Άμιλλα
Φαίνεται ότι οι αρχαίοι έβλεπαν τον φθόνο σαν απλώς ένα ακόμη στοιχείο της πραγματικότητας. Δεν διανοήθηκαν να το ξεπεράσουν. Εντυπωσιάζει το στοιχείο, μαζί με τον απολύτως φυσικό τρόπο που έβλεπαν τον θάνατο στον πόλεμο.
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο ανεξέλεγκτος ανταγωνισμός είναι στοιχείο αυξημένης ατομικότητας. Και η ατομικότητα είναι φαινόμενο εξέλιξης, όχι καθυστέρησης. Είναι η μοναδικότητα της Ελένης που εξηγεί την μυθική ακραία αντιπαράθεση. Ο Όμηρος θέτει απλώς στην κρίση μας το θέμα.
Σε αυτά τα πλαίσια, οι αρχαίοι θέλησαν μόνο να δώσουν ένα θετικό αντίδοτο, την άμιλλα. Οι αθλητικοί αγώνες, ιδίως οι Ολυμπιακοί, ήταν μία προσπάθεια εκτόνωσης του ανταγωνιστικού μένους. Σταματούσαν μάλιστα οι πόλεμοι για τις αντιπαραθέσεις στον αθλητικό στίβο.
Η άμιλλα ήταν βασικό πολιτισμικό στοιχείο της Σπάρτης. Ως θεσμός, ενέπνευσε ανδρεία και ήθος, μαζί και τον βαθύ σεβασμό στους γεροντότερους. Αλλά ούτε στη Σπάρτη εξαλείφθηκε ο φθόνος. Στις … ειρηνικές μονομαχίες στο παγκράτιο, ο ένας τελείωνε τον αγώνα νεκρός.
Χαρακτηριστικό της σημερινής υποβάθμισης και παρανόησης του μηνύματος της άμιλλας, είναι ότι πολλοί μιλούν για «ευγενική άμιλλα». Αλλά υπάρχει «αγενής άμιλλα» ; Η άμιλλα – σκέτη ! – είναι από μόνη της κάτι παραπάνω από ευγενική.
.
Θεσμοποίηση
Η προκλασσική Αθήνα επιχείρησε να δώσει μία αλλιώτικη λύση στο πρόβλημα του φθόνου. Επινόησε θεσμούς που έβαζαν όρια στην ατομική υπεροχή. Ο πλούτος δημευόταν από ένα ορισμένο ύψος και πάνω. Όσοι αποκτούσαν ιδιαίτερη ατομική ισχύ κινδύνευαν με εξοστρακισμό. 10χρονη εξορία, χωρίς απολογία, χωρίς καν γνώση κάποιου κατηγορητηρίου.
Αυτό το θεσμικό πλαίσιο, και κυρίως η δημοκρατία, έδωσαν ένα παγκοσμίως μοναδικό περιβάλλον δημιουργίας. Αναμφίβολα η Αθήνα έδωσε λαμπρά δείγματα πολιτισμού. Αλλά, ίσως έχει υποβαθμισθεί – παρότι εξυμνείται – ο ρόλος της προσωπικότητας του Περικλή. Πιθανότατα, χωρίς τον Περικλή, τα προβλήματα θα είχαν εμφανισθεί πολύ νωρίτερα.
Είναι φυσικός νόμος οι επιδόσεις ενός συνόλου να επηρεάζεται καθοριστικά από την αντίστοιχη επίδοση του καλύτερου μέλους του. Ο καλύτερος λειτουργεί ως πρότυπο και κίνητρο. Τα παραδείγματα από το χώρο του αθλητισμού και της τέχνης είναι ευχερώς αναγνωρίσιμα. Μόνο μία προβληματική κοινωνία βλέπει με φθόνο τον καλύτερο, τον άριστο – ,αζί και τον πάμπλουτο.
Κάπως έτσι, αυτό που κατάφερε ο Περικλής συνιστά κατόρθωμα. Αφ’ ενός δεν εξορίσθηκε ποτέ και αφ’ ετέρου αποτέλεσε το υπόδειγμα δημοκρατικής συμπεριφοράς και ηγεσίας. Αυτό το υπόδειγμα, όσο γινόταν, συντήρησε το πολίτευμα. Και ανέστειλε την φυσική φθορά των αφύσικων θεσμών.
Η ιδρυτική σκέψη των θεσμών ήταν αντίθετη στο ελληνικό δόγμα. Η πτώση ήταν μοιραία.
.
Επιτάφιος
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι εξόχως εύγλωττος ο Επιτάφιος Λόγος του Περικλή, πάνω από τους τάφους των νεκρών του πρώτου χρόνου του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Δικαίως εξυμνεί την ιδιαίτερη πατρίδα του, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι «όλη η πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας». Βρίσκει συνετά λόγια να εξυμνήσει την ανδρεία των πολεμιστών, όπως και άλλες αρετές των συμπολιτών του και της Αθηναϊκής κοινωνίας.
Αναγκάζεται, όμως, να μιλήσει εμφατικά για τον φθόνο. Προφέρει τρεις φορές την λέξη, ενώ τον «φωτογραφίζει» συνεχώς. Αναγκάζεται ακόμη και να προστατεύσει τους νεκρούς από τον φθόνο των παρισταμένων. Μην τυχόν και ζηλέψουν οι ζωντανοί τα επιτάφια εγκώμια …
Ισχυρίζεται ότι ο κάθε πολίτης παίρνει θέση στο δημόσιο βίο «ανάλογα με την επίδοση σε κάποιο τομέα, (…), και όχι από την πολιτική του παράταξη όσο από την αρετή του». Αποφεύγει, όμως, να δικαιολογήσει – ή να εξυμνήσει ! – την δι’ εξοστρακισμού εξορία ενάρετων πολιτών.
Ισχυρίζεται ότι η Αθήνα «ούτε στους συμμάχους της δίνει αφορμή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους». Δεν βρήκε λόγια, όμως, να δικαιολογήσει γιατί οι «μη ανάξιοι» Αθηναίοι είναι σωστό να έχουν άλλους Έλληνες ως φόρου υποτελείς συμμάχους. Και αναρωτιέται κανείς τι θα έβρισκε να πει για να δικαιολογήσει την μετέπειτα συμπεριφορά των συμπολιτών του απέναντι στους Μηλίους.
Κάπου 15 χρόνια μετά τον θάνατό του, οι Αθηναίοι διαπραγματευτές, απέναντι στους αδύναμους Μηλίους, πρόφεραν την παγκοσμίως αξεπέραστη διατύπωση ωμού πολιτικού ρεαλισμού : «Η έχθρα σας μας βλάπτει πολύ λιγότερο από τη φιλία σας». Η φρικτή σφαγή των Μηλίων. ακολούθησε το «όχι» τους.
Προφήτευσε, ίσως, το τέλος : «Θλίβεται ο άνθρωπος όχι επειδή του λείπουν αγαθά που δεν τα δοκίμασε, αλλά για όσα, ενώ είχε συνηθίσει να τα απολαμβάνει, τα έχασε». Τουλάχιστον έμμεσα και αθέλητα, προετοίμασε το ακροατήριο για την μοιραία ήττα.
Διεκήρυξε «φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας», αλλά και σε αυτό διαψεύσθηκε – ή δικαιώθηκε … – αργότερα. Η φιλοσοφία της παρακμής, ιδιαίτερα ο Πλατωνισμός, έμελλε να καθιερώσει την αμπελοφιλοσοφία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι παραποιήθηκε αγρίως μία σημαντική θέση του. Το σχετικό απόσπασμα είναι σήμερα γνωστό ως «αμαθεία μεν θράσος, λογισμός δε όκνον φέρει». Και εγκλωβίζει πολλούς σε ένα αδιέξοδο δίλημμα.
Ο πλήρης συλλογισμός του ήταν : «Υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ΄ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν.»
Η ιδεολογία της απαισιοδοξίας, και πάλι αντίθετα στο ελληνικό δόγμα, είχε ζωτική ανάγκη να λογοκρίνει το ακριβές νόημα …
.
Συμπέρασμα
Η παρακμή της Αθήνας οφείλεται στην από μέρους της θεσμική κατοχύρωση του φθόνου, επιβάλλοντας την αφύσικη ισοπέδωση. Αφύσικοι και βαθιά άδικοι θεσμοί «έλυναν» σοβαρά προβλήματα με τραγικά ανόητο τρόπο. Τα οικουμενικής σημασίας επιτεύγματα της Αθήνας συνυπήρξαν με τεράστια λάθη.
Μοιραία, η ηττημένη Αθήνα δεν είχε άλλη διέξοδο εκτός από την φυγή από την πραγματικότητα. Εκεί ακριβώς ξέφυγε τελείως από το ελληνικό δόγμα. Ακόμη και υποσυνείδητα, ακολούθησε την «γραμμή» του κάθε απογοητευμένου : «Γίνε πρόβλημα».
Τα φώτα του πολιτισμού που παρέδωσε η Αθήνα είναι πασίγνωστα και αναμφισβήτητα. Μαζί με αυτά, όμως, παρέδωσε στην μάλλον ανύποπτη ανθρωπότητα τόσο τα λάθη της ακμής της, όσο και τα υποπροϊόντα της παρακμής της.
Θα τα δούμε παρακάτω, ένα-ένα και συνοπτικά, μαζί με τις μετέπειτα επιπτώσεις τους αλλά και τις παραγνωρισμένες αντίστοιχες ελληνικές θέσεις, κυρίως του Αριστοτέλη.
.
Λαίκισμός
Η θεσμική καταξίωση του φθόνου, όπως είδαμε, έθεσε τις βάσεις για την καθήλωση του κάθε ικανού, την επιβολή της ισότητας προς τα κάτω. Κάπως έτσι, επινοήθηκε ειδική τεχνική για την αντιμετώπιση ρητόρων που έκαναν το … λάθος να έχουν δίκιο. Είναι η τέχνη να νικάς σε μία πολιτική αντιπαράθεση «έχεις-δεν-έχεις-δίκιο». Η διεστραμμένη [όχι ;] ανάγκη επικράτησης δικαιολογεί τα πάντα. Από προσωπικές επιθέσεις μέχρι ψευδείς επικλήσεις αυθεντιών.
Η εριστική διαλεκτική πήρε τη θέση του διαλόγου – δημοκρατικού κατά τα άλλα. Με αυτό το όπλο, η δημαγωγία πήρε διαστάσεις. Και οδήγησε την Εκκλησία του Δήμου στην μοιραία απόφαση για την εκστρατεία στην Σικελία.
Πρόκειται προφανώς για την αρχική ιδέα που εξελίχθηκε πιά σε ολόκληρη επιστήμη. Η αντικειμενική ενημέρωση είναι πλέον τελείως ντεμοντέ, αν όχι γραφική. Η πολιτική αντιπαράθεση ιδεών είναι θέμα επικοινωνιακού παιχνιδιού. Ο διάλογος είναι πρόσχημα. Η προπαγάνδα δεν έχει καμία αναστολή.
Τώρα συμβαίνει κάτι πολύ παραπάνω από αυτό που ανέφερε ο Περικλής : «Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με επιτυχία, εκεί που με κόπο εξασφαλίζεται η εντύπωση ότι λέει την αλήθεια».
.
Ιμπεριαλισμός
Η Αθήνα δίδαξε τον ιμπεριαλισμό στον ελληνικό χώρο. Άλλες πόλεις οικοδομούσαν αποικίες και τους έδιναν όση αυτονομία μπορούσαν αυτές να έχουν. Η Αθήνα, αντί ηγεσίας, δίδαξε την πρακτική του κράτους-κηφήνα.
Το 1968, σε ένα εμπνευσμένο λόγο του, ο τότε γερουσιαστής Ρόμπερτ Κέννεντυ επισήμαινε : «Όπως η αρχαία Αθήνα, θα στερηθούμε κάθε συμπάθεια και υποστήριξη, και τελικά την ίδια την ασφάλειά μας, καθώς κυνηγάμε με χονδροειδή τρόπο τους δικούς μας στόχους και τους δικούς μας σκοπούς». Σκέψη σοφή, και σαφώς «στα χνάρια» του ελληνικού δόγματος.
Παρόλα αυτά, το δίδαγμα κάθε άλλο παρά έχει ληφθεί – ιδίως πέραν του Ατλαντικού.
.
Δημοκρατία
Περιλαμβάνεται στα πράγματα που σήμερα θεωρούνται a priori σωστά. Η συζήτηση αρχίζει δηλαδή από το ότι η δημοκρατία – και μάλιστα η κοινοβουλευτική – είναι το σωστότερο δυνατό πολίτευμα. Και μάλιστα, η «μη δημοκρατία» είναι εξ ορισμού φασισμός.
Ιδιαίτερα, οι διάφοροι θαυμαστές της Αθηναϊκής άμεσης δημοκρατίας δυσκολεύονται να συζητήσουν όχι για το αν ήταν άμεση, αλλά αν ήταν δημοκρατία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο σύγχρονος κόσμος αγνοεί φωτεινά ιστορικά τποδείγματα όπως οι έφοροι της Σπάρτης, η Ρωμαϊκή Σύγκλητος και το μικτό πολίτευμα της Καρχηδόνας. Αγνοείται και η υπόδειξη του μεγάλου μας Σταγειρίτη για μεγιστοποίηση της ποικιλίας του πολιτεύματος, με στοιχεία από όλες τις γνωστές μορφές πολιτευμάτων.
Ακόμη και «εύκολες» κοινωνίες σαν την Ελβετική, ή «δύσκολες» σαν την Αμερικανική, δεν ξέφυγαν από την βασική Αθηναϊκή παγίδα : την αγωνιώδη φροντίδα προσωπικής αποδυνάμωσης και προληπτικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Παραμένει απτόητος ο έλεγχος της απαραίτητης δημιουργικότητας του ηγέτη, από ομάδες υποστηρικτών – συνήθως κόμματα. Δεν νοείται συνδυασμός άνεσης πρωτοβουλιών και άμεσου κατασταλτικού ελέγχου.
Προτιμώνται ανεξαιρέτως οι τακτές θητείες, αντί του συνδυασμού άμεσης ακομμάτιστης εκλογής και ανακλητότητας. Αυτό, όμως, υποδεικνύει το ελληνικό δόγμα. Είναι νόμος της πραγματικότητας ότι μία τέτοια εκτελεστική εξουσία και δημιουργεί και δεν αυθαιρετεί.
Και αυτό κάνουν – όπως οι επιχειρήσεις π.χ. – και τα ίδια τα κόμματα, αλλά μόνο για τον εαυτό τους.
