Οι κεντρικές τράπεζες
Συνεχίζοντας, τα ονομαζόμενα «δραστικά μέτρα» των κεντρικών τραπεζών, έχουν σαν αποτέλεσμα το να κερδίζει κυρίως ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, από τους επιτυχημένους νεωτερισμούς στην πραγματική οικονομία – ενώ όταν οι επενδύσεις αποτυγχάνουν, τότε οι ζημίες επιβαρύνουν συνήθως τους μικρομετόχους των τραπεζών ή τους φορολογουμένους Πολίτες.
Η παρεμβατικότητα δε των κυβερνήσεων, μέσω της παραγωγής «δανειακών χρημάτων», οδηγεί νομοτελειακά στην μη επίλυση των προβλημάτων, τα οποία γίνονται διαρκώς μεγαλύτερα – γεγονός που τεκμηριώνεται ακόμη και από τη σύσκεψη για την ειρήνη που διεξήχθητε στο Παρίσι το 1919, η οποία θεωρείται ως ο βασικός ένοχος της καταστροφής που ακολούθησε.
Η αιτία ήταν το ότι, οι «νικημένοι ευρωπαϊκοί εχθροί» επιβαρύνθηκαν με τεράστια ποσά διεθνών χρεών, τα οποία ήταν αδύνατον ποτέ να εξοφληθούν – κάτι που είχε τονίσει επαρκώς ο Keynes, χωρίς όμως να εισακουσθεί.
Η βασική όμως ομάδα ενόχων εκείνη την εποχή ήταν οι κεντρικοί τραπεζίτες – ενώ η εξέλιξη της κρίσης, σε μία παγκόσμια καταστροφή, δεν ήταν αναγκαία και θα μπορούσε να αποφευχθεί. Με βάση την εμπειρία τους οι τραπεζίτες γνώριζαν πως εκείνη η οικονομία, η οποία κατευθύνεται από το «αόρατο χέρι της αγοράς», λειτουργεί σωστά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα – ενώ «το χέρι φαίνεται να χάνεται», σε εποχές πανικού.
Σε τέτοιες εποχές οι αγορές, ιδίως οι χρηματοπιστωτικές, τρομάζουν υπερβολικά και γίνονται ανορθολογικές. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, για να εκλογικευθούν οι αγορές και να επιτευχθεί ένα είδος ισορροπίας, είναι απαραίτητος ένας ορατός ηγέτης, ο οποίος να οδηγεί το αθέατο χέρι της αγοράς. Με απλά λόγια λοιπόν, τότε και τώρα, το ζητούμενο ήταν και είναι η σωστή ηγεσία – κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ίσως ακούγεται.
.
Οι κυβερνήσεις
Το πρόβλημα εδώ δεν βρίσκεται ουσιαστικά στην προσωπικότητα του ηγέτη, με την πολιτική ή δημαγωγική της έννοια, αλλά στο πώς μπορεί κάποιος να κατευθύνει το αθέατο χέρι της αγοράς, όταν αυτό έχει «αποκοιμηθεί» – όταν παύει να λειτουργεί.
Ειδικότερα, είναι εντελώς φυσιολογικό να επικρατεί πανικός, όταν κάποιος κινδυνεύει να χρεοκοπήσει – ενώ είναι προφανές ότι, κανένας δεν αποτυγχάνει ευχάριστα. Οποιοσδήποτε καταλαβαίνει τη θέση και τα συναισθήματα αυτού που χρεοκοπεί, του πρωθυπουργού μίας χώρας ή του επιχειρηματία, όταν ο σύνδικος πτώχευσης (το ΔΝΤ στα κράτη) εισβάλλει στο χώρο του – λέγοντας του ότι θα πρέπει να συμπεριφερθεί σαν ένα ανήλικο παιδί, το οποίο οφείλει να κάνει ότι του λένε οι γονείς του, χωρίς καμία αντίρρηση και καμία δική του πρωτοβουλία (όπως συμβαίνει στην Ελλάδα από το 2010).
Περαιτέρω, οι χρηματαγορές δεν είναι λιγότερο παράλογες ή φοβισμένες, συγκριτικά με τις υπόλοιπες αγορές. Γνωρίζουν όμως ότι, οι κυβερνήσεις είναι «εξτρεμιστικά παράλογες» και πανικοβάλλονται υπερβολικά – ειδικά όσον αφορά τα δημόσια χρέη του κράτους που κυβερνούν.
Εάν λοιπόν τις απειλήσει κανείς με ένα κραχ, καθώς επίσης με την δυσάρεστη προοπτική, στις επόμενες εκλογές να απευθυνθούν στους πολίτες της χώρας τους με λιγότερα «δώρα», πόσο μάλλον με περικοπές και με μέτρα λιτότητας, είναι κατά πολύ προθυμότερες να τυπώσουν χρήματα – τουλάχιστον από τότε που εφευρέθηκαν τα χρήματα χωρίς αντίκρισμα (Fiat money).
Αυτό συμβαίνει πάντοτε, επειδή τρέφουν την παράλογη ελπίδα ότι, το αόρατο χέρι της αγοράς θα «ξυπνήσει» έως τις επόμενες εκλογές – οπότε θα αναλάβει ξανά την ηγεσία της οικονομίας της χώρας τους, εξαφανίζοντας ως δια μαγείας τα προβλήματα της. Αν και κάτι τέτοιο ακούγεται ως «δεισιδαιμονία», εν τούτοις συμβαίνει πάντοτε και παντού – με αποτελέσματα που δεν είναι δύσκολο να προβλεφθούν.
.
Οι παραλληλισμοί με τη Μεγάλη Ύφεση
Τα συναισθήματα «βιβλικής καταστροφής», τα οποία διευρύνονται κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης πίσω από κλειστές πόρτες, για να μην γίνουν αντιληπτά από τις μάζες, θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό τα αντίστοιχα της δεκαετίας του 1930.
Ειδικότερα, εντός της ΕΕ επικρατούν διαφορετικές απόψεις, σε σχέση με το ρυθμό, με τον οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπισθούν τα χρέη πληθωριστικά – αφού αυτό σχεδιάζεται.
Η Γερμανία, η καγκελάριος της οποίας συνέκρινε την εποχή μας με αυτήν πριν από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο (άρθρο), φοβάται την αντίδραση των επενδυτών, οι οποίοι αγοράζουν τα ομόλογα της, με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια – όπου δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει πως τα χρέη της χώρας, σε απόλυτο μέγεθος, αλλά και σχετικό με το ΑΕΠ, είναι τεράστια.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η απαιτούμενη μείωση των χρεών ορισμένων κρατών σε δις € με στοιχεία του 2009 (σκούρα στήλη) – επίσης, οι φόροι περιουσίας ανά χώρα σε ποσοστά, οι οποίοι «σχεδιαζόταν» να επιβληθούν για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο (ανοιχτόχρωμη στήλη). Με μπλε είναι το δημόσιο χρέος, με πράσινο των επιχειρήσεων και με καφέ των νοικοκυριών – όπου διαπιστώνεται ακόμη μία φορά πως η Ελλάδα (237% του ΑΕΠ) είχε χαμηλότερο συνολικό, εκτός τραπεζών χρέος, από το μέσο της Ευρωζώνης (248%), ενώ τα χρέη της Γερμανίας, σε απόλυτο μέγεθος, είναι υπερβολικά υψηλά.
.
Το συνολικό χρέος (νοικοκυριά, ιδιωτικός τομέας, κράτος) ανά χώρα και οι απαραίτητες απομειώσεις
(Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)
.
Αντίθετα από τη Γερμανία, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου θεωρούν ότι, η άμεση μείωση της ισοτιμίας του ευρώ, μέσω της εκτύπωσης νέων χρημάτων, θα κάνει τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά, αυξάνοντας τις εξαγωγές τους – ενώ διαρκώς εμφανίζονται νέα προβλήματα, όπως η ανάγκη διάσωσης των τραπεζών της Σλοβενίας, το τεράστιο ιδιωτικό χρέος της Ολλανδίας, τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Αυστρίας (άρθρο), η κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας κοκ.
Σε μία τέτοια περίπτωση λοιπόν τα βλέμματα στρέφονται ξανά προς το σημερινό, αόρατο μονάρχη – προς το διοικητή της ΕΚΤ ο οποίος, περικυκλωμένος από τραπεζικά ζόμπι (ανάλυση) καλείται, όπως κάποτε ο διοικητής της τράπεζας της Αγγλίας (Montagu Norman) να συμπεριφερθεί αποφασιστικά, λαμβάνοντας δραστικά μέτρα για τη διάσωση του συστήματος.

