ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ
Στα πλαίσια αυτά υπενθυμίζεται ότι, “το Δεκέμβριο του 2001 η κεντρική πλατεία της Αργεντινής πλημμύρισε από αγανακτισμένους και εξαθλιωμένους Πολίτες, επειδή είχαν χάσει πλέον εντελώς την εμπιστοσύνη τους στη νέα κυβέρνηση – η οποία, παρά το ότι τους είχε στην κυριολεξία λεηλατήσει, δεν μπόρεσε να τους εξασφαλίσει απολύτως τίποτα.
Οι συγκρούσεις που ακολούθησαν με την αστυνομία ήταν εξαιρετικά αιματηρές (ο Δεκέμβριος του 2012 για την Ελλάδα δεν είναι μακριά), με αποτέλεσμα να αναγκασθεί ο πρόεδρος της χώρας να εγκαταλείψει το προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο”.
Με κριτήριο τα παραπάνω και όσον αφορά την Ελλάδα επαναλαμβάνουμε ότι, δεν μπορεί να θεωρείται ως επιτυχημένη η πολιτική του εθνικού εξευτελισμού, της αναξιοπιστίας και της «επαιτείας», η οποία στηρίζεται στις «δουλοπρεπείς» υποσχέσεις αύξησης των φόρων, κατάλυσης της ατομικής ιδιοκτησίας (χαράτσια), λεηλασίας της δημόσιας περιουσίας και συνεχών μειώσεων των μισθών – ακόμη και αν κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε την παραμονή της χώρας μας στο ευρώ ή/και τις επόμενες δόσεις του σκόπιμα εξαρτημένου από τους τοκογλύφους ελληνικού δημοσίου.
Ειδικά όσον αφορά την «αναξιοπιστία», δεν επιτρέπεται να βεβαιώνει ο νέος πρωθυπουργός της χώρας τους δανειστές της ότι, θα εξοφλήσει ολοκληρωτικά και εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις της (όπως ακριβώς και ο προηγούμενος), χωρίς ταυτόχρονα να τους εξηγεί/τεκμηριώνει τη μέθοδο ή/και τον τρόπο, με τον οποία θα τα καταφέρει – πόσο μάλλον όταν οι αγορές έχουν την εντελώς αντίθετη άποψη, κρίνοντας τουλάχιστον από τα CDS και τα Spreads, ενώ γνωρίζουν πολύ καλά πως χωρίς ανάπτυξη, είναι αδύνατη η έξοδος από την κρίση και η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους.
Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε ξανά σε ορισμένα βασικά προβλήματα της οικονομίας μας, τα οποία πρέπει απαραίτητα να επιλυθούν:
.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ
Η συνεχώς μειούμενη ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας θεωρείται από πολλούς ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τα «δίδυμα ελλείμματα» της (δημόσιο έλλειμμα προϋπολογισμού και ιδιωτικό κυρίως έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών), τα οποία αύξησαν στο παρελθόν το δημόσιο χρέος της (το 80% περίπου του δημοσίου χρέους προέρχεται από τόκους, με ένα μεγάλο μέρος του υπολοίπου 20% να οφείλεται στη διαφθορά κάποιων πολιτικών). Εν τούτοις, εμείς έχουμε την άποψη ότισήμερα δεν είναι η μοναδική πηγή των προβλημάτων της.
Αντίθετα, θεωρούμε ότι τα ελλείμματα είναι αυτά που προκαλούν τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας (την αύξηση των τόκων, του δημοσίου χρέους κλπ.), ενώ προκαλούνται από τη χρήση οικονομικών όπλων: μεταξύ των οποίων της τεχνητής υποτίμησης του γερμανικού ευρώ (ευρωπαϊκές ασυμμετρίες), της ανάλογης ανατίμησης του ελληνικού, καθώς επίσης της επέκτασης των πολυεθνικών φοροφυγάδων εντός συνόρων – παράγοντες που έχουν συμβάλλει τα μέγιστα στην αποβιομηχανοποίηση της Ελλάδας, από την οποία πηγάζει η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας στους τομείς των υπηρεσιών (στους οποίους δραστηριοποιείται κυρίως η Ελλάδα) είναι πολύ πιο δύσκολη, από την αύξηση της στους τομείς της μεταποίησης (βιομηχανία κλπ.) – γεγονός που επεξηγεί τα προβλήματα μίας αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής, καθώς επίσης την προδιαγεγραμμένη, παταγώδη αποτυχία των όποιων μέτρων λιτότητας εφαρμόζονται. Πόσο μάλλον όταν τόσο τα ελλείμματα, όσο και το χρέος, καθιστούν αδύνατες τις επενδύσεις σε νέους τομείς – μέσω των οποίων θα αυξανόταν η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας.
Περαιτέρω, οι ομοιότητες που παρουσιάζει η Ελλάδα με τις Η.Π.Α. στον παραπάνω προβληματισμό, με μία χώρα δηλαδή επίσης «εντάσεως υπηρεσιών» που όμως δεν αμφισβητείται η ανταγωνιστικότητα της, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα (χωρίς φυσικά να συγκρίνουμε τα μεγέθη των δύο οικονομιών), είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς.
Πολύ περισσότερο όταν η λύση και για τις δύο χώρες είναι μάλλον κοινή, εάν δεν αλλάξουν ριζικά συμπεριφορά τα πλεονασματικά κράτη: η αναβολή πληρωμών δηλαδή, η αναδιαπραγμάτευση του χρέους και η επαναβιομηχανοποίηση, όπου όμως οι Η.Π.Α. έχουν προφανώς πολύ περισσότερες επιλογές (στρατιωτική επίλυση της διαμάχης, ολοκλήρωση της εισβολής του ΔΝΤ στην ΕΕ, πληθωριστική μείωση των χρεών με τύπωμα νέων χρημάτων, χρηματοπιστωτικές επιθέσεις,προστατευτισμός κλπ.).
Εάν τυχόν βέβαια η Ελλάδα χρεοκοπήσει ανεξέλεγκτα, το κόστος δανεισμού των Η.Π.Α. θα αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που θα υποχρεώσει την κυβέρνηση της υπερδύναμης σε ριζικές αποφάσεις. Όσον αφορά τώρα ειδικά τα «δίδυμα ελλείμματα», τα εξής:
(α) Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού (αφορά το δημόσιο τομέα): Στην προκειμένη περίπτωση, τα έσοδα του κράτους δεν αρκούν για την κάλυψη των δαπανών του ενώ, όταν τα έσοδα δεν φθάνουν για την πληρωμή όλων των εξόδων, εκτός από τους τόκους και τα χρεολύσια (δόσεις δανείων), μιλάμε για πρωτογενή ελλείμματα.
Η κάλυψη τώρα του ελλείμματος του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της σκιώδους διακυβέρνησης της χώρας μας, προβλέπει αφενός μεν νέους φόρους, αφετέρου μείωση των κοινωνικών δαπανών, των μισθών, των συντάξεων κλπ. – επί πλέον εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, καθώς επίσης εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, για την «αναχαίτιση» του χρέους.
Δηλαδή, με στόχο τη σταθεροποίηση του δημοσίου χρέους μας, η κυβέρνηση επιβάλλει την μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό τομέα – από τους Πολίτες λοιπόν στο κράτος (και από εκεί στους δανειστές), καθώς επίσης την πώληση (εκποίηση) περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου.
Με τον τρόπο αυτό το προϋπολογιζόμενο χρέος το 2020 θα φτάσει στα επίπεδα του 2008 (περί το 120% του ΑΕΠ) – ενώ η όποια προσπάθεια μείωσης των δαπανών του κράτους (απόλυση δημοσίων υπαλλήλων, περιορισμός των συντάξεων κλπ.), θα οδηγηθεί στην πληρωμή των τόκων. Απλούστερα, η ιδιωτική περιουσία, τα χρήματα των Ελλήνων Πολιτών δηλαδή, ένα μέρος των μισθών τους και η δημόσια περιουσία, θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των μελλοντικών δαπανών του κρατικού μηχανισμού, καθώς επίσης των τόκων των διεθνών τοκογλύφων – χωρίς να μειωθεί ουσιαστικά ο δανεισμός του κράτους.
Όμως οι νέοι φόροι, με εξαίρεση ίσως τους φόρους ακινήτων, μέσω των οποίων προγραμματίζεται η μεταφορά περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο («κλοπή» της ιδιωτικής περιουσίας), είναι πολύ δύσκολο να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα – αφού μειώνεται η φορολογική βάση. Με τον Πίνακα ΙΙΙ που ακολουθεί, αναλύουμε τον συγκεκριμένο προβληματισμό:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Παράδειγμα φορολόγησης με διαφορετικούς συντελεστές
| Συντελεστές φορολόγησης |
Κέρδος* |
Φόρος |
| Συντελεστής 20% |
10.000.000.000 |
2.000.000.000 |
| Συντελεστής 50% |
1.000.000.000 |
500.000.000 |
* Υπόθεση εργασίας
.
Στο παραπάνω «παράδειγμα», εάν αυξηθούν οι συντελεστές φορολόγησης των επιχειρήσεων στο 50%, από το 20% (υπόθεση εργασίας), τότε πλήττονται τα κέρδη τους – οπότε, αντί να εισπράξει το κράτος 2 δις € με συντελεστή 20%, εισπράττει μόλις 500 εκ €, παρά την αύξηση του συντελεστή στο 50%.
Εκτός αυτού φυσικά, πολλές εταιρείες μεταναστεύουν στο εξωτερικό, λόγω της υψηλής φορολόγησης, με αποτέλεσμα να συνεχίζει η αποβιομηχανοποίηση της χώρας, να αυξάνεται η ανεργία, να επιδεινώνεται το εμπορικό ισοζύγιο κλπ. Η πλήρης αποτυχία επίτευξης των στόχων του υφεσιακού ΔΝΤ-προγράμματος, τεκμηριώνει με τον καλύτερο τρόπο την ανάλυση μας – όπως και την «πολιτική προδοσία».
Οι ιδιωτικοποιήσεις τώρα (άρθρο μας), περιορίζουν μεν τα χρέη ενός κράτους στο παρόν, αλλά ταυτόχρονα μειώνουν τα έσοδα του στο μέλλον – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα πουλήσει την σκόπιμα απαξιωμένη πλέον ΔΕΗ, θα εισπράξει σήμερα ένα πολύ μικρό ποσόν, αλλά θα χάνει μερίσματα – ενώ η πολυεθνική που θα την εξαγοράσει, αφενός μεν θα πληρώνει λιγότερους φόρους (δια της γνωστής μεθόδου της φοροαποφυγής), αφετέρου θα μειώσει το προσωπικό, επιβαρύνοντας τα δημόσια ταμεία τουλάχιστον με 50-100 εκ. € ετήσια (επιδόματα ανεργίας κλπ.).
Επομένως, παρά το ότι μειώνεται προς στιγμήν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνεται στο άμεσο μέλλον ο προϋπολογισμός, τα ελλείμματα του οποίου «εκβάλλουν» ξανά στο χρέος. Το γεγονός αυτό έχει αποδειχθεί στις Η.Π.Α., όπου οι εκτεταμένες, νεοφιλελεύθερες ιδιωτικοποιήσεις τη δεκαετία του ‘80 από τα παιδιά του Σικάγου, μείωσαν καταρχήν το χρέος, αλλά στη συνέχεια εκτόξευσαν το έλλειμμα – με αποτέλεσμα η υπερδύναμη να είναι σήμερα αφενός μεν διπλά ελλειμματική (προϋπολογισμός, ισοζύγιο), αφετέρου υπερχρεωμένη (άρθρο μας).
