Εθνικοσοσιαλισμός, η οικονομική πλευρά (β) – Σελίδα 2 – The Analyst

Εθνικοσοσιαλισμός, η οικονομική πλευρά (β)

632 total views, 2 views today

.

Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ 1933

Δύο χρόνια πριν, το 1931, είχε καταργηθεί ουσιαστικά ο κανόνας του χρυσού, ο οποίος βοηθούσε στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού – με αποτέλεσμα να έχει ξεσπάσει ένας «αιματηρός» συναλλαγματικός πόλεμος μεταξύ πολλών κρατών, τα οποία υποτιμούσαν ανταγωνιστικά τα νομίσματα τους.

Ο τότε πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας λοιπόν, μη έχοντας τη δυνατότητα να δανεισθεί από το εξωτερικό, έθεσε στην κυκλοφορία τα «ειδικά γραμμάτια» – τα οποία ήταν καλυμμένα από την κεντρική τράπεζα και εγγυημένα από το κράτος. Όλα όσα αφορούσαν τα συγκεκριμένα γραμμάτια διατηρήθηκαν αρχικά κρυφά από τη δημοσιότητα – έτσι ώστε να μην υπάρχει καθαρή εικόνα, για τις μελλοντικές επενδύσεις της χώρας σε εξοπλιστικά προγράμματα (τα οποία δεν επιτρεπόταν από τη συνθήκη ειρήνης των Βερσαλλιών που καθόριζε τις υποχρεώσεις της Γερμανίας, μετά την ήττα της στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο).

Από την άλλη πλευρά βέβαια δεν θα έπρεπε να δημιουργηθούν ανησυχίες στις αγορές χρήματος, όσον αφορούσε το μάρκο – με στόχο να αποφευχθεί τυχόν υποτίμηση του, ως εύλογο αποτέλεσμα της αύξησης της ποσότητας χρήματος, μέσω των παραπάνω γραμματίων. Για να επιτευχθούν και οι δύο στόχοι της κυβέρνησης, ιδρύθηκε μία πλασματική επιχείρηση – η «Μεταλλουργική Εταιρεία Έρευνας» (Mefo Ε.Π.Ε.), μέτοχοι της οποίας ήταν τέσσερις γνωστές βιομηχανίες της χώρας: η Siemens, η Krupp, η Rheinmetall και η Guttehoffnungshuette.

Το αντικείμενο της «Mefo» ήταν απλά και μόνο η δεύτερη υπογραφή, για να μπορέσει να γίνει νομικά εφικτή η προεξόφληση των ειδικών γραμματίων, εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας – η οποία, με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούσε χρήματα από το πουθενά. Περίπου 11,9 δις μάρκα διατέθηκαν για εξοπλιστικά προγράμματα, από το 1934 έως το 1938, τα οποία καλύφθηκαν από τα ειδικά γραμμάτια «Mefo» – το 30% δηλαδή των συνολικών πολεμικών προγραμμάτων ή περισσότερα από χίλιες φορές τα ίδια κεφάλαια της πλασματικής εταιρείας (1 εκ. μάρκα). Ουσιαστικά λοιπόν, με 1 εκ. μάρκα δημιουργήθηκαν από το πουθενά και δαπανήθηκαν 11,9 δις – γεγονός που τεκμηριώνει τις εξαιρετικές ικανότητες του τότε προέδρου της κεντρικής τράπεζας.

Παράλληλα, εκδίδονταν άτοκα κρατικά ομόλογα, ενώ από το Μάιο του 1939 ξεκίνησε η έκδοση των «πιστωτικών φορολογικών κουπονιών» – με τα οποία πληρώνονταν οι λογαριασμοί που χρωστούσε το κράτος (το 40% εξοφλούταν με μετρητά χρήματα, ενώ για το υπόλοιπο 60% το κράτος έδινε τα παραπάνω κουπόνια, τα οποία μείωναν, κατά το αντίστοιχο ποσόν, τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών).

Περαιτέρω, την ίδια ακριβώς ημέρα που ενώθηκε η Γερμανία με την Αυστρία, στις 12 Μαΐου του 1938, μεταβιβάσθηκε ο αυστριακός χρυσός προς τη γερμανική κεντρική τράπεζα. Εκείνη την εποχή η Αυστρία είχε στην κατοχή της τριπλάσιες ποσότητες χρυσού από τη Γερμανία – περί τους 78,3 τόνους, αξίας τότε 8,5 εκ. μάρκων (33,9 εκ. ευρώ).  Μεταβιβάσθηκαν επίσης συναλλαγματικά αποθέματα, αξίας 1,1 εκ. μάρκων (4,4 εκ. ευρώ), τα οποία ήταν απολύτως αναγκαία, λόγω της αποκοπής της Γερμανίας από τις διεθνείς αγορές συναλλάγματος – ενώ έκτοτε η Γερμανία στόχευε πάντοτε το χρυσό των χωρών που κατακτούσε.

Η αύξηση της ποσότητας χρήματος από την κεντρική τράπεζα της Γερμανίας θεωρήθηκε επικίνδυνη από τους τότε οικονομολόγους της, οι οποίοι φοβούνταν την επανεμφάνιση του πληθωρισμού – γνωρίζοντας πολύ καλά τις καταστροφικές συνέπειες του, από την σχετικά πρόσφατη εμπειρία τους (1923). Εν τούτοις, το οικονομικό σύστημα λειτούργησε σωστά και δεν προκλήθηκε αύξηση του πληθωρισμού – παρά το ότι η ανεργία μειωνόταν συνεχώς (σχήμα), οπότε αυξανόταν τα διαθέσιμα εισοδήματα.

.

Μείωση ανεργίας (διάγραμμα)
Μείωση ανεργίας (διάγραμμα).
(*Πατήστε στην εικόνα για μεγέθυνση)

.

Στο σημείο αυτό είναι ίσως σκόπιμο να αναφερθούμε στη μεγάλη διαφορά μεταξύ της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας του κομμουνισμού (όπου το κράτος αντικαθιστά πλήρως την ελεύθερη αγορά, δίνοντας ακριβείς οδηγίες για το ποιό προϊόν και σε ποιές ποσότητες οφείλει να παραχθεί), με την ελεγχόμενη οικονομία του εθνικοσοσιαλισμού – στον οποίο η ελεύθερη αγορά δεν υποκαθίσταται, αλλά ελέγχεται αυστηρά από το κράτος. Βέβαια και τα δύο συστήματα είναι αντίθετα στην οικονομία της ελεύθερης αγοράς – όπου όμως ο εθνικοσοσιαλισμός την αποδέχεται, ως αναγκαίο κακό.

Συνεχίζοντας, παρά την αύξηση της ποσότητας χρήματος από την κεντρική τράπεζα, ο κρατικός έλεγχος της αγοράς, όσον αφορά τις τιμές των προϊόντων και τα επιτρεπόμενα ποσοστά εμπορικού κέρδους, εκ μέρους των υπεύθυνων «επιθεωρητών» της χώρας, λειτούργησε εξαιρετικά αποτελεσματικά – εξουδετερώνοντας τις βασικές αρχές της ελεύθερης αγοράς, αφού οι τιμές καταναλωτή, παρά την μεγαλύτερη ρευστότητα, αυξάνονταν μόλις κατά 1% ετήσια.

Εν τούτοις, επειδή η σταθερότητα του νομίσματος οφειλόταν στην καταναγκαστική πολιτική που ακολουθήθηκε και όχι στις δυνάμεις της ελεύθερης οικονομίας, οι διεθνείς αγορές δεν εμπιστεύονταν το μάρκο – με αποτέλεσμα να μην γίνεται κανενός είδους επένδυση στη Γερμανία, από ξένους επενδυτές.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε μία χρόνια έλλειψη συναλλάγματος στη χώρα, η οποία απομονωνόταν όλο και περισσότερο από το εξωτερικό – παρά τις προσπάθειες της να διατηρήσει σταθερό τόσο το νόμισμα, όσο και την οικονομία της. Η ενοχοποίηση των Εβραίων εδώ ήταν αναμενόμενη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους παράγοντες (ναζιστικές ρατσιστικές πεποιθήσεις κλπ.) – επειδή θεωρούταν ότι, ήταν οι κύριοι «εκπρόσωποι» των διεθνών κεφαλαίων.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.