Το τέρας της ανεργίας (β) – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Το τέρας της ανεργίας (β)

2.  Η θεωρία του Keynes

Σύμφωνα με τη θεωρία του Keynes, ένα μέρος της ανεργίας οφείλεται στην «ελλειμματική» ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Η αιτιολογία της ανάγεται στο γεγονός ότι, οι μισθοί των εργαζομένων (το ύψος τους επίσης) δεν αποτελούν μόνο κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά λειτουργούν και σαν «αγοραστική δύναμη».

Επομένως, η «απαίτηση» της ελεύθερης αγοράς για χαμηλούς μισθούς, μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (άρα την παραγωγή, τις επενδύσεις, το ΑΕΠ κλπ), οπότε χρειάζεται ένας «αντισταθμιστικός» παράγοντας «εξίσωσης» της απώλειας της ζήτησης – μέσω της αύξησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών που «εφοδιάζουν» οι επιχειρήσεις ή της επέκτασης των εξαγωγών.

Για παράδειγμα, η Γερμανία έχει επιλέξει την αύξηση της ζήτησης μέσω των εξαγωγών, σε συνδυασμό με την αύξηση των αποταμιεύσεων που προέρχονται από τη μειωμένη ζήτηση στο εσωτερικό της – έτσι ώστε οι αποταμιεύσεις να οδηγούνται σε επενδύσεις, κυρίως στην εξαγωγική βιομηχανία της. Πρόκειται για έναν επιτυχημένο μεν για την ίδια, αλλά «θανατηφόρο» συνδυασμό για τους δήθεν «εταίρους» της («πελάτες» καλύτερα), στους οποίους εξάγει σχεδόν το 60% των προϊόντων της – προκαλώντας την υπερχρέωση τους, καθώς επίσης την καταστροφή χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Λογικά λοιπόν, η μείωση των μισθών δεν δημιουργεί από μόνη της νέες θέσεις εργασίας ενώ, ανάλογα με την πτώση του επιπέδου των τιμών και με το επιτόκιο δανεισμού, «επηρεάζεται» η ζήτηση για επενδύσεις – με την πτώση των τιμών να οδηγεί συχνά την Οικονομία σε αποπληθωρισμό. Η θεωρία του οικονομολόγου τεκμηριώνεται σε γενικές γραμμές ως εξής:

.

(α)  «Εμπειρικά» οι μισθοί είναι ανελαστικοί – δηλαδή, δεν μειώνονται όταν αυξάνεται η ανεργία. Ένας από τους λόγους είναι αναμφίβολα οι συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες προσδιορίζουν τα χαμηλότερα επιτρεπόμενα επίπεδα αμοιβών. Ακόμη όμως και να μην υπήρχαν, οι εργαζόμενοι αντιδρούν έντονα σε μειώσεις του «ονομαστικού» μισθού τους (παραδόξως όχι του πραγματικού, αυτού δηλαδή που εκφράζεται με την αγοραστική δύναμη – γεγονός που συνηγορεί υπέρ του πληθωρισμού, της αύξησης δηλαδή των τιμών των προϊόντων, για τη «διόρθωση» των μισθών).

Εν τούτοις, σε περιόδους χρεοκοπίας, όπως αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, οι εργαζόμενοι φαίνεται να συμβιβάζονται ακόμη και με τις μειώσεις των ονομαστικών αμοιβών τους – γεγονός που θέτει σε αμφιβολία τη θεωρεία του Keynes, στο συγκεκριμένο σημείο.

(β)  Ο μισθός δεν είναι μόνο ένα «μέγεθος», αλλά χρησιμεύει επίσης στη δημιουργία «κινήτρων» για τους εργαζομένους. Έτσι λοιπόν μπορεί να είναι λογική η αύξηση του επάνω από το «σημείο ισορροπίας» για την επιχείρηση ή το κράτος, εάν λειτουργήσει ως κίνητρο για την αύξηση της παραγωγικότητας.

(γ)  Ο μισθός καθορίζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων με αποτέλεσμα, πολλές φορές να αναζητείται δεύτερη απασχόληση, για την εξισορρόπηση τυχόν μειώσεων του. Αυτό αυξάνει με τη σειρά του την προσφορά στην αγορά εργασίας, οπότε απαιτούνται περεταίρω μειώσεις για την εξισορρόπηση της.

(δ)  Η αγορά εργασίας δεν είναι «ομοιογενής», αλλά τοπική και κλαδική οπότε, μπορεί να μειώνονται οι αμοιβές σε μία περιοχή, λόγω υφιστάμενης «τοπικής» ανεργίας, ενώ ταυτόχρονα να αυξάνονται σε κάποια άλλη. Στην περίπτωση αυτή, είτε οφείλουν να μεταναστεύσουν οι εργαζόμενοι για την εύρεση υψηλότερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, είτε να μεταφέρουν οι επιχειρήσεις την παραγωγή τους στις περιοχές χαμηλότερου κόστους εργασίας (όπως συμβαίνει με πολλές βιομηχανίες της Β. Ελλάδας, οι οποίες έχουν μεταφερθεί στις γειτονικές χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού και μειωμένης φορολογίας).

Εάν όμως οι «συντελεστές παραγωγής» δεν είναι ευέλικτοι, δεν μετακινούνται δηλαδή εύκολα από περιοχή σε περιοχή (πόσο μάλλον στις σημερινές, παγκοσμιοποιημένες συνθήκες), τότε οι μειωμένοι μισθοί δεν εξαλείφουν την ανεργία.

(ε)  Η αγορά εργασίας είναι μία «δευτερογενής» αγορά. Δηλαδή, η εργασία δεν καλύπτει, όπως ένα προϊόν, μία συγκεκριμένη ανάγκη, δεν εργάζεται κανείς για την εργασία – η εργασία «πηγάζει» ουσιαστικά από τη συνολική ζήτηση για  αγαθά και υπηρεσίες. Επομένως η άποψη των κλασικών, σύμφωνα με την οποία η ανεργία οφείλεται στην ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας, δεν είναι ολοκληρωμένη, αφού δεν συμπεριλαμβάνει τη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες.

.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν η ανεργία, κατά τον Keynes, οφείλεται σε ένα σφάλμα της ζήτησης (εποχιακό, αναπτυξιακό κλπ), οπότε για την καταπολέμηση της προτείνονται «αντικυκλικά» δημοσιονομικά μέτρα (κρατικά έργα κλπ) – τα οποία εμποδίζουν τη μείωση της ζήτησης, μέσω της μη αύξησης της ανεργίας σε περιόδους ύφεσης. Αντίθετα, η Αυστριακή σχολή προτείνει μείωση των φόρων για την αύξηση της ζήτησης. Η δική μας άποψη ευρίσκεται εν μέρει στην ανάλυση μας «Δημιουργία πλούτου».

Συνεχίζοντας, η «ελλειμματική» ζήτηση, η οποία προκαλεί ανεργία, μπορεί να οφείλεται και σε πολλούς άλλους διαφορετικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα στον «καταναλωτικό κορεσμό». Εν τούτοις, ο συνολικός κορεσμός μίας Οικονομίας δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πειστικά, επειδή ακριβώς η ακούσια ανεργία συμβαδίζει με μη ικανοποιημένες καταναλωτικές επιθυμίες – οι οποίες αποδεικνύουν ότι, η συνολική παραγωγική ικανότητα της Οικονομίας δεν είναι «κορεσμένη». Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η «παγίδα της ζήτησης» στην Οικονομία, επειδή

.

(α)  από τη μία πλευρά αυτοί που διαθέτουν υψηλά εισοδήματα δεν μπορούν να αυξήσουν περεταίρω την κατανάλωση τους (δημιουργώντας την ανάγκη νέων επενδύσεων, αυξημένης απασχόλησης κλπ), οπότε κερδοσκοπούν ή αποταμιεύουν «αναγκαστικά», αφαιρώντας αγοραστική δύναμη,

(β)  ενώ, από την άλλη πλευρά, οι εισοδηματικά ασθενέστεροι (μεμονωμένα άτομα ή ολόκληρες χώρες) δεν μπορούν να καλύψουν τις καταναλωτικές επιθυμίες τους και αναγκάζονται να χρεωθούν για να το κάνουν (η ουσιαστική αιτία της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης στις Η.Π.Α.).

.

Στηριζόμενα λοιπόν στη θεωρία του Keynes τα «δυτικά» κράτη, προσπάθησαν να καταπολεμήσουν τη μείωση της ζήτησης σε περιόδους ύφεσης, μέσω της αύξησης των δημοσίων δαπανών. Η μέθοδος αυτή ουσιαστικά έχει «χρεοκοπήσει» ήδη από τη δεκαετία του ΄70 όταν, μεταξύ άλλων, αποδείχθηκε ότι, οι Πολιτικοί δεν ήταν σε θέση να σταματήσουν τα δημόσια προγράμματα, μετά την πάροδο της ύφεσης και την ανάπτυξη της Οικονομίας. Πολύ περισσότερο αφού, εάν το πρόβλημα οφειλόταν σε πολύ υψηλούς μισθούς ή σε περιορισμένη ευελιξία της αγοράς εργασίας, οι δημόσιες δαπάνες δεν συντελούσαν καθόλου στην επίλυση του.

Οι λύσεις που προτείνει η θεωρία του Keynes είναι αποτελεσματικές σε περιόδους απότομης πτώσης της ζήτησης – όπως για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1929. Εάν όμως είναι υπεύθυνη η «ελλειμματική» προσφορά για την ανεργία, όπως για παράδειγμα συμβαίνει όταν οι μισθοί είναι υπερβολικά υψηλοί ή η φορολογία πολύ μεγάλη, τότε η αύξηση των δημοσίων δαπανών όχι μόνο δεν βοηθάει, αλλά είναι εντελώς αντιπαραγωγική – επιτυγχάνεται δηλαδή ακριβώς το αντίθετο.

Περαιτέρω, στις σημερινές συνθήκες της «άναρχης παγκοσμιοποίησης» απαιτείται επειγόντως μία καινούργια οικονομική θεωρεία. Η θεωρεία αυτή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να δίνει ικανοποιητικές απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα:

.

”Πότε οι μισθοί είναι πολύ υψηλοί ή η φορολογία υπερβολικά μεγάλη; Δεν αποτελούν και τα δύο «συγκριτικά» μεγέθη; Συγκρινόμενοι οι «δυτικοί» μισθοί με τους ασιατικούς (μέχρι πρόσφατα, οι συγκρίσεις αφορούσαν την Ευρώπη και τις Η.Π.Α.), δε είναι απίστευτα υψηλοί;

 .

Οι μισθοί δεν καθορίζουν τελικά τις υπόλοιπες αξίες (ακίνητα, χρεόγραφα κλπ) – κατ’ επακόλουθο, τις υφιστάμενες εγγυήσεις του υπάρχοντος, αλλά και του νέου δανεισμού; Συγκρινόμενη η φορολογία διαφόρων χωρών μεταξύ τους (για παράδειγμα η Ελληνική με τη Βουλγάρικη) δεν είναι εντελώς μη ισορροπημένη; Τέλος, πως είναι δυνατόν να αυξηθούν οι δημόσιες επενδύσεις (ακόμη και αν ήταν παραγωγικές), όταν τα περισσότερα δυτικά κράτη είναι πλέον κάτι περισσότερο από υπερχρεωμένα;

Ειδικά όσον αφορά την ανεργία, δεν είναι (δυστυχώς) μονόδρομος η καταπολέμηση της μέσω του πληθωρισμού; (εάν αυξάνονται οι μισθοί λιγότερο από τις τιμές, τότε συνεχίζει μεν η ονομαστική αύξηση τους, αλλά μειώνεται η πραγματική, με αποτέλεσμα την «ελαστικοποίηση» τους, χωρίς κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις).

Είναι δυνατόν όμως να αποδώσει ο περιορισμένος πληθωρισμός, «εν μέσω» της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης και του εξουθενωτικού μισθολογικού ανταγωνισμού της Κίνας; Πόσο μάλλον όταν εμφανέστατα «δυσλειτουργεί» το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι επενδύσεις είναι πολλαπλάσιες των αποταμιεύσεων (ενάντια στη θέση του Keynes: «Οι αποταμιεύσεις είναι, και πρέπει να είναι, ίσες με τις επενδύσεις»), ενώ η παγκοσμιοποίηση έχει «διαστρεβλώσει» εντελώς τη φύση τους, αφού οι επενδύσεις διενεργούνται μακριά από εκεί που δημιουργούντα οι αποταμιεύσεις;

Τι σημαίνει αλήθεια για την αγορά εργασίας όταν, για παράδειγμα, η Κίνα δανείζει στις Η.Π.Α. το ποσόν των 2 τρις $ και οι αμερικανοί επενδύουν αυτά τα 2 τρις $ πίσω στην Κίνα; Μήπως πως τόσο ο τόκος, όσο και η εργασία προσελκύονται από την παραγωγή και όχι από την κατανάλωση – επιταχύνοντας την παρακμή της καταναλωτικής χώρας και ενισχύοντας την άνοδο της παραγωγικής;”    


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading