Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ
Από την πλευρά της προσφοράς, η ανάπτυξη είναι το αποτέλεσμα της αύξησης του χρόνου εργασίας ή/και της υψηλότερης παραγωγικότητας – η οποία όμως διαφέρει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε μία βιομηχανική χώρα, όπως η Γερμανία, είναι σχετικά εύκολη – αφού απαιτούνται απλά νέες επενδύσεις σε σύγχρονα μηχανήματα.
Αντίθετα, η αύξηση της παραγωγικότητας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία στηρίζεται στις υπηρεσίες (τουρισμός κλπ.), είναι κατά πολύ πιο δύσκολη – αφού οι επενδύσεις δεν «αριστοποιούν» την ανθρώπινη εργασία. Ακριβώς για το λογο αυτό απαιτείται σήμερα μία συνεχής μείωση των αμοιβών των εργαζομένων (από το ΔΝΤ), επειδή στη χώρα μας οι μισθοί συμμετέχουν πολύ περισσότερο στο τελικό προϊόν (υπηρεσίες), από ότι στα βιομηχανικά κράτη.
Τα περισσότερα «προϊόντα» τώρα, τα οποία προέρχονται από την ανάπτυξη μέσω της αύξησης της προσφοράς, μπορεί τότε μόνο να βρουν την αντίστοιχη ζήτηση, εάν αυξάνεται ανάλογα η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών (εισοδήματα), ή εάν μειώνονται οι τιμές πώλησης – έτσι ώστε, με την ίδια αγοραστική δυνατότητα, με τον ίδιο μισθό καλύτερα, να μπορεί κανείς να αγοράζει περισσότερα προϊόντα.
Στην τελευταία περίπτωση, όταν μειώνονται δηλαδή οι τιμές των προϊόντων, χωρίς να αυξάνονται τα εισοδήματα, δεν έχουμε καθόλου ονομαστική ανάπτυξη (πόσο μάλλον όταν μειώνονται οι μισθοί, όπως απαιτεί σήμερα το ΔΝΤ από την Ελλάδα,παράλληλα με τον περιορισμό των τιμών – μία, μεσοπρόθεσμα, εξαιρετικά υφεσιακή συνταγή, «δολοφονική» για χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ). Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας είναι οι επενδύσεις, οι οποίες δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας ή/και αυξάνουν την παραγωγικότητα, να μην πραγματοποιούνται (αφού οι επιχειρήσεις δεν προσβλέπουν σε αύξηση των κερδών τους).
Αντίθετα, σε κανονικές συνθήκες δηλαδή, οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται από πιστώσεις (δάνεια), με τις οποίες αυξάνεται η ποσότητα χρήματος στην εκάστοτε αγορά και δημιουργείται ζήτηση – η οποία στηρίζεται σε μία αυξημένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Επομένως, η ανάπτυξη προϋποθέτει την αύξηση των δαπανών, οι οποίες υπερκαλύπτουν τα έσοδα – να καταναλώνει ή να επενδύει λοιπόν κανείς, περισσότερα από όσα εισπράττει, προσβλέποντας στην κάλυψη του κενού από τη μελλοντική ανάπτυξη (αυξήσεις μισθών κλπ.).
Κάτι τέτοιο είναι όμως τότε μόνο εφικτό, εάν οι ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων είναι πρόθυμοι να πάψουν να αποταμιεύουν ή/και να πουλήσουν μέρος των περιουσιακών στοιχείων τους, καταναλώνοντας ή επενδύοντας – επίσης, όταν οι υπόλοιποι συμμετέχοντες στην αγορά, αυτοί δηλαδή οι οποίοι δεν έχουν χρήματα, είναι πρόθυμοι να δανειστούν, για τους ίδιους σκοπούς.
Παράλληλα βέβαια, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος θα πρέπει να είναι πρόθυμος να παρέχει περισσότερες πιστώσεις, από τις καταθέσεις που έχει στη διάθεση του – αφού διαφορετικά θα μπορούσαν να διατεθούν μόνο όλα τα έσοδα του, όπως επίσης οι αποταμιεύσεις των καταθετών του. Η αιτία είναι το ότι, μία σταθερή ή βραδύτερη από την προσφορά (προϊόντων, υπηρεσιών κλπ.) αύξηση της ποσότητας χρήματος, οδηγεί σε μείωση των τιμών – εμποδίζοντας τη διεξαγωγή επενδύσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των επενδύσεων εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα, μειώνει την ανάγκη επενδύσεων εκ μέρους του δημοσίου – με αποτέλεσμα να περιορίζεται το δημόσιο χρέος, αυξανομένου του ιδιωτικού, οπότε να γίνεται συνεχώς καλύτερη η σχέση τους. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος είναι στο 170% του ΑΕΠ (προ διαγραφής), ενώ το ιδιωτικό στο 160% (250% στην Ιταλία), η εξισορρόπηση μεταξύ τους (80% δημόσιο και 250% ιδιωτικό), θα έλυνε αμέσως το πρόβλημα της χώρας – χωρίς φυσικά να οδηγηθεί στα νύχια του ΔΝΤ και της Γερμανίας.
.
Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΞΑΓΩΓΩΝ
Κατά κανόνα, χρεώνονται τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά μίας χώρας, για να επενδύσουν ή για να καταναλώσουν. Εάν όμως δεν το κάνουν, τότε δεν απομένει άλλος από το δημόσιο ή/και το εξωτερικό.
Τα ελλείμματα τώρα (πλεονάσματα) του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, είναι το σύνολο των τριών εγχώριων τομέων – του δημοσίου, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Στη Γερμανία, ο μοναδικός σχεδόν τομέας, λίγο πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο οποίος εμφάνιζε πλεονάσματα (έσοδα μεγαλύτερα από τις δαπάνες), ήταν ο εξαγωγικός. Στα πλαίσια αυτάσωστά αναφέρεται ότι, η γερμανική ανάπτυξη χρηματοδοτήθηκε από τις αδύναμες χώρες, κυρίως αυτές της ευρωπαϊκής περιφέρειας, καθώς επίσης από τα φτωχά νοικοκυριά των Η.Π.Α. – μέσω της αύξησης του δανεισμού τους, μεταξύ των ετών 2002 και 2008 (subprimes).
Εν τούτοις, επειδή τα πάντα ισορροπούν στη φύση, η «μονοσήμαντη» ανάπτυξη μέσω των εξαγωγών και εις βάρος των άλλων κρατών, είναι συνδεδεμένη με πολλά άλλα προβλήματα. Το σημαντικότερο όλων είναι ίσως ο δανεισμός των ελλειμματικών χωρών από τις πλεονασματικές, ο οποίος συνήθως καταλήγει σε απώλεια χρημάτων – όπως συνέβη με τα αμερικανικά νοικοκυριά, οι ζημίες των οποίων τελικά επιβάρυναν τη Γερμανία, μέσω της Lehman Brothers (θεωρείται ως η μεγαλύτερη και μάλιστα νόμιμη ληστεία όλων των εποχών). Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, στον οποίο αναφέρονται οι απαιτήσεις των Γερμανικών τραπεζών απέναντι σε άλλες χώρες, είναι χαρακτηριστικός:
.
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξωτερικές απαιτήσεις (δάνεια) των γερμανικών τραπεζών σε δις €, στις «ελλειμματικές» χώρες του Νότου, με ημερομηνία καταγραφής τέλη Αυγούστου 2010
| Χώρες |
Συνολικά |
Τράπεζες |
Επιχειρήσεις |
Δημόσιο |
| Ισπανία |
146.755 |
62.963 |
63.439 |
20.353 |
| Ιταλία |
133.296 |
48.138 |
45.664 |
39.494 |
| Ιρλανδία* |
114.707 |
43.025 |
69.318 |
2.364 |
| Πορτογαλία |
28.685 |
13.130 |
9.862 |
5.693 |
| Ελλάδα |
27.990 |
2.451 |
7.614 |
17.925 |
| Ευρώπη |
1.524.366 |
|||
| Λοιπός κόσμος |
928.625 |
|||
| Γενικό σύνολο** |
2.452.991 |
Πηγή: Bundesbank
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
.
* Το ΑΕΠ της Ιρλανδίας το 2008 ήταν 185,7 δις €, οπότε το χρέος της απέναντι στις Γερμανικές τράπεζες ήταν περίπου 62% του ΑΕΠ. Για σύγκριση, το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας (ΑΕΠ 2008 στα 242,9 δις €) ήταν μόλις 11,5% του ΑΕΠ.
** Τεράστιο ποσόν, περίπου όσο το ΑΕΠ της. Ας μην ξεχνάμε εδώ και τα χρέη της ΕΚΤ απέναντι στην Bundesbank από το target II, τα οποία υπολογίζονται στα 500 δις €.
Η μοίρα λοιπόν των πλεονασματικών χωρών, αυτών δηλαδή που δεν στηρίζουν την ανάπτυξη τους στην εσωτερική αγορά, αλλά στις εξαγωγές, όπως η Γερμανία, είναι να δανείζουν τις ελλειμματικές – αφενός μεν για να πουλούν τα προϊόντα τους, αφετέρου για να επενδύουν τα πλεονάσματα τους. Σε περιόδους όμως κρίσης, όπως στη σημερινή, αυτός που συνήθως ζημιώνεται στο τέλος δεν είναι ο οφειλέτης, αλλά ο δανειστής – γεγονός που πολύ σωστά τρομοκρατεί τη Γερμανική κυβέρνηση, παρά τα όσα ανακριβή ανακοινώνει στους Πολίτες της.
Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ένα μέρος φυσικά αυτών των δανείων θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεύθυνο – αφού στηριζόταν σε υπερβολικές προσδοκίες ανάπτυξης. Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα και με κριτήριο το συνολικό χρέος της, δημόσιο και ιδιωτικό, το οποίο είναι από τα χαμηλότερα διεθνώς (η τρίτη λιγότερο χρεωμένη οικονομία, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ), ο μοναδικός σχεδόν υπαίτιος της υπερχρέωσης ήταν ο δημόσιος τομέας – ενώ ο ιδιωτικός παρέμεινε ελάχιστα χρεωμένος (ΠίνακαςII).
.
ΠΙΝΑΚΑΣ II: Συνολικά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ
| Χώρα |
Σύνολο |
Τράπεζες |
Επιχειρήσεις |
Νοικοκυριά |
Δημόσιο |
| Η.Π.Α. |
376 |
94 |
90 |
92 |
100 |
| Ελλάδα |
333 |
22 |
74 |
71 |
166 |
| Γερμανία |
321 |
98 |
80 |
60 |
83 |
Πηγή: MM (IMF), 2011
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Παρά τους ισχυρισμούς λοιπόν πως οι Έλληνες κατανάλωναν δανειζόμενοι πολύ περισσότερα, από όσα εισέπρατταν, ότι δηλαδή ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες τους, ο Πίνακας ΙΙ αποδεικνύει την αυθαιρεσία αυτών των συμπερασμάτων – κατά μέσον όρο φυσικά και χωρίς να θεωρούμε ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις. Ειδικά όσον αφορά τις τράπεζες, το χρέος των οποίων ήταν πριν από τη διαγραφή των ομολόγων του δημοσίου μόλις 22% του ΑΕΠ, θα μπορούσε εύκολα να συμπεράνει κανείς ότι ήταν οι υγιέστερες της Ευρωζώνης.
