ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ – Σελίδα 3 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΥΣΗ

ΧΡΕΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗ 

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανάπτυξη απαιτεί την αύξηση του δανεισμού, τα χρέη δηλαδή – χωρίς όμως να εξελιχθεί σε υπερχρέωση. Εν τούτοις, το μέγεθος της υπερχρέωσης είναι σε άμεση εξάρτηση με την ανάπτυξη.

Εάν αναπτύσσεται σωστά η οικονομία μίας χώρας (εάν αυξάνεται το ΑΕΠ της με υψηλότερο ρυθμό από τα χρέη της), τότε μεγεθύνονται τα εισοδήματα – καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεν προκαλείται καμία γενική υπερχρέωση, ακόμη και αν κάποιοι από τους συμμετέχοντες χρεοκοπούν. Ειδικότερα, όταν το ΑΕΠ μίας χώρας αυξάνεται, τότε ο δημόσιος τομέας της έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να δανείζεται, χωρίς να αυξάνει η σχέση του χρέους ως προς το ΑΕΠ και χωρίς να «υποφέρει» ο προϋπολογισμός, υπό το βάρος των τόκων εξυπηρέτησης του χρέους. Επομένως, είναι εύλογο να προσπαθεί ένα κράτος να αναπτύσσεται, μέσω της αύξησης του δανεισμού του.

Στα πλαίσια αυτά, το οικονομικό εργαλείο «πρώτης επιλογής» είναι η πολιτική των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας. Όσο χαμηλότερα είναι τα επιτόκια δανεισμού εκ μέρους της, τόσο πιο πρόθυμα είναι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να δανείζονται, με στόχο την κατανάλωση και τις επενδύσεις – αφού τόσο πιο εύκολη είναι η εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων. Όταν το κόστος χρηματοδότησης είναι χαμηλό, είναι πολύ πιο εύκολη η κερδοφορία μίας επιχείρησης – ενώ οι επενδύσεις γίνονται, με κριτήριο το προσδοκόμενο κέρδος να είναι υψηλότερο από το επιτόκιο των καταθέσεων.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, τα χαμηλά επιτόκια προκαλούν υπεραισιόδοξες και κερδοσκοπικές συμπεριφορές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας, τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις υπερεκτιμούν τις δυνατότητες τους να έχουν «πλεονασματικούς προϋπολογισμούς», με αποτέλεσμα να υπερχρεώνονται και να δυσκολεύονται ή να αδυνατούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Ο «δείκτης» τώρα, μέσω του οποίου διαπιστώνεται μακροοικονομικά η υπερβολική πιστωτική επέκταση, δεν είναι άλλος από το ύψος του πληθωρισμού – ο οποίος όμως συνήθως, πριν από την εκάστοτε κρίση, διαπιστώνεται περισσότερο στην αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και λιγότερο στις τιμές των προϊόντων.

Ο πληθωρισμός δείχνει ότι, η αύξηση της προσφοράς προϊόντων και υπηρεσιών, δεν είναι ανάλογη με την αύξηση της ζήτησης. Το γεγονός αυτό οφείλεται συνήθως στο ότι, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν σημαντικά στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, για την κάλυψη της ζήτησης – είτε επειδή θεωρούν ότι δεν στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, ότι είναι βραχυπρόθεσμη δηλαδή, είτε επειδή δεν καλύπτεται το χρηματοπιστωτικό κόστος, είτε για άλλους λόγους.

Παράλληλα όμως ο πληθωρισμός διευκολύνει την εξυπηρέτηση των χρεών, επειδή τα ονομαστικά εισοδήματα (μισθοί κλπ.), καθώς επίσης οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων, αυξάνονται ανάλογα (σπιράλ μισθών-τιμών). Εάν στην περίπτωση αυτή η κεντρική τράπεζα αντιδράσει με αυστηρότερη νομισματική πολιτική (αύξηση των επιτοκίων, μείωση της ποσότητας χρήματος), έτσι ώστε να σταθεροποιηθούν οι τιμές, τότε οδηγείται μία σειρά επιχειρήσεων και νοικοκυριών στη χρεοκοπία.

Ένα κύμα χρεοκοπιών όμως θέτει σε κίνδυνο τις τράπεζες – με αποτέλεσμα να αναγκάζεται το κράτος, σε συνεργασία με την κεντρική τράπεζα, να τις διασώσει, να τις ανακεφαλαιοποιήσει ή/και να αυξήσει τη ρευστότητα τους (Ιρλανδία, Ισπανία). Το γεγονός αυτό με τη σειρά του αυξάνει το δημόσιο χρέος του κράτους, δυσκολεύει την εξυπηρέτηση του κλπ. – με τελικό αποτέλεσμα να κινδυνεύει ολόκληρη η οικονομία, η οποία εισέρχεται σε έναν οδυνηρό καθοδικό σπειροειδή κύκλο ύφεσης (περιορίζονται οι επενδύσεις και η κατανάλωση, μειώνεται το ΑΕΠ, αυξάνεται ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ, μεγεθύνονται τα ελλείμματα του προϋπολογισμού κοκ.).

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τα κράτη είναι υποχρεωμένα και πρέπει να δανείζονται, έτσι ώστε να προβαίνουν στη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων, στα πλαίσια μίας αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής (Keynes). Ο λόγος είναι ότι τα κράτη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με την «αποχή» του ιδιωτικού τομέα από τις επενδύσεις και την κατανάλωση, οφείλουν να εξισορροπούν τον περιορισμό της ζήτησης, έτσι ώστε να σταθεροποιούν την ανάπτυξη.

Εάν δεν το κάνουν, είτε επειδή δεν θέλουν (όπως η Γερμανία, η οποία επιμένει στην πολιτική λιτότητας), είτε επειδή δεν μπορούν (όπως η Ελλάδα, λόγω της υπερχρέωσης του δημοσίου), τότε οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις κατευθύνονται στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται μεν η περαιτέρω χρέωση ή υπερχρέωση του δημοσίου, αλλά τόσο οι ιδιώτες επενδυτές, όσο και οι τράπεζες, οι οποίες μεταφέρουν τις καταθέσεις των πελατών τους στο εξωτερικό, εξαρτώνται πλέον από τη φερεγγυότητα των ξένων δανειζόμενων – ενώ παράλληλα επιταχύνουν και επιδεινώνουν την ύφεση στη χώρα τους (φαύλος κύκλος).

Ολοκληρώνοντας, σχεδόν όλες οι δαπάνες του δημοσίου αυξάνουν άμεσα ή έμμεσα τα εισοδήματα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η μείωση τους λοιπόν οδηγεί στην ύφεση – ενώ η αύξηση τους δημιουργεί ανάπτυξη, ακόμη και αν είναι μόνο ονομαστική (πληθωρισμός). Η ανάπτυξη όμως αυξάνει τα φορολογικά έσοδα του κράτους και μειώνει τις κοινωνικές δαπάνες – με αποτέλεσμα να εισέρχονται στα κρατικά ταμεία περισσότερα χρήματα, με τη βοήθεια των οποίων εξυπηρετούνται τα δημόσια χρέη.

Επομένως, εάν ένα κράτος υποχρεώνεται, ειδικά εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης, σε μία «μονοσήμαντη» πολιτική λιτότητας, τότε καταδικάζεται στη χρεοκοπία τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός του τομέας. Κατ’ επέκταση, ο μοναδικός σκοπός μιας ανάλογης πολιτικής λιτότητας δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας του συγκεκριμένου κράτους, καθώς επίσης από τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο των δανειστών του – όπου ο ορισμός του προτεκτοράτου είναι η απώλεια της πολιτικής και δημοσιονομικής του ανεξαρτησίας.

.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading