Οι αρχιερείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος
Περαιτέρω, οι κεντρικοί τραπεζίτες ήταν ανέκαθεν της άποψης ότι, είναι καλύτερα να αναλαμβάνουν αυτοί το τιμόνι, όταν μαίνεται μία κρίση, ενώ οι πολιτικοί μαλώνουν σε κοινή θέα – παρά το ότι η πολιτική ηγεσία δεν ανήκει στις πρωτοβουλίες μίας κεντρικής τράπεζας.
Από την άλλη πλευρά όμως, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, όσον αφορά την απαιτούμενη συνεργασία μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ΕΕ, είναι το ότι διαφέρουν σε ένα αποφασιστικό σημείο με τη γερμανική Bundesbank, η οποία ανήκει 100% στο κράτος: πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, οπότε είναι μάλλον απίθανο να λάβουν αυτές οι τράπεζες μέτρα, τα οποία θα έβλαπταν τους ιδιώτες-ιδιοκτήτες τους.
Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με τη Fed – η οποία είναι μία ιδιωτική τράπεζα, με κερδοσκοπικά ενδιαφέροντα. Ουσιαστικά πρόκειται για μία ιδιωτική τράπεζα, στην οποία έχουν δοθεί κρατικές αρμοδιότητες – αφού είναι υπεύθυνη για τη νομισματική σταθερότητα της χώρας, καθώς επίσης για την καταπολέμηση της ανεργίας, ενώ εμβάζει ετήσια μεγάλο μέρος των κερδών της στο αμερικανικό υπουργείο οικονομικών.
Αντίθετα, η ΕΚΤ δεν είναι ιδιωτική, αλλά είναι εντελώς ανεξάρτητη από την Πολιτική της Ευρωζώνης – ενώ απαγορεύεται να χρηματοδοτεί απ’ ευθείας τα κράτη. Παράλληλα, έχει ιδρυθεί με πρότυπο τη γερμανική Bundesbank – ενώ οι Γερμανοί έχουν εμπειρία από την κεντρική τους τράπεζα το 1930, από την Reichsbank, η οποία ήταν, όπως η Fed σήμερα: ιδιωτική με κρατικές αρμοδιότητες.
Όπως αποκάλυψε δε το 1953 ο πρόεδρος της (Schacht), η Reichsbank είχε συμβάλλει αποφασιστικά στην καταστροφή της Γερμανίας – αφού, με στόχο το κέρδος, είχε δανείσει χρήματα στους διεθνείς κερδοσκόπους, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν για να κερδοσκοπήσουν με το γερμανικό νόμισμα.
Το γεγονός αυτό (το οποίο γνωρίζουμε επίσης από τις ανάλογες πρωτοβουλίες της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία πιθανολογείται πως βοήθησε τους ξένους κερδοσκόπους να στοιχηματίσουν εναντίον της χώρας μας, επιταχύνοντας ή προκαλώντας τη χρεοκοπία της), ήταν ένας από τους λόγους της κατάρρευσης της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία.
Η Γερμανία, όταν το 1957 ίδρυσε την Bundesbank, ήθελε να αποφύγει ακριβώς αυτά τα λάθη – ενώ οι Γερμανοί, έχοντας την εμπειρία του καταστροφικότατου υπερπληθωρισμού που βίωσαν, έδωσαν στην κεντρική τους τράπεζα μία και μοναδική υπευθυνότητα: τη διατήρηση της σταθερότητας του μάρκου.
Με την στρατηγική αυτή η Γερμανία λειτούργησε πολύ καλά, έως την εισαγωγή του ευρώ – αφού κατάφερνε, με τη βοήθεια του νεωτερισμού των προϊόντων της, καθώς επίσης της αυξημένης παραγωγικότητας των εργαζομένων της, να εξάγει επιτυχώς τα προϊόντα της διεθνώς, παρά το «σκληρό μάρκο».
Μεταξύ των ετών 1948 και 1989 το βασικό επιτόκιο της γερμανικής κεντρικής τράπεζας κυμαινόταν πάντοτε μεταξύ του 3% και του 8% – ενώ η τράπεζα διατηρούσε τις αποστάσεις της από την Πολιτική, ακόμη και αν υπήρχαν σοβαρές συγκρούσεις.
Αντίθετα, οι κεντρικές τράπεζες της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν το «μαλακό» νόμισμα για τη ρύθμιση της οικονομίας τους – μειώνοντας την ισοτιμία του, όταν τα προϊόντα τους έχαναν σε ανταγωνιστικότητα (κάτι που φυσικά δεν είναι κακό, αλλά απολύτως θεμιτό).
Ιδιοκτήτες της κεντρικής τράπεζας της Ιταλίας βέβαια είναι οι μεγάλες ιταλικές τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και ορισμένα συνταξιοδοτικά ταμεία – όπως συμβαίνει και με την κεντρική τράπεζα της Γαλλίας, η οποία ιδιωτικοποιήθηκε το 1993, εν όψει της εισαγωγής του ευρώ!
.
Επίλογος
Με την ίδρυση της ΕΚΤ, κατά τα πρότυπα της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, υπήρξε για πρώτη φορά στην Ευρώπη μία ασυμβίβαστη ουσιαστικά μορφή «μικτών κουλτούρων» – με τους εκάστοτε εθνικούς κεντρικούς τραπεζίτες να θέλουν να οδηγήσουν το πλοίο σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Λογικό επακόλουθο τώρα ήταν και είναι να αποφασίζεται η τελική κατεύθυνση, μετά από αγώνες ισχύος μεταξύ τους – όπου όμως οι εκπρόσωποι της Bundesbank μειοψηφούσαν ανέκαθεν. Αυτά που αποφασίζονται λοιπόν από την ΕΚΤ, ωφελούν τελικά τις υπερχρεωμένες χώρες, καθώς επίσης τις επενδυτικές τράπεζες – τους κερδοσκόπους, για να είμαστε πιο σαφείς, εις βάρος των φορολογουμένων Πολιτών, αφού αυτοί επιβαρύνονται συνήθως από την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων.
Ωφελούν επίσης αυτές τις χώρες, οι Πολίτες των οποίων επενδύουν παραδοσιακά σε ακίνητα και δεν εμπιστεύονται τις καταθέσεις στις τράπεζες – αντίθετα με τους Γερμανούς, οι οποίοι διατηρούν συνήθως τα χρήματα τους σε καταθέσεις στις τράπεζες. έχοντας εμπιστοσύνη στο νόμισμα, από την εποχή του μάρκου.
Επομένως, υπάρχει μία μεγάλη σύγκρουση συμφερόντων εντός της Ευρωζώνης η οποία, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες «φυγόκεντρες δυνάμεις» που έχουν αναπτυχθεί εντός της, θα την οδηγήσει αργά ή γρήγορα στη διάλυση – ενδεχομένως δε τη Γερμανία σε μονομερή έξοδο, η οποία όμως θα την απομόνωνε όπως τη δεκαετία του 1930, με τα γνωστά τρομακτικά επακόλουθα.
Φυσικά μπορεί ίσως να αποφευχθεί το μοιραίο, εάν η Ευρωζώνη ενωθεί τραπεζικά, δημοσιονομικά και πολιτικά – κάτι που όμως δεν είναι τόσο εύκολο να επιτευχθεί, για πάρα πολλούς λόγους. Επομένως, εάν θεωρηθεί πως ισχύουν τα παραπάνω, η εναλλακτική, βιώσιμη λύση είναι η ελεγχόμενη επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην αφετηρία – στην προ ευρώ εποχή δηλαδή, όπου όλα τα εθνικά νομίσματα ήταν συνδεδεμένα με την ευρωπαϊκή νομισματική μονάδα (ανάλυση).
*πηγή: F&W
.
