Κωδικοποίηση των πολιτικών αντιλήψεων του Αριστοτέλη
Βάζοντας σε μία σειρά τα «Πολιτικά», πάντα κατά την γνώμη μου, έχουμε διαδοχικά τα εξής θέματα :
Πρώτον – πολίτευμα ποιάς πόλης, ποιού λαού ; Βασικό ερώτημα και αυτονόητο, όσο και το «Νυφικό και χτένισμα για ποιάν νύφη, και με ποιόν γαμπρό ;» – σχολιάζω.
Το χαρακτηρίζω πυρήνα των πολιτικών αντιλήψεων του Αριστοτέλη, και ιδιαίτερα κρίσιμο στις μέρες μας. Βάζει στις σωστές διαστάσεις τις όποιες σκέψεις αντιγραφών ξένων προτύπων, ενώ μας επιβάλλει σοβαρότητα στο θέμα της εθνικής αυτογνωσίας.
Δεύτερον, οι βασικές επιλογές της πόλης, για την οποία σχεδιάζουμε πολίτευμα, είναι ως προς τα θέματα των ιδιοκτησιών, της οικογένειας και της κοινωνικής συμβίωσης. Ειδικότερα, τίθεται σε προτεραιότητα το ζήτημα του ατομικής ιδιοκτησίας, σε ορθό συνδυασμό με τα κοινόχρηστα πράγματα.
[Αξίζει, φρονώ, στο θέμα της κοινοκτημοσύνης, και ιδιαίτερα της κοινοκτημοσύνης γυναικών (!) και παιδιών (!), να παρακολουθήσουμε πώς αντικρούει ορθολογικά τις σχετικές αντιλήψεις Σωκράτη/Πλάτωνα.]
Επίσης, ότι η συμβίωση είναι αποτέλεσμα αντίστοιχης προαίρεσης, επιθυμίας. Αυτή η προαίρεση και μόνο μπορεί να ρυθμίσει αποτελεσματικά τα δύο βασικά ζητήματα : ελευθερία και πλούτο.
Τρίτον – πολίτευμα με τί σκοπό ; Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται κάτι αδιανόητο για την εποχή μας : υπάρχει κοινό συμφέρον, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να κυβερνηθεί μία πόλη. Ισχυρίζεται και ότι αυτό το κοινό συμφέρον ουδόλως έρχεται σε αντίφαση με το ατομικό συμφέρον. Αντιθέτως, ταυτίζεται.
Και, για να θέλει μία κοινωνία το κοινό συμφέρον, αρκεί να επικρατήσει ως γνώμονας του βίου των πολιτών της το «ευ ζειν» έναντι του «ζειν». Και το σκέτο «ζειν» οδηγεί ασφαλώς στην απληστία. Αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο σε βαρβάρους να αντιληφθούν καλώς νοήματα όπως «ουκ εν τω πολλώ το ευ, αλλ’ εν τω ευ το πολύ». Ιδίως στις μέρες μας. Βαρβάρους στην συμπεριφορά, όχι στην φυλετική καταγωγή – επισημαίνω.
Τέταρτον, αυτό το κοινό συμφέρον, μάλιστα, όχι μόνο υφίσταται, αλλά είναι δυνατόν και να εξυπηρετηθεί με τρία διαφορετικά «ορθά» πολιτεύματα : Βασιλεία, Αριστοκρατία και Πολιτεία. Άρχουν – αντιστοίχως – ο εκλεκτός του βασιλικού γένους, οι επιλεγόμενοι ως άριστοι (καλύτεροι) και οι πολλοί (λαός).
Αντίστοιχα υπάρχουν τρία «παρεκβατικά» πολιτεύματα, όπου πρυτανεύει το ιδιοτελές συμφέρον των αντίστοιχων αρχόντων, εις βάρος του κοινού συμφέροντος. Τυραννία, Ολιγαρχία, Δημοκρατία. Με άλλα λόγια, μπορεί να κυβερνούν ένας ή λίγοι ή πολλοί, αλλά να μην σκοπείται το κοινό συμφέρον. Το πόσοι δικτάτορες κυβερνούν έπεται, δηλαδή.
Ο Αριστοτέλης είναι κατηγορηματικός : «Η κακή άσκηση της δεσποτείας είναι ασύμφορη και για τους δύο», άρχοντες και αρχόμενους δηλαδή. Και σε κάθε πολίτευμα αξίζει να άρχουν αυτοί που έχουν το αντίστοιχο «κύριο πλεονέκτημα».
Πέμπτον, βασικό χαρακτηριστικό της ευνομίας είναι το φυσικό δίκαιο, το «εκ φύσεως απορρέον». Έτσι προκύπτει «υπακοή σε νόμους καλώς κειμένους». Νόμοι απαλλαγμένοι από εμπάθεια. Νόμοι όχι σοφίσματα, κατ΄επίφασιν δίκαια. Υπογραμμίζει και την υπεροχή των άγραφων νόμων έναντι των γραπτών και επιτακτικών. Οι άγραφοι νόμοι ρυθμίζουν ούτως ή άλλως σπουδαιότερα θέματα, ενώ σαφώς είναι καταλληλότεροι και σε «απρόβλεπτες περιστάσεις».
Ιδιαίτερα τονίζει, ως στοιχείο ευνομίας, την «ισότητα κατ’ αξίαν», αντίθετα με τις σύγχρονες ισοπεδωτικές αντιλήψεις περί ισότητας. Και οι αναφορές του περί «φύσει αρχόντων» και «φύσει αρχομένων», θα πρέπει να αναλυθούν ως απλές διαπιστώσεις παρά ως κοινωνικοί αποκλεισμοί.
Έκτον, εισάγει την διάκριση εξουσιών, σε συνδυασμό με την σύσταση για μείξη στοιχείων των «ορθών» πολιτευμάτων. Βλέπει δηλαδή την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος μέσα από την σύνθεση ανομοίων και όχι σε «μονοκόμματες» ιδανικές λύσεις. Ειδικά για την εκτελεστική εξουσία, υπογραμμίζει την ανάγκη ο εκλεκτός να έχει την εμπιστοσύνη «και των δύο παρατάξεων».
Έβδομον, εισάγει ως βασικό κριτήριο καταλληλότητας των αρχόντων την ικανότητα πρόβλεψης των επερχομένων αναγκών, και κατάστρωσης αντιστοίχων σχεδίων. Επισημαίνει αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «Για να μάθεις να διατάζεις πρέπει πρώτα να μάθεις να υπακούς». Επίσης συνιστά αιτιολογημένα την διαρχία.
Αξίζει μάλιστα να προσέξουμε ότι παραλείπει – γιατί άραγε ; – να επισημάνει ως προσόν και την ικανότητα υλοποίησης σχεδίων.
[Η γνώμη μου : δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί ως ψόγος το «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Αναφέρομαι στο αγρίως και επιτηδείως κακοποιημένο απόφθεγμα του αείμνηστου Γιάννη Τσαρούχη. Ήξερε ότι στην Ελλάδα, πριν ενσκήψει ο δυτικός «πολιτισμός», αν αυτό που δήλωνες δεν το απεδείκνυες εμπράκτως, σε είχε «καταπιεί η γη» από τον κοινωνικό χλευασμό. Το ήξερε, βέβαια, θαυμάζοντας τους λαϊκούς μας ζωγράφους.]
Όγδοον, εισάγει τον προβληματισμό ως προς το πώς οι πάντες – άρχοντες και αρχόμενοι – θα φροντίζουν για τα κοινά πράγματα όπως για τα δικά τους. Θεωρεί τελείως φυσικό και αναμενόμενο για τον καθένα το να κοιτάζει κάπως αδιάφορα τα κοινόχρηστα πράγματα, ιδίως με την αίσθηση ότι κάποιοι άλλοι θα τα φροντίσουν.
Ένατον, ως θεωρητικός της τελεολογίας, προειδοποιεί ότι «Κατ’ ανάγκην συν τω χρόνω εξ αγαθών ψευδών θα προκύψει αληθές κακόν». Καταγράφει και τα «φθαρτικά αίτια» του πολιτεύματος, που τελικά οδηγούν σε λαϊκές στάσεις : ανισότητα, παραβίαση των νόμων, κόλακες, δημαγωγοί.
Κοινός παρονομαστής : «Οι κατά τι ίσοι νομίζουν ότι είναι ίσοι σε όλα» – αντίστοιχα και οι υπερέχοντες σε κάτι. Ειδικότερα, καταγράφει την πλεονεξία των πλουσίων ως καταστρεπτική του πολιτεύματος. Στην άλλη άκρη, αντίστοιχα, το πρόβλημα της «εκ της πενίας διαφθοράς».
Και, δέκατον, τεκμηριώνει ότι η Παιδεία που παρέχεται στους πολίτες, και ιδιαίτερα η «αγωγή του πολίτη», οφείλει να είναι αντίστοιχη του πολιτεύματος. Και την θεωρεί τον σπουδαιότερο παράγοντα για την «σωτηρία του πολιτεύματος».
Τονίζει, επίσης, ότι η Παιδεία είναι αυτή που είναι ικανή να οδηγήσει στην εξομάλυνση των επιθυμιών, που είναι σαφώς σημαντικότερη από την εξομάλυνση των αναγκών. Οι υπερβολικές απαιτήσεις επιθυμιών, οι «κατ’ εκτροπήν», είναι η βασική πηγή αδικιών, παρά οι υπερβολικές ανάγκες – υποστηρίζει πειστικά.
Εμμέσως πλην σαφώς, προκύπτει τί δ-ε-ν θα ανέμενε κανείς από την Παιδεία σε ένα κακό Πολίτευμα. Όπως και τί θα ανέμενε …
.
Βασικοί στόχοι της Πολιτικής Μεταρρύθμισης της Ελλάδας
Οι αντιλήψεις του Αριστοτέλη δεν μπορεί παρά να πείθουν κάθε συνετό άνθρωπο. Στα πλαίσια αυτά, η σύγκριση με τα σημερινά παρέλκει. Καταλαβαίνει κανείς αβίαστα πώς φθάσαμε τόσο χαμηλά. Το συμπέρασμα είναι προφανές : ριζική αλλαγή.
Κατ’ αρχήν η αλλαγή ονόματος από «Δημοκρατία» σε «Πολιτεία» μόνο από ανόητους ή κακόβουλους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως – κατά την ποινική έννοια – «απόπειρα ανατροπής του πολιτεύματος». Παρά τον κίνδυνο, είναι σκόπιμο να σηματοδοτηθεί και λεκτικά η ριζική αλλαγή αντιλήψεων. Λέγεται χαρακτηριστικά ότι «αξίζει να αλλάξουμε όνομα στις τηγανητές πατάτες».
Από εκεί και πέρα, αυτό που θα μπορούσε κάλλιστα να εμπνεύσει μία ισχυρή Ελληνική Αναγέννηση, είναι μία μεγαλεπήβολη θεσμική αλλαγή. Δεν υπάρχει κουράγιο για άλλες κοροϊδίες και υποσχέσεις. Η αναγκαίος Εθνικός Στόχος θα πρέπει να είναι ξεκάθαρα διατυπωμένη πρόταση. Δεν υπάρχει ανοχή για παχιά λόγια. Και όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει κάποτε να εστιάσουμε, όχι στο «ποιός;» ή «ποιοί;», αλλά στο «τί;».
Αυτή την «μεγαλεπήβολη θεσμική αλλαγή» θα χρειασθεί να την σχεδιάσουμε προσεκτικά. Και θα χρειασθεί να προεκτιμήσουμε αν θα διαμορφωθεί τέτοιο θεσμικό πλαίσιο που να αναμένεται βασίμως να οδηγήσει στο ξεπέρασμα της πολιτικής κρίσης. Κατ’ επέκταση και στο ξεπέρασμα της – υπαρξιακών διαστάσεων – κοινωνικής κρίσης Ηθικής.
Και αυτή την «μεγαλεπήβολη θεσμική αλλαγή» θα πρέπει σαφώς να βασίζεται στην απάντησή μας στην πρωταρχική ερώτηση : «ποιοί είμαστε ;». Αυτό – νομίζω – είναι, σε έσχατη ανάλυση, η βασική παρακαταθήκη της μεγάλου Μακεδόνα.
.
Επίλογος
Είδαμε, στο πρώτο άρθρο της σειράς, μία προσέγγιση της σκέψης του Αριστοτέλη, και κυρίως τον τρόπο σκέψης του. Στο επόμενο άρθρο θα δούμε απλώς την πρότασή μου : τι προτείνω και πώς λειτουργεί. Θα ξαναθυμηθούμε τον – κατ’ εμέ – «δεκάλογό» του περί Πολιτείας στο τρίτο άρθρο. Στην αντίστοιχη αξιολόγηση του Οράματος.
Κόντρα στην διάχυτη τάση για προχειρολογίες και λύσεις, επιχειρώ μία σε βάθος προσέγγιση τόσο της διάγνωσης όσο και της λύσης του προβλήματος. Ειλικρινά αισθάνομαι ότι εκθέτω μία καλή βάση συζήτησης. Και είμαι πρόθυμος να συμμετάσχω σε οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, με βάση προσέγγιση ανάλογου βάθους και πληρότητας.
Το προηγούμενο άρθρο Γράμμα σε έναν έλληνα νέο έδωσε το σύνθημα «Δεν θα γίνουμε κλώνοι» και «Θα τα πούμε στη στροφή.». Άλλωστε, και η σειρά άρθρων στο φιλόξενο www.analyst.gr , ξεκίνησε με μία ακόμη «ηγετική φωνή από τα κάτω» : «Δεν θα γίνουμε Γερμανοί, θα ξαναγίνουμε Έλληνες». Κουβέντα απλού συνταξιούχου αγρότη.
Το ίδιο άρθρο, όχι μόνο έχει ξεπεράσει το 700 “like”, αλλά και είχε γενική αποδοχή. Θα είναι κρίμα η πρωτοβουλία να μείνει άμεσα αναξιοποίητη. Εκτός αν υπάρχει άλλη πρόταση που συγκεντρώνει ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες και σχόλια από όλο το πολιτικό φάσμα. Χώρια το εμφανές ρίγος στους ανθρώπους της τέχνης.
Στα πλαίσια αυτά, καλώ τους διαδικτυακούς φίλους σε μεθοδική προσπάθεια για «Αναζήτηση του αυτονόητου». Και, κόντρα στους πάμπολλους «ευφυείς προχειρολόγους», το μήνυμά μου είναι ακριβώς αυτό :
.
«Άμα θέλεις να κόψεις γρηγορότερα τα δέντρα σου,
ξόδεψε διπλάσιο χρόνο να ακονίσεις το τσεκούρι σου».
Κινέζικη σοφία, εκδόσεις Οδυσσέας.
.
