Αποπληθωρισμός και επενδύσεις – Σελίδα 2 – The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Αποπληθωρισμός και επενδύσεις

Ο αποφασιστικός ρόλος των προσδοκιών

Όταν οι κεντρικοί τραπεζίτες αναφέρονται σε κινδύνους πληθωρισμού ή αποπληθωρισμού, προσπαθούν ουσιαστικά να προβλέψουν τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών των προϊόντων: των «οικονομικών αντικειμένων» κατά τη δική τους ορολογία. Η αιτία είναι το ότι, σε σχέση με τη διαμόρφωση των τιμών στο μέλλον, δεν έχει πρωταρχική σημασία ο υφιστάμενος πληθωρισμός ή αποπληθωρισμός, επειδή οι μετρήσεις δείχνουν μία εικόνα του παρελθόντος.

Αυτό που έχει σημασία είναι ποιές τιμές θα επικρατήσουν μελλοντικά στις αγορές, όσον αφορά τα προϊόντα και τους μισθούς. Εάν τώρα τα «οικονομικά υποκείμενα» (εργοδότες και εργαζόμενοι) προβλέπουν μία αύξηση της τάξης του 2%, έναν ελαφρύ πληθωρισμό δηλαδή, τότε θα αναμορφώσουν ανάλογα τις τιμές των προϊόντων, καθώς επίσης τους μισθούς.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του αποπληθωρισμού, όπου όμως συναντάται ένα επί πλέον πρόβλημα, όπως θα φανεί στο τέλος του συγκεκριμένου μέρους του κειμένου: η ανελαστικότητα των μισθών. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη των τιμών στο παρελθόν επηρεάζει μεν σε μεγάλο βαθμό τις μελλοντικές προσδοκίες, εξαρτάται όμως επίσης τόσο από την πολιτική των κεντρικών τραπεζών, όσο και από τον τρόπο, με την οποία την επικοινωνούν.

Το τελευταίο μπορεί να διαπιστωθεί από τον καθένα, εάν ακούσει την εκάστοτε ομιλία ενός κεντρικού τραπεζίτη, την οποία οι αγορές (τα ΜΜΕ κλπ.) προσπαθούν κάθε φορά να ερμηνεύσουν, με στόχο τη σωστή πρόβλεψη των μελλοντικών του κινήσεων.

Περαιτέρω, τόσο οι μη επαναλαμβανόμενες «επιρροές» στις τιμές, από γεγονότα δηλαδή που συμβαίνουν μία μόνο φορά, όσο και οι έντονες διακυμάνσεις τους (όπως, για παράδειγμα, οι καθοδικές και ανοδικές «εξάρσεις» στις τιμές της ενέργειας ή των τροφίμων), επηρεάζουν πολύ λίγο τις μελλοντικές προσδοκίες.

Όταν τώρα η εξέλιξη των τιμών, έτσι όπως προσμετρείται τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, διαφέρει από αυτήν του παρελθόντος ή από εκείνη που επεδίωκαν οι κεντρικές τράπεζες (για παράδειγμα, η πρόσφατη μεγάλη πτώση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης, ο οποίος έχει ξαφνικά μειωθεί σε επίπεδα που πλησιάζουν τον αποπληθωρισμό, διαψεύδοντας ουσιαστικά τις προβλέψεις της ΕΚΤ), τότε συνεχίζει να μην αποτελεί πρόβλημα, εάν θεωρηθεί ως «περιστασιακή».

Δηλαδή, εάν οι προσμονές που αφορούν τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών δεν αλλάξουν, παραμένοντας εντός των πλαισίων που έχουν προβλέψει οι κεντρικές τράπεζες, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας. Προφανώς δε, οι «θεματοφύλακες του νομίσματος» δεν διαφοροποιούν τη μονεταριστική πολιτική τους, αφού πιστεύουν πως η διαπιστούμενη εξέλιξη των τιμών είναι περιστασιακή και μη επαναλαμβανόμενη.

Εάν όμως θεωρήσουν πως η τάση που διαμορφώνεται οδηγεί μελλοντικά σε αποπληθωρισμό, όπως συμβαίνει στην Ευρωζώνη (ή σε έναν συνεχώς μεγαλύτερο πληθωρισμό, όπως τη δεκαετία του 1970), τότε αναφερόμαστε στα «αποτελέσματα δευτέρου γύρου».

Αναλυτικότερα, κατά τη διάρκεια του «πρώτου γύρου», οι περιστασιακές αρχικά διακυμάνσεις των τιμών, οδήγησαν τις επιχειρήσεις να διαμορφώσουν ανάλογα τις τιμές πώλησης τους, καθώς επίσης τους εργαζομένους, όσον αφορά τους μισθούς τους.

Αυτό είχε σαν επακόλουθο (δεύτερος γύρος) τη μείωση του πληθωρισμού, με κατεύθυνση τον αποπληθωρισμό (ή το μεγάλο πληθωρισμό), επειδή η τάση ενισχύθηκε, παύοντας να είναι περιστασιακή. Επομένως, θα πρέπει να καταπολεμηθεί, πριν είναι ακόμη πολύ αργά.

Η καταπολέμηση αυτή γίνεται τόσο πραγματικά (με την αύξηση της ποσότητας χρήματος, με τη μείωση των βασικών επιτοκίων κοκ.), όσο και επικοινωνιακά, με την έννοια πως ο κεντρικός τραπεζίτης θα πρέπει να πείσει: να δημιουργήσει προσδοκίες αντιστροφής της τάσης, οπότε πληθωρισμού.

Απαιτείται λοιπόν μία «θεραπεία σοκ», η οποία είναι πολύ δυσκολότερη στην περίπτωση του αποπληθωρισμού, συγκριτικά με αυτήν του πληθωρισμού. Η αιτία είναι κυρίως το ότι, μία κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξάνει τα βασικά επιτόκια της στο διηνεκές και κατά το δοκούν, για να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό. Όταν όμως τα μειώνει, με στόχο την καταπολέμηση του αποπληθωρισμού, ο μηδενισμός τους είναι το ανώτατο όριο.

Μπορεί φυσικά να υιοθετήσει μη συμβατικά μέτρα, όπως τα αρνητικά βασικά επιτόκια που ακούγονται σήμερα, αλλά κανένας δεν γνωρίζει τα αποτελέσματα τους. Δύσκολα φυσικά μπορεί να φανταστεί κανείς πως οι καταθέτες θα αποταμίευαν μακροπρόθεσμα τα χρήματα τους, πληρώνοντας ένα ορισμένο επιτόκιο, αντί να εισπράττουν τόκους. Πόσο μάλλον οι εισοδηματικά ισχυροί, οι οποίο έχουν εναλλακτικές επιλογές σε άλλες χώρες του πλανήτη.

.

Η «αποθήκευση» χρημάτων

Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος του κειμένου, ο αποπληθωρισμός, από την οπτική γωνία των ανθρώπων, φαίνεται αρχικά ωφέλιμος, επειδή αυξάνει τα πραγματικά τους εισοδήματα, με την έννοια πως η αγοραστική αξία των χρημάτων τους γίνεται μεγαλύτερη.

Εν τούτοις, ο «πληθωρισμός της ζήτησης», τον οποίο διαπραγματεύομαι εδώ θωρώντας τον θανατηφόρο ασθένεια, δεν προκαλεί μία συγκυριακή πτώση των τιμών, αλλά μία διαρκή, καθώς επίσης μία αναμενόμενη πτώση. Σε αυτή την περίπτωση, το κίνητρο των ανθρώπων να μην δαπανούν τα χρήματα τους, αλλά να τα «αποθηκεύουν» είναι μεγάλο, αφού γίνονται συνεχώς πολυτιμότερα (κερδίζουν σε αξία). Οι επιχειρήσεις με τη σειρά τους έχουν επίσης ένα μεγάλο κίνητρο να αναβάλλουν τις επενδύσεις τους, αφού τα μηχανήματα φθηναίνουν συνεχώς, ενώ η ζήτηση για τα προϊόντα τους μειώνεται.

Οι δύο αυτές συνιστώσες όμως περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη συνολική ζήτηση, κλιμακώνοντας την ανεργία. Με απλούστερα λόγια, αυτό που σε ατομικό επίπεδο είναι ορθολογικό οδηγεί, εάν υιοθετηθεί από όλους μαζί, σε μία οικονομική καταστροφή: σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης, ο οποίος καταλήγει στο χάος.

Μόνο εάν η κεντρική τράπεζα μπορέσει να δημιουργήσει «πληθωριστικές αναμονές» (όπως η Fed στην ανάλυση «Το αμερικανικό πείραμα»), υπάρχει η δυνατότητα να επιτύχει κάποια θετικά αποτελέσματα. Αυτό προσπαθεί από αρκετό καιρό η Τράπεζα της Ιαπωνίας, χωρίς να τα καταφέρνει, με την ΕΚΤ να την ακολουθεί σήμερα.

Η εναλλακτική λύση είναι η δημοσιονομική πολιτική (ελαφρύνσεις στους φόρους, επιδότηση των επενδύσεων κλπ.), καθώς επίσης η ενδυνάμωση των εξαγωγών, με τη βοήθεια της μείωσης της ισοτιμίας του νομίσματος (κάτι που επίσης υιοθετήθηκε από την Ιαπωνία, ενώ προσπαθεί η ΕΚΤ).

.

Η αύξηση του χρέους

Ο αποπληθωρισμός είναι απόλυτα καταστροφικός, όταν τα χρέη είναι πολύ υψηλά, ενώ η «έλευση» του διευκολύνεται σε χώρες που είναι βυθισμένες σε μία ύφεση ισολογισμών (ανάλυση). Με βάση την προηγούμενη αναφορά μου στα πραγματικά επιτόκια, η αιτία της αύξησης των χρεών σε εποχές αποπληθωρισμού, είναι πολύ απλή: ένας σταθερά μειούμενος πληθωρισμός, πόσο μάλλον ένας αποπληθωρισμός, αυξάνουν τα πραγματικά επιτόκια δανεισμού και επομένως το κόστος για την εξυπηρέτηση των χρεών, σε όρους αγοραστικής αξίας των χρημάτων.

Αυτό σημαίνει πως ένα συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του χρέους, με αποτέλεσμα να μειώνεται η κατανάλωση, να αναβάλλονται οι επενδύσεις και να περιορίζεται περαιτέρω η ζήτηση. Ο περιορισμός της ζήτησης είναι επί πλέον σε αυτόν που προκαλείται από τις αιτίες που αναφέρθηκαν παραπάνω.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.