωπικότητες με κάποια λαϊκή αναφορά, αλλά χωρίς κομματική επιρροή. Το κόμμα είχε αποτεφρωθεί από την εποχή του Σημίτη ως ζωντανός πολιτικός οργανισμός και είχαν απομείνει μόνον τα κρατικοδίαιτα στελέχη τα οποία και τώρα το απαρτίζουν. Έτσι δεν μπόρεσε να εκφράσει κανένα σχήμα τα 4/5 των πολιτών που συνέχιζαν να το ψηφίζουν ως το 2009. Από αυτούς τα 3/5 και πλέον επέλεξαν μόνοι τους τον ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτική λύση ενώ ήταν το πέμπτο δηλαδή το μικρότερο κόμμα της ελληνικής Βουλής, μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ.
Ήταν μια αξιοθαύμαστη λαϊκή πρωτοβουλία η οποία δεν καθοδηγήθηκε από κανένα κέντρο, δεν την προπαγάνδισε καμία εφημερίδα ή κανάλι ή ραδιόφωνο και δεν την προετοίμασε ούτε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στις δημοτικές εκλογές του 2010 έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μην υπάρξει συνεργασία μεταξύ των αντιμνημονιακών δυνάμεων, (κατέβηκαν επτά αντιμνημονιακοί συνδυασμοί) με αποτέλεσμα να κερδίσει ο μόνος μνημονιακός υποψήφιος στην Αττική Γ. Σγουρός με το … 8% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων!!!
Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην είναι ώριμος, αλλά οι πολίτες είναι αρκετά οργισμένοι ώστε να μην δέχονται τίποτα λιγότερο. Αντιθέτως δυσανασχετούν πολλοί εκ των ψηφοφόρων του με τα πρώιμα σημάδια ενός συμβιβασμού με τη γερμανική ηγεμονία και τους τραπεζίτες. Από αυτή την άποψη και κυρίως από την έλλειψη σχεδίου ολοκληρωμένου που να απαντάει στα μακροπρόθεσμα ελληνικά προβλήματα, υπάρχει η δυνατότητα να καναλιζαριστεί ο ριζοσπαστισμός και να προσγειωθεί σύντομα το κόμμα μέσα στο σύστημα, το οποίο μπορεί οριακά να εκσυγχρονίσει με τις πρωτοβουλίες του.
