Από την άλλη πλευρά, κάθε αγορά μειώνει τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία ή αυξάνει τα χρέη του αγοραστή. Με τον τρόπο αυτό αποκτούν οι άλλοι εισοδήματα, οπότε είτε αυξάνονται τα χρήματα των αποταμιευτών, είτε μειώνονται τα ελλείμματα (χρέη) των οφειλετών – ενώ το ισοζύγιο παραμένει σταθερά μηδενικό.
Εάν όλοι οι άνθρωποι θέλουν να χρωστούν περισσότερα και να αποταμιεύουν λιγότερα, τότε αυξάνονται οι συνολικές δαπάνες και με αυτές τα εισοδήματα.
Ποτέ δεν υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των μονεταριστικών αποταμιεύσεων και των χρεών. Επίσης, δεν υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών αποταμιεύσεων και των επενδύσεων – όπως έχει τεκμηριώσει επαρκώς ο Keynes.
Ο «μονεταριστικός» αυτός μηχανισμός, ο οποίος «επιβραβεύει» τις συνολικά αυξανόμενες δαπάνες με την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ «τιμωρεί» τη συλλογική επιθυμία αύξησης των αποταμιεύσεων, με τη μείωση των πραγματικών και όχι μόνο των ονομαστικών εισοδημάτων, είναι γνωστός σε όλους μας ως «Οικονομία (της Ανάπτυξης)».
Περαιτέρω, η πολυδιαφημιζόμενη «ισορροπία των αγορών» θα μπορούσε να συμβεί, εάν συμφωνούσαν αυτόματα οι προγραμματισμένες χρεώσεις (δάνεια) με τις αποταμιεύσεις, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η εξισορρόπηση – κάτι που θα χαρακτηριζόταν μάλλον ως θαύμα αφού θα σήμαινε ότι, τα σχέδια αυτών που αποταμιεύουν είναι τα ίδια με αυτών που χρεώνονται. Επίσης ότι οι μελλοντικές προσμονές, όσον αφορά τα εισοδήματα, εκπληρώνονται επακριβώς.
Συμπερασματικά λοιπόν οι αποταμιεύσεις, η μείωση των δαπανών καλύτερα, είναι η αιτία όλων των οικονομικών κρίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση και όσον αφορά την Ελλάδα σήμερα διαπιστώνεται ότι, ένας στατιστικά μέσος Πολίτης, ο οποίος φοβάται για το μέλλον του, παύει να δανείζεται, δεν χτίζει κανένα σπίτι, δεν αγοράζει νέο αυτοκίνητο και δαπανά όσα λιγότερα χρήματα μπορεί, για την κάλυψη των βασικών αναγκών του – με αποτέλεσμα να μειώνονται συνεχώς τα εισοδήματα του, κατ’ επέκταση το ΑΕΠ και τα έσοδα της χώρας, οπότε να βαθαίνει διαχρονικά η κρίση.
Η εξέλιξη του δανεισμού του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα φαίνεται στο διάγραμμα που ακολουθεί – από το οποίο παρατηρείται η ραγδαία μείωση της, η οποία ξεκίνησε αμέσως μετά την κρίση (2009).
.

.
Πόσο χαμηλά λοιπόν θα έπρεπε να πέσει το σημερινό του εισόδημα, για να είναι υποχρεωμένος να δαπανά κανείς το 100% για την κάλυψη των βασικών αναγκών του, καθώς επίσης για τις απολύτως απαραίτητες επενδύσεις; Ακριβώς εδώ ευρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα, σχετικά με το πότε ακριβώς θα είμαστε αντιμέτωποι με το ζενίθ της κρίσης (το ναδίρ της οικονομίας).
Ειδικότερα, όταν κανένας δεν θα μπορεί πλέον να περιορίσει τις δαπάνες του, οπότε δεν θα είναι δυνατόν να μειωθούν πια τα εισοδήματα των άλλων, τότε θα έχουμε φτάσει στο κατώτατο σημείο της κρίσης.
Οι μειώσεις των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών δεν είναι εδώ το ζητούμενο – αντίθετα, επιδεινώνουν σημαντικά την κρίση (αποπληθωρισμός), αφού λειτουργούν αρνητικά ως προς τη διάθεση για κατανάλωση και για επενδύσεις.
Το «ζητούμενο» είναι η μείωση του πραγματικού επιπέδου ζωής σε τέτοιο βαθμό, ώστε όσο και να προσπαθήσει κανείς να περιορίσει περαιτέρω τις δαπάνες του, να μην μπορεί να το κάνει.
Τότε φτάνει μία οικονομία στο ζενίθ της κρίσης, «στον πυθμένα» όπως αποκαλείται – εάν φυσικά δεν ληφθούν προηγουμένως μονεταριστικά και δημοσιονομικά μέτρα. Όσο μειώνονται οι δαπάνες λοιπόν, τόσο περιορίζονται τα εισοδήματα, με βάση το «παράδοξο της αποταμίευσης» του Keynes – έως ότου ακόμη και με τον πιο επώδυνο τρόπο, με όλες τις αιματηρές θυσίες, δεν θα μπορούν να υπάρχουν αποταμιεύσεις (παραπάνω από τις πραγματικές επενδύσεις, οι οποίες όμως, σε περιόδους κρίσης, δεν διενεργούνται καθόλου και εξισώνονται με το μηδέν).
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, η μαζική έξοδος των αποταμιεύσεων το 2010 (γράφημα που ακολουθεί), μετά το ξέσπασμα της κρίσης, καθώς επίσης τους φόβους εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη, διαστρεβλώνει την πραγματική εικόνα – με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να οδηγηθεί κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα.
.

.
Εν τούτοις, με βάση τις πραγματικές καταθέσεις των Ελλήνων, όπου και αν ευρίσκονται, καθώς επίσης τα υπόλοιπα περιουσιακά τους στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν, πιθανολογείται ότι απέχουμε ακόμη αρκετά από τον «απόλυτο πυθμένα» – χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι, θα πρέπει να οδηγηθούμε εκεί, επιμένοντας στη εγκληματικά λανθασμένη πολιτική λιτότητας χωρίς αναπτυξιακά κίνητρα και σκάβοντας μόνοι μας το λάκκο μας.
Ολοκληρώνοντας (αν και τα επακόλουθα της παραπάνω θεωρίας είναι πολύ περισσότερα, αλλά δεν θέλουμε να κουράσουμε), είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί συμπολίτες μας, ευρισκόμενοι ήδη στα όρια, θεωρούν πως έχουμε φτάσει πια στον πυθμένα της κρίσης.
Εν τούτοις κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού ο μέσος όρος απέχει (αρκετά ίσως) ακόμη, από το να έχει περιορίσει τις δαπάνες του, σε σημείο που να αδυνατεί να τις μειώσει παραπάνω. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι, η μείωση των εισοδημάτων θα συνεχισθεί, αφού θα συνεχίσουν να μειώνονται οι δαπάνες – εάν το κράτος παραμείνει στην περιοριστική του πολιτική (μείωση των ελλειμμάτων, αύξηση των φόρων κλπ.).
Από την άλλη πλευρά είναι φανερό το ότι, δεν έχει δημιουργηθεί ακόμη εκείνη η «κρίσιμη μάζα» των Πολιτών οι οποίοι, αδυνατώντας πλέον να επιβιώσουν, θα προκαλούσαν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και μαζικές εξεγέρσεις.
Δυστυχώς αυτό είναι πολύ καλά γνωστό στη σκιώδη διακυβέρνηση της χώρας, η οποία θα συνεχίσει να εφαρμόζει την ίδια πολιτική, εντείνοντας παράλληλα τα αστυνομικά μέτρα και ενισχύοντας τις δυνάμεις καταστολής (εκφασισμός του κράτους).
.
Υστερόγραφο: Στην οικονομία της αγοράς όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ιδιώτες, όπου είναι καλύτερα να σκέφτεται κανείς πως θα κερδίσει περισσότερα, έναντι του πως θα δαπανήσει λιγότερα, έτσι και στα κράτη είναι προτιμότερες οι σκέψεις για ανάπτυξη, από αυτές της λιτότητας (μείωσης των δημοσίων επενδύσεων, αύξησης των φόρων κλπ.).
Στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση μίας πλούσιας χώρας, όπως η Ελλάδα, οφείλει να επικεντρώνεται στην ανάπτυξη – στην αύξηση του ΑΕΠ δηλαδή, μέσω της οποίας αφενός μεν περισσεύουν τα έσοδα, αφετέρου μειώνεται δραστικά η σχέση χρέους προς ΑΕΠ – λόγω της αύξησης του παρανομαστή και χωρίς να απαιτείται εκείνη η «περιοριστική πολιτική λιτότητας», η οποία καταστρέφει τόσο το παραγωγικό, όσο και το εργατικό δυναμικό ενός κράτους.
Για να μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εκδιωχθεί η Τρόικα, καθώς επίσης να ευρεθούν τρόποι αυτοχρηματοδότησης – οι κυριότεροι των οποίων θα ήταν ίσως η έκδοση εγγυημένων ομολόγων του δημοσίου (με ακίνητη περιουσία), η είσοδος του ΤΑΙΠΕΔ στο χρηματιστήριο, η ίδρυση μίας κρατικής επενδυτικής τράπεζας για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας κοκ.
Όλα τα υπόλοιπα, μεταξύ των οποίων το πως δεν θα πληρώσουμε τα χρέη μας, τα οποία δεν είναι σε καμία περίπτωση επαχθή (ανάλυση), ενώ έχουν εντελώς αβέβαιες πιθανότητες ρεαλιστικής μείωσης, κοστίζουν τα πολλαπλάσια – κάτι που θα έπρεπε να είχαμε ήδη διαπιστώσει.
