ΥΦΕΣΗ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΩΝ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΥΦΕΣΗ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΩΝ

 Έχουμε λοιπόν εδώ το εξής απλουστευμένο παράδειγμα, για την καλύτερη κατανόηση της διαδικασίας:

(α)  Σε μία κανονική εποχή, η οποία δεν χαρακτηρίζεται από μία κρίση ισολογισμών, το μέσο νοικοκυριό, το οποίο έχει εισόδημα 1.000 €, ξοδεύει υποθετικά τα 900 €, ενώ αποταμιεύει τα 100 € – οπότε αναφερόμαστε σε δείκτη αποταμίευσης της οικονομίας ίσο με 10%.

Τα χρήματα τώρα που αποταμιεύει το μέσο νοικοκυριό, τα 100 €, απορροφώνται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα – ο οποίος τα δανείζει σε ένα άλλο νοικοκυριό ή σε μία επιχείρηση. Όταν το άλλο αυτό νοικοκυριό ή η επιχείρηση ξοδεύει τα 100 € που δανείσθηκε, τότε η συνολική δαπάνη στην οικονομία διαμορφώνεται στα 1.000 € – όσο λοιπόν το αρχικό εισόδημα, χωρίς να μειωθεί από το ποσόν της αποταμίευσης.

Σαν αποτέλεσμα της υπεραπλουστευμένης αυτής διαδικασίας, το ΑΕΠ μίας χώρας είτε παραμένει σταθερό, είτε αυξάνεται – αφενός μεν από τους άλλους παράγοντες της εξίσωσης (ακολουθεί παρακάτω), αφετέρου από την πραγματική αύξηση των εισοδημάτων.

.

(β)  Αντίθετα τώρα, σε μία εποχή που χαρακτηρίζεται από κρίση ισολογισμών, με τον ιδιωτικό τομέα να προσπαθεί να εξοφλήσει τα χρέη του, δεν δανείζεται κανένας τα 100 € που αποταμιεύονται – ακόμη και με μηδενικό επιτόκιο.

Στο παράδειγμα μας, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της δαπάνης στην οικονομία στα 900 €. Επειδή τώρα οι δαπάνες του ενός είναι τα έσοδα του άλλου, το μέσο άτομο μας δεν έχει πλέον εισόδημα 1.000 €, αλλά μόνο 900 €. Εάν δε αποταμιεύσει ξανά το 10%, τα 90 € στην προκειμένη περίπτωση, τότε το μελλοντικό εισόδημα του θα μειωθεί, με την ίδια διαδικασία, στα 810 € (900 – 90), στα 729 € (810-81) κοκ.

Κατ’ επέκταση, η οικονομία συρρικνώνεται διαρκώς, ενώ το ΑΕΠ μειώνεται, σαν αποτέλεσμα της προσπάθειας του ιδιωτικού τομέα να «αποχρεωθεί». Προφανώς, υπάρχει μία λιγότερο απλουστευμένη ανάλυση του φαινομένου, τόσο από την πλευρά της ζήτησης, όσο και της προσφοράς – την οποία παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου, για όσους ενδιαφέρονται (παράρτημα*).

Ίσως οφείλουμε να συμπληρώσουμε ότι, εάν στον παραπάνω περιορισμό των εισοδημάτων, λόγω ύφεσης ισολογισμών, προστεθεί η μείωση των μισθών λόγω της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης που υιοθετεί μία χώρα, τότε είναι αρνητικά και τα «αποτελέσματα χρήσης» των νοικοκυριών – αφού τα έξοδα τους είναι υψηλότερα των εσόδων, δημιουργώντας ζημίες (ελλείμματα), οι οποίες επιδεινώνουν τα αποτελέσματα του ισολογισμού τους.

.

Η ΚΕΥΝΣΙΑΝΗ ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΥΦΕΣΗΣ   

Όπως έχουμε αναφέρει, τα τέσσερα βασικά στοιχεία του ακαθάριστού εθνικού προϊόντος μίας χώρας (ΑΕΠ), από την πλευρά των δαπανών, είναι η ιδιωτική κατανάλωση (Κ), οι μικτές επενδύσεις (Ε), οι δαπάνες του δημοσίου συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων (Δ), καθώς επίσης η διαφορά μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών (Εισ-Εξαγ.). Πρόκειται λοιπόν για την παρακάτω μαθηματική εξίσωση:

.

ΑΕΠ = Κ+Ε+Δ+(Εξαγωγές-Εισαγωγές) 

.

Στα πλαίσια αυτά, για την αντιμετώπιση της κρίσης ισολογισμών με τη μέθοδο του Keynes, το κράτος επεμβαίνει στην οικονομία, αυξάνοντας τις δαπάνες του. Αυξάνει το Δ δηλαδή στην εξίσωση μας κατά το ποσόν των 100 €, τα οποία δεν απορροφώνται και δεν ξοδεύονται από τον ιδιωτικό τομέα – δεν καταναλώνονται (Κ) ή/και δεν επενδύονται (Ε). Η επέμβαση του δημοσίου οφείλει δε να γίνει έγκαιρα, πριν ακόμη επιδεινωθεί το πρόβλημα – οπότε θα χρειάζονταν 190 €, στη συνέχεια 271 € κοκ.

Για να μπορέσει να λειτουργήσει όμως με αυτόν τον τρόπο το δημόσιο, θα πρέπει να μην είναι υπερχρεωμένο (όπως, για παράδειγμα, η Ελλάδα και η Ιταλία), να μην έχει ελλείμματα στον προϋπολογισμό του, να έχει έστω πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών του, καθώς επίσης να μην έχει εξαντλήσει τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων του.

Ακριβώς για το λόγο αυτό, η σωστή εφαρμογή της «συνταγής» του Keynes, προϋποθέτει πως το δημόσιο, σε περιόδους ανάπτυξης, θα πρέπει να δημιουργεί «αποθεματικά» – πλεονάσματα λοιπόν για ώρα ανάγκης. Επομένως, να μην σπαταλάει τα έσοδα του, να αποσύρεται από τις επενδύσεις του πουλώντας τες με κέρδος, καθώς επίσης να φορολογεί λιγότερο τους Πολίτες του.

Εάν δεν το έχει κάνει, πολύ περισσότερο εάν ευρίσκεται σε πλήρη αδυναμία εφαρμογής μίας ανάλογης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, όπως σήμερα η Ελλάδα, τότε η συνταγή του Keynes δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ύφεσης – όπως επίσης δεν μπορεί να το λύσει, όταν ο «κεϋνσιανός πολλαπλασιαστής» είναι μικρότερος της μονάδας (όταν δηλαδή οι δαπάνες ή η επένδυση ενός ευρώ εκ μέρους του δημοσίου, προκαλεί αύξηση του ΑΕΠ μικρότερη του 1 €).  Σε κάθε περίπτωση, όσο μεγαλύτερη είναι η κρίση ισολογισμού σε μία οικονομία, τόσο μικρότερος είναι ο πολλαπλασιαστής.

.

Η ΑΥΣΤΡΙΑΚΗ ΛΥΣΗ

Η κρίση του 2008 αποκάλυψε ότι, ο βασικός μηχανισμός δημιουργίας χρήματος, το τραπεζικό σύστημα δηλαδή, στηρίζεται σε μία αλληλουχία εμπράγματων εγγυήσεων – η τελευταία αναγωγή του οποίου συνεχίζει να είναι η γη και τα κτίρια.

Απλούστερα, οι εξασφαλίσεις όλων των δανειακών κεφαλαίων που διατίθενται, έχουν ως τελικό «αντίκρισμα» είτε ακίνητα, είτε οικόπεδα. Επομένως, οι τιμές των οικοπέδων και των ακινήτων, οι αξίες τους καλύτερα, θα πρέπει να ευρίσκονται σε μία ορθολογική σχέση ισορροπίας, με τις αξίες των υπολοίπων αγαθών – την παραγωγή των οποίων χρηματοδοτεί το ίδιο σύστημα.

Για παράδειγμα, η αξία ενός μέτριου διαμερίσματος πρέπει να είναι ίση με τους μισθούς δέκα ετών ενός μέσου εργαζομένου. Όταν η τιμή του διαμερίσματος ξεφεύγει από αυτά τα επίπεδα, λόγω της «φούσκας» που έχει δημιουργηθεί, τότε ο ιδιοκτήτης του μπορεί να δανεισθεί, με εγγύηση το ακίνητο του, πολύ περισσότερα χρήματα, από αυτά που στην πραγματικότητα αξίζει το σπίτι του. Όταν όμως οι τιμές επιστρέφουν στο σημείο ισορροπίας, τότε τα χρέη του είναι δυσανάλογα με την αξία του σπιτιού – με αποτέλεσμα να μην έχει η τράπεζα που τον δάνεισε ανάλογη εγγύηση, να ζητάει άλλου είδους εξασφάλιση ή αύξηση των δόσεων, όταν (ο ιδιοκτήτης) πουλάει το σπίτι να παραμένει χρεωμένος κοκ.

Συνεχίζοντας, τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε μία μεγάλη φούσκα στη συγκεκριμένη αγορά – αφού οι τιμές των ακινήτων, με βάση τις οποίες δανείζονταν χρήματα τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις, εκτοξεύτηκαν στα ύψη. Για να μπορέσουν τώρα να επανέλθουν οι τιμές σε φυσιολογικά επίπεδα, θα πρέπει, κατά την αυστριακή σχολή,  να αφεθεί ελεύθερη η αγορά – χωρίς να επεμβαίνουν οι κεντρικές τράπεζες με την αύξηση των λογιστικών χρημάτων, η οποία απλά διαιωνίζει το πρόβλημα.

Στο παράδειγμα της Ισπανίας λοιπόν, θα πρέπει να πουληθούν τα σπίτια «σε τιμές εκποίησης», έτσι ώστε τα έσοδα να τοποθετηθούν σε παραγωγικές επενδύσεις – τις οποίες έχει ανάγκη η οικονομία της χώρας, για να αναπτυχθεί.

Το μεγάλο πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι ο χρόνος που θα απαιτηθεί για να αυτορυθμισθεί η οικονομία – εάν υποθέσουμε ότι μπορεί να το κάνει. Επίσης, η ενδιάμεση οικονομική καταστροφή χιλιάδων ανθρώπων, η τεράστια αύξηση της ανεργίας, η αδυναμία άμεσης ρευστοποίησης των «κακών επενδύσεων» (των επενδύσεων δηλαδή που δεν αποδίδουν), οι κοινωνικές αντοχές οι οποίες, εάν ξεπεραστούν, οδηγούν σε καταστροφικές εξεγέρσεις κοκ.

Εκτός αυτού, πως είναι δυνατόν να αποδεχθούμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι (αγορές), οι οποίοι οδήγησαν τις τιμές στα ύψη, συμπεριφερόμενοι είτε ανόητα, είτε άπληστα, θα μπορέσουν να λύσουν το πρόβλημα που οι ίδιοι δημιούργησαν, μόνοι τους; Ας μην ξεχνάμε ότι, η οικονομία είναι ανθρώπινο δημιούργημα και όχι θεϊκό, για να έχει «ενσωματωμένη» τη δυνατότητα να αυτορυθμίζεται.

.

Η ΜΕΡΚΑΝΤΙΛΙΣΤΙΚΗ ΛΥΣΗ 

Πρόκειται για τον τρόπο αντιμετώπισης που προτείνει η Γερμανία, γνωστό ως πολιτική λιτότητας. Ουσιαστικά επικεντρώνεται στον τελευταίο παράγοντα της εξίσωσης του ΑΕΠ, την οποία παραθέσαμε προηγουμένως – στην αύξηση των εξαγωγών δηλαδή, σε συνδυασμό με τη μείωση των εισαγωγών.

Η λύση αυτή στην Ευρωζώνη, λόγω του κοινού ευρώ, δεν μπορεί να επιβοηθηθεί από την υποτίμηση του νομίσματος, αλλά από την εσωτερική υποτίμηση – από τη μείωση των ονομαστικών μισθών, καθώς επίσης των λοιπών εισοδημάτων.

Τα προβλήματα στην προκειμένη περίπτωση, είναι αυτά που βιώνουμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια – ενώ μία ανάλυση της είναι στο κείμενο μας “Το δόγμα της λιτότητας”. Το σημαντικότερο όλων είναι όμως το ότι, είναι αδύνατον να εφαρμοσθεί με επιτυχία, όταν πολλές χώρες μαζί υιοθετούν την ίδια μέθοδο – αφού τότε δεν θα υπάρχουν κράτη, τα οποία θα μπορούν να αγοράζουν τα προϊόντα αυτών, τα οποία επιλέγουν τη μερκαντιλιστική μέθοδο.

Εάν εφαρμοζόταν δε συνολικά στην Ευρωζώνη, έστω με επιτυχία, θα δημιουργούνταν τόσο μεγάλα πλεονάσματα, τα οποία θα οδηγούσαν τον υπόλοιπο πλανήτη στη χρεοκοπία – οπότε η μέθοδος αυτή θεωρείται φυσικά ουτοπική, αφού δεν θα γινόταν ανεκτή από καμία άλλη χώρα της υφηλίου.

.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading