Η μονεταριστική αντιμετώπιση της κρίσης
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, ο βασικός κανόνας του μονεταρισμού είναι το ότι, οι αλλαγές στην ποσότητα χρήματος αποτελούν την κύρια αιτία των διαφοροποιήσεων του ΑΕΠ. Οι αυξήσεις τώρα του ΑΕΠ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: (α) στις πραγματικές αυξήσεις, οι οποίες δημιουργούν κέρδη σε μία οικονομία, καθώς επίσης (β) στις πλασματικές, οι οποίες οφείλονται στον πληθωρισμό – οπότε είναι «ουτοπικές».
Περαιτέρω ο πραγματικές αυξήσεις, μαζί με τις πλασματικές (πληθωριστικές), αποκαλούνται «ονομαστικές» – μετρούμενες στο εκάστοτε εθνικό νόμισμα. Η μονεταριστική εξίσωση τώρα, η οποία αποδίδεται στον M.Friedman και ονομάζεται «ποσοτική θεωρία του χρήματος», είναι η εξής:
.
M x V = P x Y
.
όπου Μ =ποσότητα χρήματος, V = ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, P = επίπεδο τιμών και Y = πραγματικό ΑΕΠ. Απλούστερα, η ποσότητα χρήματος που υπάρχει στην αγορά (Μ), πολλαπλασιαζόμενη επί την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος (V), είναι ίση με το ονομαστικό ΑΕΠ – το οποίο αποτελείται από το πληθωριστικό ΑΕΠ ή P (αλλαγές του επιπέδου τιμών) και από το πραγματικό ΑΕΠ ή Y.
Ο σημαντικότερος παράγοντας εδώ είναι προφανώς η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, το V δηλαδή – αφού η ποσότητα του χρήματος (Μ) μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να ελεγχθεί από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα, είτε «τυπώνοντας» χρήματα (αγορά ομολόγων, έναντι νέων χρημάτων), είτε αποσύροντας τα υφιστάμενα (πώληση ομολόγων, με την καταστροφή χρημάτων).
Η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος τώρα (V), είναι ουσιαστικά η μέτρηση του πόσο γρήγορα «αλλάζουν χέρια» τα χρήματα. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ξοδεύει ένα ευρώ, αγοράζοντας κάτι, ενώ αυτός που το παίρνει κάνει το ίδιο, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας αυτού του ευρώ είναι 2 – επειδή «άλλαξε χέρια» δύο φορές. Εάν όμως το ευρώ δεν ξοδεύεται, αλλά κατατίθεται στην τράπεζα, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας του είναι μηδέν – επειδή δεν άλλαξε καθόλου χέρια.
Περαιτέρω, για πολλά χρόνια αναρωτιόταν κανείς, σε σχέση με την παραπάνω εξίσωση, εάν υπάρχουν κάποια φυσικά όρια, όσον αφορά την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας, πριν δημιουργηθεί, προτού προκληθεί καλύτερα πληθωρισμός (ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών).
Ειδικότερα, από αυτήν την οπτική γωνία, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ καθορίζεται από τον αριθμό των εργαζομένων, καθώς επίσης από την παραγωγικότητα τους. Εάν λοιπόν ο πληθυσμός μίας χώρας αυξάνεται κατά 1% ετήσια, ενώ η παραγωγικότητα κατά 2%, τότε η πραγματική ανάπτυξη, ο συνδυασμός δηλαδή των δύο αυτών παραγόντων, είναι της τάξης του 3%. Διακρίνουμε λοιπόν τα εξής:
(α) Εάν ο πληθυσμός μειώνεται ή/και η ανεργία κλιμακώνεται, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, με την παραγωγικότητα να μην αυξάνεται ή να περιορίζεται, κυρίως λόγω έλλειψης επενδύσεων, τότε δεν υπάρχει καμία δυνατότητα ανάπτυξης. Στον Πίνακα ΙΙ που ακολουθεί, απεικονίζεται η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Η διαμόρφωση του ΑΕΠ με κριτήριο τους εργαζομένους και την παραγωγικότητα τους
| Έτος |
Εργατικό δυναμικό |
Ανεργία (%) |
Εργαζόμενοι |
ΑΕΠ (δις €) |
*Παραγωγικότητα |
| 2008 |
4.951.000 |
10% |
4.455.900 |
239,14 |
53.668 |
| 2012 |
4.951.000 |
25% |
3.713.250 |
199,28 |
53.668 |
| 2012 |
4.951.000 |
25% |
3.713.250 |
194,00 |
52.245 |
| 2013 |
4.951.000 |
28% |
3.564.720 |
186,24 |
52.245 |
* Η παραγωγικότητα ορίζεται εδώ από το ΑΕΠ δια τους εργαζομένους
Σημείωση: Το ύψος του ΑΕΠ σε μία χώρα είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ευημερία της – αφού από αυτό εξαρτώνται τα δημόσια έσοδα, ο δανεισμός της (συνάρτηση του δείκτη χρέος/ΑΕΠ), η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της και πάρα πολλά άλλα.
Πηγή: ΥΠΟΙΚ, CIA
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
.
Σύμφωνα με τον Πίνακα ΙΙ, η Ελλάδα το 2008 παρήγαγε 239,14 δις €, με 4.455.900 εργαζομένους – με το ποσοστό ανεργίας στο 10%. Το 2012, με το ποσοστό ανεργίας στο 25% και με το ίδιο εργατικό δυναμικό, εάν η παραγωγικότητα έμενε σταθερή (δεύτερη σειρά, με πλάγια γράμματα), το ΑΕΠ της θα διαμορφωνόταν στα 199,28 δις €. Εν τούτοις (τρίτη σειρά), μειώθηκε ακόμη περισσότερο, στα 194 δις € – γεγονός που οφείλεται είτε στην πτώση της παραγωγικότητας, κυρίως λόγω έλλειψης επενδύσεων, είτε στη μείωση του εργατικού δυναμικού (λόγω μετανάστευσης), είτε στους ανέργους που δεν καταγράφονται στατιστικά.
Το 2013, ξανά με το ίδιο εργατικό δυναμικό (τέταρτη σειρά), αλλά με 28% ανεργία, καθώς επίσης με σταθερή παραγωγικότητα, το ΑΕΠ θα περιοριζόταν στα 186,24 δις €. Εν τούτοις, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, θα ανέλθει στα 183,05 δις € – επειδή μειώνεται τόσο το εργατικό δυναμικό, όσο και η παραγωγικότητα (ενώ αυξάνεται η ανεργία).
Είναι λογικό επομένως να αναρωτιέται κανείς που οδηγείται η χώρα, με την εγκληματική πολιτική λιτότητας που της επιβάλλεται – αν και η απάντηση είναι προφανής (λεηλασία του δημοσίου και ιδιωτικού πλούτου της, η οποία προϋποθέτει την κατάρρευση του ΑΕΠ, των τιμών, καθώς επίσης όλων των αξιών).
(β) Από την αντίθετη πλευρά, εάν ο πληθυσμός αυξάνεται, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας, στην οποία μεταναστεύουν συνεχώς νέοι εργαζόμενοι, παράλληλα με την αύξηση της παραγωγικότητας (λόγω νέων επενδύσεων, χαμηλών επιτοκίων, εισόδου εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού από την υπόλοιπη ΕΕ κλπ.), σαν αποτέλεσμα της κρίσης χρέους των υπολοίπων κυρίως, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι απολύτως σίγουρη. Επομένως, εξασφαλίζεται η ευημερία και η πρόοδος της χώρας – στην προκειμένη περίπτωση, εις βάρος των ευρωπαίων «εταίρων» της.
Συνεχίζοντας, ένας «μονεταριστής», ο οποίος θα ήθελε να ορίσει επακριβώς την πολιτική χρήματος της κεντρικής τράπεζας, θα πρότεινε μία ετήσια αύξηση της ποσότητας χρήματος, αντίστοιχη με την πραγματική αύξηση του ΑΕΠ – οπότε, στο παραπάνω παράδειγμα (1% άνοδος του πληθυσμού, συν 2% υψηλότερη παραγωγικότητα), θα αποφάσιζε μία ετήσια αύξηση της ποσότητας χρήματος της τάξης του 3%.
Εν τούτοις, υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στο συγκεκριμένο «αυτοματισμό», το οποίο δεν μπορεί να επιλύσει η «εκτυπωτική μηχανή» των κεντρικών τραπεζών: η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, η οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ελεγχθεί, αφού εξαρτάται από υποκειμενικά κριτήρια – όπως, για παράδειγμα, από το πως αξιολογεί το εκάστοτε άτομο (κατ’ επέκταση το κοινωνικό σύνολο), τις μελλοντικές οικονομικές προοπτικές του. Στις Η.Π.Α., η ανώτατη ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος διαπιστώθηκε το 1997 (2,12) – έκτοτε δε περιορίζεται συνεχώς (1,80 το 2008, καταρρέοντας στο 1,67 το 2009).
Η μείωση της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος, στις περισσότερες δυτικές χώρες, οφείλεται σήμερα στην κρίση – αφού οι καταναλωτές προσπαθούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, αποφεύγουν το νέο δανεισμό, αποταμιεύουν περισσότερο κλπ. Στην περίπτωση αυτή, η μείωση του ΑΕΠ είναι δυνατόν να αποφευχθεί μόνο με την αύξηση της ποσότητας χρήματος, όπως συμπεραίνεται εύκολα από τη μαθηματική εξίσωση μας – γεγονός που έχει οδηγήσει τη Fed (όπως επίσης την τράπεζα της Ιαπωνίας και άλλες), να τυπώνει «σαν τρελή» χρήματα.
Επί πλέον όμως στη συμπεριφορά των καταναλωτών, υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα, το οποίο δεν επιτρέπει το «αντιστάθμισμα» της μειωμένης ταχύτητας κυκλοφορίας, με την εκτύπωση νέων χρημάτων – μόνο με την αύξηση της ποσότητας τους δηλαδή, εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας.
Ειδικότερα, η ποσότητα χρήματος, την οποία «τυπώνει» μία κεντρική τράπεζα (νομισματική βάση) αποτελεί ένα μικρό μόνο μέρος της συνολικής ποσότητας, η οποία κυκλοφορεί σε μία αγορά – περίπου το 20%. Το υπόλοιπο 80% δημιουργείται από τις εμπορικές τράπεζες, είτε όταν δανείζουν τους πελάτες τους, είτε με άλλους τρόπους (άρθρο μας). Στις Η.Π.Α., από το τέλος του 2007, έως τις αρχές του 2011, η Fed αύξησε την ποσότητα χρήματος (Διάγραμμα Ι), κατά 234% – ενώ η συνολική ποσότητα αυξήθηκε «μόλις» κατά περίπου 34%.
.
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Ι

.
Η δυσαναλογία αυτή οφείλεται προφανώς στο ότι, οι τράπεζες διστάζουν να δανείσουν χρήματα σε περιόδους μεγάλων κρίσεων – έχοντας να αντιμετωπίσουν παράλληλα τις ήδη υπάρχουσες επισφάλειες (κόκκινα δάνεια), καθώς επίσης τα υπόλοιπα προβλήματα τους (επικίνδυνη έκθεση στην αγορά παραγώγων κοκ.). Την ίδια στιγμή, τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις, αφενός μεν αποπληρώνουν τα χρέη τους, αφετέρου αποφεύγουν το νέο δανεισμό – οπότε συρρικνώνεται η ποσότητα χρήματος, η οποία δημιουργείται από τις εμπορικές τράπεζες.
Ολοκληρώνοντας, όταν η αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν είναι ανάλογη της μείωσης της ταχύτητας κυκλοφορίας, τότε δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου σήμερα, στις οποίες έχει επιβληθεί η εγκληματική πολιτική λιτότητας – ταυτόχρονα με την περιορισμένη αύξηση της ποσότητας χρήματος εκ μέρους της ΕΚΤ (δεν αντισταθμίζεται η μείωση της ποσότητας χρήματος από τις εμπορικές τράπεζες, η οποία συνοδεύεται από την κατάρρευση της ταχύτητας κυκλοφορίας).
Πρόκειται λοιπόν, χωρίς καμία αμφιβολία, για ένα εξαιρετικά εκρηκτικό μίγμα «τριπλής ισχύος», το οποίο απειλεί να καταστρέψει τον πλανήτη – ενώ έχει προ πολλού «πυροδοτηθεί», δυστυχώς ερήμην των εθνικών κυβερνήσεων (σε κράτη που θυσιάζονται στην κυριολεξία, στο βωμό της αντιμετώπισης της κινεζικής εισβολής, όπως θα αναλύσουμε σε επόμενο κείμενο μας).
