Για να μπορεί λοιπόν να καλύπτει το έλλειμμα της, θα πρέπει είτε να προσελκύει ξένους επενδυτές για την εξαγορά των περιουσιακών στοιχείων της, είτε να δανείζεται από το εξωτερικό. Ο πίνακας που ακολουθεί, παρουσιάζει το πρόβλημα στην πραγματική του έκταση:
|
ΕΤΗ |
ΑΕΠ (δις) |
Εξαγωγές |
Εισαγωγές |
Έλλειμμα |
Έλλειμμα/ΑΕΠ |
|
2006 |
213.207 |
16.647.439 |
49.123.369 |
-32.477.334 |
15,21% |
|
2007 |
228.180 |
17.279.022 |
53.399.638 |
-36.122.627 |
15,83% |
|
2008 |
245.448 |
17.533.146 |
58.570.121 |
-41.038.983 |
16,72% |
Πηγή: ΣΕΒΕ
Ειδικότερα όσον αφορά το εξωτερικό χρέος του δημοσίου (περίπου το 65% του συνολικού, ήτοι περί τα 235 δις €), θα πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι σχεδόν 13,5 φορές υψηλότερο από τις εξαγωγές μας. Για σύγκριση, το 1991 το εξωτερικό χρέος της Ταϊλάνδης ήταν ελαφρώς μικρότερο από τις εξαγωγές της και ο οικονομολόγος κ. Κρούγκμαν το σχολιάζει στο βιβλίο του σαν “Όχι ασήμαντη αναλογία, αλλά μέσα σε ασφαλή όρια“. Το αντίστοιχο της Λατινικής Αμερικής ήταν 2,7 μεγαλύτερο από τις εξαγωγές, κάτι που αξιολογούνταν σαν αρκετά επικίνδυνο.
Για να καταλάβει κανείς τη σοβαρότητα του ελλείμματος των 41 δις €, αρκεί να τη συγκρίνει με το αντίστοιχο του Μεξικού, ένα χρόνοι πριν (1993) από την παρά λίγο χρεοκοπία του (γνωστή σαν κρίση-τεκίλα, όπου το Μεξικό διασώθηκε χάρη στα 50 δις $ δάνειο που πήρε από της Η.Π.Α.). Το ποσοστό αυτό ήταν 8% επί του ΑΕΠ και όχι 16,72% όπως σήμερα στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στο ότι, αν και το νόμισμα του Μεξικού παρέμενε σταθερό, αφού ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο, ο πληθωρισμός ήταν μεγαλύτερος από αυτόν των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα τα προϊόντα που παρήγαγε να μην μπορούν να ανταγωνιστούν τα αμερικανικά (ουσιαστικά το νόμισμα ήταν υπερτιμημένο). Έτσι, μειώνονταν συνεχώς οι εξαγωγές του Μεξικού και αυξάνονταν οι εισαγωγές.
Κάτι αντίστοιχο όμως δεν συμβαίνει σήμερα και στην Ελλάδα, με τον πληθωρισμό εδώ να είναι σταθερά αρκετά μεγαλύτερος από το μέσο Ευρωπαϊκό; Επί πλέον σε εμάς, το νόμισμα μας δεν είναι απλά συνδεδεμένο με το € (οπότε θα μπορούσε να αποσυνδεθεί και να υποτιμηθεί), αλλά είναι το ίδιο το €, το ισχυρότερο σήμερα νόμισμα του κόσμου. Τι θα γίνει λοιπόν εάν σταματήσει η χώρα μας να προσελκύει ξένους επενδυτές (λόγω για παράδειγμα αυξημένου ρίσκου, χρηματιστηριακής απαξίωσης κ.α.), καθώς επίσης εάν τελειώσουν τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία (ΟΤΕ, Ολυμπιακή κλπ), τα κερδοφόρα φυσικά που είναι δυνατόν να πουλήσει;
Το κράτος μας, εάν κρίνουμε από τη δυσκολία του να δανεισθεί μακροπρόθεσμα (6,14% επιτόκιο), παρά το ότι είναι μέλος της Ευρωζώνης, δεν θεωρείται ιδιαίτερα αξιόχρεο – ιδίως αφού καταλήγει να ζητάει βραχυπρόθεσμα δάνεια που πρέπει να ανανεώνονται συνεχώς. Ακόμη βέβαια προσελκύει ξένους επενδυτές, κυρίως μέσω του χρηματιστηρίου, αφού γνωρίζουμε ότι το περίπου 50% της κεφαλαιοποίησης του (70 δις €) ανήκει σε αλλοδαπούς.
Πριν όμως από την οικονομική κρίση, τα ποσόν αυτό (35 δις € περίπου) ήταν πολλαπλάσιο, αφού ο Γενικός Δείκτης ήταν κατά πολύ υψηλότερος. Σήμερα είναι εξαιρετικά χαμηλό, γεγονός που σίγουρα δυσχεραίνει αρκετά τη χρηματοδότηση των αναγκών μας. Εάν προσθέσουμε εδώ τις μικρότερες οικονομικές αποδόσεις (κερδοφορία) των εισηγμένων εταιριών, ιδίως των τραπεζών, καθώς επίσης των υπολοίπων ελληνικών επιχειρήσεων και τα εξ αυτών μειωμένα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου, το πρόβλημα εντείνεται ακόμη περισσότερο.
Μπορεί μήπως η Ελλάδα να ανεβάσει τα επιτόκια, προσελκύοντας καταθέτες από το εσωτερικό της, έτσι ώστε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα Κεφάλαια για την εξόφληση των υποχρεώσεων της στο εξωτερικό και την αύξηση των επενδύσεων;Ίσως αυτό θα ήταν κάποια λύση, εάν ο ιδιωτικός τομέας τουλάχιστον (καταναλωτές, επιχειρήσεις) και ιδιαίτερα ο χρηματοπιστωτικός ήταν υγιείς (όπως συμβαίνει στην Ιαπωνία, όπου το εξωτερικό χρέος είναι κατά πολύ χαμηλότερο του δημοσίου, κυρίως λόγω των υψηλών αποταμιεύσεων). Είναι όμως;
Οι τράπεζες μας έχουν δανεισθεί πολλά χρήματα από το εξωτερικό, δανείζοντας αρκετά από αυτά όχι στην Ελλάδα, αλλά στην Ανατολική Ευρώπη, στην Τουρκία κλπ. Τα δάνεια των τραπεζών μας προς την Α. Ευρώπη υπολογίζεται ότι είναι της τάξης των 70 δις €, δηλαδή 25-30% του ΑΕΠ μας. Βέβαια θεωρούνται μη επικίνδυνα ακόμη, αφού τα αντίστοιχα δάνεια των τραπεζών της Αυστρίας είναι σχεδόν το 100% του ΑΕΠ της και ακριβώς γι’ αυτό αναρωτιούνται οι οικονομολόγοι εάν έχει ήδη χρεοκοπήσει η χώρα.
Με δεδομένες όμως τις αδυναμίες του κράτους μας και την ενδεχόμενη στροφή του προς το εσωτερικό για χρηματοδότηση (ήδη έχουν εκδοθεί λαϊκά ομόλογα), μήπως είναι πράγματι επικίνδυνα τα δάνεια των τραπεζών μας στο εξωτερικό; Εάν παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα, ούτε αυτές μπορούν να στηρίξουν την Ελλάδα, αλλά ούτε και η Ελλάδα τις τράπεζες της, όπως ενδεχομένως μπορεί η Αυστρία.
Περαιτέρω, απομένει η δυνατότητα της «σύλληψης της τεράστιας φοροδιαφυγής», για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και την επίλυση των προβλημάτων της Οικονομίας μας. Είναι όμως πράγματι τεράστια η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα, συγκριτικά με άλλες χώρες, όταν
(α) τα φορολογικά μας έσοδα αντιστοιχούν στο 22% του ΑΕΠ μας, με τη Γερμανία στα ίδια επίπεδα και την Ιαπωνία χαμηλότερα;
(β) δεν υπάρχει εκτεταμένη «ελληνική» φόρο-αποφυγή, αφού οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εδώ είναι δυστυχώς ξένες (οι ελληνικές εταιρίες είναι σχετικά μικρές για να κάνουν χρήση αυτών των οριακά νόμιμων δυνατοτήτων) και
(γ) οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν απ’ ευθείας κόστη που σε άλλες χώρες επιβαρύνουν το δημόσιο, όπως φροντιστήρια, ιατρική περίθαλψη κ.α.;
Μία μέση οικογένεια πληρώνει για φροντιστήρια περί τα 3.000 € ετήσια ανά μαθητή, όταν η αντίστοιχη γερμανική δεν πληρώνει τίποτα. Δεν είναι αυτός φόρος; Είναι μηδαμινός και μπορεί να αυξηθεί; Εάν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια, δεν θα έμεναν όλοι όσοι απασχολούνται σε αυτά άνεργοι, αναγκάζοντας το Δημόσιο να τους πληρώνει; Δεν ενισχύουν επομένως οι Έλληνες πολίτες απ’ ευθείας το Δημόσιο; Θα υπήρχαν γιατροί με αυτές τις αμοιβές, εάν δεν υπήρχαν οι «διευκολύνσεις»; Δεν «επιδοτούνται» λοιπόν αυτές οι αμοιβές απ’ ευθείας από τους Έλληνες πολίτες; Δεν είναι έμμεσοι, αν και αφανείς, φόροι;
