ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – Σελίδα 3 – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Τέλος, αφήνοντας έξω τις ξένες επιχειρήσεις, τις σχετικά μεγάλες ελληνικές οι οποίες, εισηγμένες στο χρηματιστήριο, δύσκολα φοροδιαφεύγουν, καθώς επίσης τους μισθωτούς, μπορεί η φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών να λύσει πραγματικά όλα τα προβλήματα της χώρας μας; Πόσες από αυτές θα κλείσουν, σε τελική ανάλυση, αν «συλληφθεί» η όποια φοροδιαφυγή ή εισφοροδιαφυγή τους; Ποια θα είναι τα πραγματικά αποτελέσματα για την Οικονομία και το κράτος μας, όταν τυχόν συμβεί κάτι τέτοιο;

Όσον αφορά τώρα την περιστολή των δαπανών του δημοσίου, είναι πράγματι σε θέση να καλύψει αυτή τους στόχους μείωσης των ελλειμμάτων και των χρεών, όταν υπάρχουν τόσα πολλά κοινωνικά προβλήματα; Οτιδήποτε και αν καταφέρουμε να μειώσουμε, δεν θα πρέπει υποχρεωτικά να συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος του ασφαλιστικού που προέρχεται, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, από τη διαφοροποίηση της αναλογίας των εργαζομένων, σε σχέση με αυτούς που συνταξιοδοτούνται; (γήρανση του πληθυσμού, κυρίως λόγω της αύξησης του προσδοκώμενου χρόνου ζωής, σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα). Ή ίσως στην επίλυση του προβλήματος της ανεργίας των νέων; (ολόκληρη η Ευρώπη υποφέρει από την «ευρωσκλήρωση», τη μόνιμη δηλαδή παρουσία υψηλών ποσοστών ανεργίας, ιδίως των νέων, ακόμη και στη διάρκεια οικονομικών ανακάμψεων – όχι μόνο εμείς).

Συμπερασματικά λοιπόν, είναι πραγματικά όμορφη η σκέψη να μειώσουμε το χρέος μας και να μηδενίσουμε τα ελλείμματά μας. Σαν άτομα και σαν χώρα, θα μας γέμιζε υπερηφάνεια κάτι τέτοιο, θα τόνωνε το ηθικό μας και θα πρόσθετε πολλά στην αξιοπρέπεια μας. Κανένας μας δεν θέλει να ακούει από τις άλλες χώρες ότι, χωρίς τη βοήθεια τους  δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε, όπως και κανένας μας δεν θέλει να επιβαρύνει τις μελλοντικές γενιές με υπερβολικά χρέη και χωρίς αντίκρισμα υποχρεώσεις. Είναι όμως πράγματι ρεαλιστικό ή μήπως αποτελεί μία ακόμη υπερβολή του ιδιόμορφου χαρακτήρα μας;

Κατά την άποψη μας, όλα όσα λέγονται προς αυτή την κατεύθυνση είναι μάλλον εσφαλμένα – δυστυχώς εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Μη έχοντας

(α) συναλλαγματικές δυνατότητες (υποτίμηση του νομίσματος μας για να μειώσουμε πληθωριστικά το χρέος μας, για να ενισχύσουμε τις εξαγωγές και τον τουρισμό, μειώνοντας ταυτόχρονα τις εισαγωγές κλπ, όπως συμβαίνει ήδη στην Τουρκία που σημειώνει αύξηση του τουρισμού της κατά 27%, όταν σε εμάς διαπιστώνεται μείωση 19%),

(β) νομισματικές δυνατότητες (αυτόνομη κεντρική τράπεζα για τη διαχείριση των επιτοκίων κ.α.)

(γ) δημοσιονομικές δυνατότητες (η ΕΕ ζητάει επίμονα την άμεση τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και τη μείωση των ελλειμμάτων, με όλα όσα όλα αυτά συνεπάγονται – περιορισμό των μισθών, λιτότητα, μειωμένη ζήτηση με το φόβο του αποπληθωρισμού κ.α.)

(δ)  μία «φιλική» δομή του ΑΕΠ μας απέναντι σε κρίσεις (στην Ελλάδα υπερισχύει ο τομέας των Υπηρεσιών, στον οποίο η αύξηση της παραγωγικότητας είναι πολύ πιο δύσκολη αφού, μεταξύ άλλων, οι άνθρωποι που υποχρεωτικά τον στελεχώνουν, δεν έχουν τις ιδιότητες των μηχανών) και

(ε) την οικονομική και λοιπή βοήθεια της ΕΕ, αφού εμείς δεν έχουμε καμία ελευθερία κινήσεων κλπ,

είναι αδύνατον να εξέλθουμε από τα προβλήματα της οικονομίας μας, ακόμη και αν δεν υπήρχε η παγκόσμια οικονομική κρίση, αν είχαμε την καλύτερη κυβέρνηση του κόσμου, τον ικανότερο λαό, αν κατορθώναμε να μειώσουμε την όποια φοροδιαφυγή, να περιορίσουμε τη σπατάλη του Δημοσίου κοκ. Επομένως, όχι μόνο είναι αδύνατο να αποπληρώσουμε τα χρέη μας ή να μειώσουμε το έλλειμμά μας, αλλά ούτε καν να σταματήσουμε τη συνεχή αύξηση τους, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που δεν θα μπορούμε να τα πληρώσουμε, μην κατορθώνοντας κάποια στιγμή στο εγγύς μέλλον να εξασφαλίσουμε τον περαιτέρω δανεισμό μας.

Τι θα έπρεπε να κάνουμε λοιπόν, εάν δεν θέλαμε να αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη τους, να υποδουλωθούμε ή να χρεοκοπήσουμε ανεπιστρεπτί; Πως θα πρέπει να ενεργήσουμε, για να αμβλύνουμε κάπως τις παρενέργειες του χρέους και να μην υποκύψουμε στο μοιραίο;

Ο J. M. Keynes, κατά τη διάρκεια της διεθνούς συνόδου των Βερσαλλιών το 1919, με αντικείμενο τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφερθούν οι νικήτριες δυνάμεις του πρώτου παγκοσμίου πολέμου απέναντι στην ηττηθείσα Γερμανία, είπε τα εξής:

«Απαιτήθηκαν 160 δις γερμανικά μάρκα για αποζημιώσεις πολέμου. Η δυνατότητα της Γερμανίας να πληρώσει 160 δις ή, έστω, 100 δις, είναι ανύπαρκτη – δεν βρίσκεται δηλαδή εντός των πλαισίων του εφικτού, με βάση έναν λογικό υπολογισμό. Αυτοί οι οποίοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε η Γερμανία να πληρώνει κάθε χρόνο πολλά δις Μάρκα για να εξοφλήσει, θα έπρεπε να μας εξηγήσουν, μέσω ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα ακολουθούσαν αυτές οι πληρωμές κατά τη γνώμη τους και σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα. Μέχρι να μπορέσουν να εκφραστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια και να τεκμηριώσουν αντικειμενικά τις αποφάσεις τους, απαιτώντας πράγματα που είναι δυνατόν να επιτευχθούν, δεν μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη μας». Κανένας δεν τον άκουσε δυστυχώς, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει το κραχ του 1929 και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

Κατ’ επέκταση, αν και όχι κατ’ αναλογία, η ερώτηση που οφείλουμε να θέσουμε σε σχέση με τη χώρα μας και στην οποία θα πρέπει να απαντήσει η Ευρώπη, εάν δεν θέλουμε να αναλωνόμαστε συνεχώς στην περιγραφή προβλημάτων ή θεωρητικών λύσεων, αλλά στις δυνατότητες πρακτικής επίλυσης τους, είναι κατά κάποιον τρόπο αυτή που έκανε τότε ο Keynes: Μέσω της πώλησης ποιών ακριβώς εμπορευμάτων θα μπορέσουμε να μειώσουμε το χρέος και τα ελλείμματα μας, καθώς επίσης σε ποιες ακριβώς Αγορές θα μπορούσαν να πουληθούν αυτά τα εμπορεύματα; Εμείς θέλουμε να δουλέψουμε παραγωγικά, δεν είμαστε «οκνηροί», δεν θέλουμε να χρωστάμε και δεν θέλουμε να είμαστε υπόλογοι σε κανέναν. Πώς να το κάνουμε όμως πρακτικά, όταν μας έχουν αφαιρεθεί όλα τα εργαλεία χειρισμού της οικονομίας μας, ενώ ταυτόχρονα αποκλειόμαστε από όλες τις αγορές του εξωτερικού, σιγά-σιγά και από αυτές της ίδιας μας της χώρας; 

Εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας εξασφαλίζουν τις αγορές τους για τα προϊόντα μας αυξάνοντας το ΑΕΠ μας (οπότε θα μπορούσε να μειωθεί αναλογικά το χρέος μας), μας αποκλείουν σταδιακά από τις δικές μας (Lidl, Aldi, Makro, Media Markt, Vinci,Hochtief, Carrefour, Unilever, αεροδρόμια, λιμάνια, τηλεπικοινωνίες κλπ), δεν στέλνουν τους πολίτες τους να κάνουν διακοπές στην Ελλάδα, δεν χρησιμοποιούν τη ναυτιλία μας για τις μεταφορές τους, δεν κάνουν ευρύτερα χρήση του τομέα των υπηρεσιών μας (75% του ΑΕΠ), δεν επενδύουν εδώ σε παραγωγικές μονάδες για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα μας, αλλά μόνο εκμεταλλεύονται τις καταναλωτικές μας επιδόσεις, δεν προστατεύουν ενεργά (με δικό τους πολεμικό εξοπλισμό) τα σύνορα μας, δεν μας προσφέρουν χαμηλά επιτόκια και δεν ενδιαφέρονται για την επίλυση των προβλημάτων μας, για τι ακριβώς τους χρειαζόμαστε;

Ακόμη και σαν αποικία ή δορυφόροι τους, δεν θα έπρεπε τουλάχιστον να εξασφαλίζουν την επιβίωση και τη μη χρεοκοπία μας, αφού στην κυριολεξία μας απαγορεύουν να δραστηριοποιηθούμε μόνοι μας; Εγκαταστάθηκαν εδώ, δημιούργησαν ολιγαρχίες, έφτιαξαν δρόμους για την εισβολή των επιχειρήσεων τους, απομυζούν τη φορολογική βάση μας (φόρο-αποφυγή), εξάγουν τα προϊόντα τους εξασφαλίζοντας τις δικές τους θέσεις εργασίας, τοκίζουν με μεγάλα κέρδη τα χρήματα τους, κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο μας, επιβάλλουν τις πολιτικές τους και ταυτόχρονα μας κατακρίνουν, για να εισπράξουν ακόμη περισσότερα εις βάρος μας. Ποιος αλήθεια χρειάζεται ποιόν και ποιος τελικά εκμεταλλεύεται ποιόν;

Σίγουρα, εάν δεν είμαστε μέλος της Ευρωζώνης θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει, ιδίως όταν αρχίσει να γίνεται έντονη η αντίστροφη λειτουργία της πιστωτικής επέκτασης: η πιστωτική συρρίκνωση, κατά την οποία τα 10 € που είχαν γίνει ως εκ θαύματος 1.000 €, «αναδανειζόμενα» και «πολλαπλασιαζόμενα», επανέρχονται στην πραγματική τους αξία. Ταυτόχρονα όμως (και εδώ υπεισέρχεται ο ηθικός κίνδυνος από την αντίθετη πλευρά του), εάν δεν είμαστε μέλος αυτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία επιβάλλονται δυστυχώς κατά καιρούς κάποιοι εγωκεντρικοί «ηγεμόνες», δεν θα είχαμε φτάσει ποτέ σε αυτήν την κατάσταση.

Δεν θα είχαμε επενδύσει ποτέ σε τόσους δρόμους, δεν θα είχαμε κατασκευάσει τέτοια έργα, δεν θα είχαμε διοργανώσει τους Ολυμπιακούς αγώνες, δεν θα είχαμε επεκταθεί στην Ανατολική Ευρώπη και δεν θα είχαμε κάνει πολλά άλλα. Θα ήταν όμως οι επιχειρήσεις μας δικές μας, θα απολαμβάναμε εμείς τα μερίσματα τους, θα ήμαστε ανεξάρτητοι, ελεύθεροι και δεν θα αναγκαζόμαστε να αγωνιάμε για ένα βιοτικό επίπεδο που βασίστηκε στα χρέη που κατά κάποιον τρόπο μας επιβλήθηκαν. Αξίζει επομένως να αναρωτηθούμε τα παρακάτω:

(α)  Μήπως, αφού δυστυχώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση, η ΕΕ θα πρέπει να φροντίσει να αυξηθούν τόσο το ΑΕΠ, όσο και οι εξαγωγές μας, περιορίζοντας ταυτόχρονα την τεράστια «φοροαποφυγή» των Ευρωπαϊκών πολυεθνικών που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας;

(β)  Μήπως εμείς οφείλουμε να μετατρέψουμε το δημόσιο χρέος μας, εσωτερικό και εξωτερικό, εξ ολοκλήρου σε μακροπρόθεσμο, σταματώντας πλέον να δανειζόμαστε και απαιτώντας από την ΕΕ την εγκατάσταση παραγωγικών, όχι μόνο εμπορικών επιχειρήσεων;

(γ)  Μήπως για την εξόφληση των τόκων και των χρεολυσίων, θα πρέπει να αποφασισθεί ένα σταθερό ποσοστό επί του ΑΕΠ μας (για παράδειγμα 10%), το οποίο να είναι εφικτό να εκταμιεύεται σε ετήσια βάση, για όσα χρόνια χρειασθεί, έτσι ώστε να εξοφλήσουμε κάποτε, χωρίς να εμποδίζονται οι απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις για την ορθολογική λειτουργία της οικονομίας μας;

Προφανώς δεν είμαστε η μοναδική μικρή οικονομία της Ευρωζώνης, ούτε μόνο εμείς αντιμετωπίζουμε προβλήματα, επαυξημένα από την παγκόσμια κρίση. Όμως, οι κρίσεις δεν δημιουργούν μόνο προβλήματα, αλλά και τεράστιες ευκαιρίες. Χωρίς καμία αμφιβολία, η μεγαλύτερη ευκαιρία για την Ευρώπη σήμερα είναι η αναγωγή του Ευρώ σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, στη θέση του δολαρίου. Μόνο και μόνο αυτό θα έφτανε, αφ’ ενός μεν για να υπερκαλύψουμε τις ζημίες που μας προξένησαν οι Η.Π.Α., αφ’ ετέρου δε για να επιτύχουμε μία άνευ προηγουμένου ευημερία όλων των κρατών-μελών του ευρώ.

Όπως έχουμε ήδη γράψει, “Όσο αυξάνεται ο όγκος των συναλλαγών που γίνονται με το νόμισμα μίας συγκεκριμένης χώρας,τόσο αυξάνονται και τα κέρδη της, καθώς επίσης η διεθνής ανταγωνιστικότητα που απολαμβάνουν τόσο οι τράπεζες, όσο και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της εν λόγω χώρας”.

Αντί λοιπόν να χάνουμε (οι χώρες της Ευρωζώνης) το χρόνο μας, αναζητώντας λύσεις σε δευτερεύοντα προβλήματα και να αλληλοκατηγορούμαστε, είναι προτιμότερο να κοιτάξουμε το μέλλον με αισιοδοξία, επιταχύνοντας τις ενέργειες που είναι απαραίτητες για την κοινή μας πρόοδο. Η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μία δική της αποτελεσματική χρηματοπιστωτική αγορά, να γίνει ένας άριστος νομισματικός χώρος (διευκόλυνση της μετανάστευσης του κεφαλαίου και της εργασίας εντός των συνόρων της) και να ολοκληρωθεί πολιτικά, μετατρέποντας τα κράτη σε ισότιμες Πολιτείες και αποκτώντας μία πραγματική Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση. Εάν δεν το κάνει σήμερα, με την ευκαιρία της κρίσης που προκάλεσαν οι Αμερικανοί, ίσως δεν θα έχει ποτέ ξανά τη δυνατότητα – τουλάχιστον όχι με τόσο χαμηλό κόστος.

Ας μην ξεχνάμε ότι στη Γερμανία, μόνο η ενίσχυση μίας τράπεζας της κόστισε στο δημόσιο πάνω από 100 δις € – σχεδόν το μισό δηλαδή του δικού μας χρέους. Χωρίς καμία αμφιβολία, η ενίσχυση ενός ολόκληρου κράτους, στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, είναι κατά πολύ σημαντικότερη από αυτήν μίας τράπεζας, η οποία μάλιστα δεν είναι και η βασικότερη της χώρας. Πόσο μάλλον όταν σε αυτό το κράτος, στην Ελλάδα, έχουν εγκατασταθεί πάμπολλες ευρωπαϊκές εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες μεταφέρουν τεράστια ποσά στις χώρες προέλευσης τους, «αδυνατίζοντας» συνεχώς τη φορολογική του βάση και μειώνοντας διαρκώς την ανταγωνιστικότητα των δικών του επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα όταν για την κερδοφόρα λειτουργία αυτών των «ξένων» επιχειρήσεων, έχει επενδύσει τεράστια ποσά δανειζόμενο το Ελληνικό δημόσιο (όλοι εμείς), τα οποία οφείλει να εισπράξει για να εξοφλήσει. Εκτός αυτού, τόσα χρόνια τώρα, προστατεύουμε τα σύνορα της Ευρώπης με δικό μας κόστος, αγοράζοντας μάλιστα αρκετό από τον πολεμικό μας εξοπλισμό από ευρωπαϊκές εταιρίες. Ίσως λοιπόν θα πρέπει κάποτε να μας εξοφλήσει η ΕΕ τις υποχρεώσεις της (η Γερμανία τις πολεμικές αποζημιώσεις), επιτρέποντας μας να εξοφλήσουμε σωστά τις δικές μας. Όλες οι υπόλοιπες «δήθεν» λύσεις, οι αυτομαστιγώσεις και οι «πολιτικές» αλληλοκατηγορίες, είναι πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου – ανέφικτες δηλαδή, δουλοπρεπείς, μίζερες και μη ρεαλιστικές.

Oι ηγέτιδες δυνάμεις της ΕΕ δεν πρέπει να συμπεριφέρονται σαν τα γνωστά μας Golden Boys, τα οποία λεηλατούσαν τις τράπεζες όσο ήταν κερδοφόρες, επιστρέφοντας τες καταχρεωμένες στα κράτη, όταν ξέσπασε η κρίση και έπαψαν πια να αποδίδουν. Το μέλλον τους, όπως και το μέλλον όλων μας, είναι σε άμεση συνάρτηση με μία πραγματική, δίκαιη, πολιτική και όχι μόνο οικονομική ένωση, ισότιμων μεταξύ τους Κρατών-Πολιτειών. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν εξαρτόμαστε πλέον μόνο εμείς από την Ευρώπη, αλλά στον ίδιο βαθμό και η Ευρώπη από εμάς. Η κρίση του Μεξικού επηρέασε κάποτε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, παρά το ότι δεν υπήρχαν σοβαρές εμπορικές σχέσεις μεταξύ τους. Μία δική μας ενδεχόμενη κρίση, εάν δεν απορύθμιζε ολόκληρο τον κόσμο, σίγουρα θα λειτουργούσε καταστροφικά όχι μόνο για τις ηγέτιδες, αλλά για όλες τις χώρες της ΕΕ.

.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading