Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ – Σελίδα 3 – The Analyst
Ιδιοτικοποιήσεις,-παγίδα,-δημόσιες-επιχειρήσεις,-επιχειρήσεις-κοινής-ωφέλειας-Εξ.

Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ

976 total views, 14 views today

Οι ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα

Ανεξάρτητα τώρα από τις παραπάνω «εκτροπές» του προϋπολογισμού, οι οποίες είναι κάτι περισσότερο από εκνευριστικές, όσον αφορά τη βασική «σύλληψη» τους, εμείς οφείλουμε να αναλύσουμε οικονομικά, εάν πράγματι η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εκποιήσει τις δημόσιες επιχειρήσεις της, για να καλύψει τα χρέη της – εάν δηλαδή κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο, παρά το ότι θα ήταν απολύτως αρνητικό για την εθνική μας κυριαρχία, για τη Δημοκρατία, καθώς επίσης για το κοινωνικό κράτος.

 Καταρχάς λοιπόν, είναι δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σε μία βαθιά ύφεση – αφενός μεν λόγω της ελλειμματικής διαχείρισης της κρίσης χρέους από τις προηγούμενες κυβερνήσεις της, αφετέρου ένεκα της καταστροφικής πρόκλησης-διαχείρισης της κρίσης δανεισμού, εκ μέρους της παρούσας (άρθρο μας). Τα δραστικά μέτρα λιτότητας δε (μειώσεις δαπανών και μισθών), καθώς επίσης οι υπερβολικές αυξήσεις της φορολογίας, περιορίζουν ακόμη περισσότερο το ΑΕΠ μας – γεγονός που δυσχεραίνει επί πλέον τις προσπάθειες μείωσης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και την αποτελεσματική εξυγίανση της οικονομίας μας.

Στα πλαίσια αυτά η «Τρόικα», οι δυτικές δυνάμεις δηλαδή, οι τοκογλύφοι και το ΔΝΤ, θέλουν να μας υποχρεώσουν να εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, υπαγορεύοντας στην κυβέρνηση μας ένα ευρύτατο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, το οποίοσυμπεριλαμβάνει όλες τις κερδοφόρες, κοινωφελείς και μη επιχειρήσεις, καθώς επίσης τεράστιες εκτάσεις γης, άδειες εκμετάλλευσης κερδοφόρων υπηρεσιών, δικαιώματα στο υπέδαφος και πολλά άλλα – έναν κυριολεκτικά τρομακτικό «πίνακα ξεπουλήματος», ο οποίος συνοδεύει το «μεσοπρόθεσμο υποτέλειας και κατοχής» που κατέθεσε η κυβέρνηση. Παράλληλα, επιθυμούν να εγκατασταθούν επίσημα στη χώρα μας, όπως ακριβώς συνέβη στην Τουρκία (1875-1927, 2001 και εντεύθεν), έτσι ώστε να εισπράττουν τα έσοδα από τους φόρους, την ανάπτυξη και τις ιδιωτικοποιήσεις.

 Θεωρητικά τώρα, με την περιουσία του Δημοσίου να υπολογίζεται στα 300-400 δις €, θα μπορούσε να καλυφθεί το δημόσιο χρέος μας, ύψους περίπου 360 δις €, στο μεγαλύτερο μέρος του. Φυσικά το χρέος μίας χώρας μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα περιουσιακά στοιχεία της, σε έναν κρατικό Ισολογισμό, όπως έχουμε αναφέρει σε πολλά άρθρα μας – ενώ η αξία των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων εξαρτάται ουσιαστικά από την απόδοση τους, από την αξιοποίηση και την κερδοφορία τους δηλαδή (κάτι που έχει «αμεληθεί» εγκληματικά από όλες τις μέχρι σήμερα κυβερνήσεις μας, οδηγώντας στην απαξίωση ένα μεγάλο μέρος τους).

Όταν όμως πουλάει κανείς περιουσιακά στοιχεία, περιορίζει μεν τα χρέη του στο παρόν, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τα έσοδα του στο μέλλον – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα πουλήσει τη ΔΕΗ, θα εισπράξει σήμερα ένα ποσόν της τάξης των 1,2 δις € (συμμετοχή του δημοσίου κατά 51,5%), αλλά θα χάνει μερίσματα ύψους περί τα 260 εκ. € ετήσια – ενώ η πολυεθνική που θα την εξαγοράσει, θα πληρώνει αφενός μεν λιγότερους φόρους (δια της γνωστής μεθόδου της φοροαποφυγής), αφετέρου θα μειώσει το προσωπικό, επιβαρύνοντας τα δημόσια ταμεία τουλάχιστον με 50-100 εκ. € ετήσια (επιδόματα ανεργίας κλπ.).

Επομένως, παρά το ότι μειώνεται προς στιγμήν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνεται στο άμεσο μέλλον ο προϋπολογισμός, τα ελλείμματα του οποίου «εκβάλλουν» ξανά στο χρέος – στην περίπτωση της ΔΕΗ τουλάχιστον με 400 εκ. ετησίως. Από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι, τα όποια οφέλη της ιδιωτικοποίησης της θα είναι βραχυπρόθεσμα – ενώ για όλους τους Έλληνες θα σημάνει επί πλέον, σημαντική αύξηση των τιμών ενέργειας (θα διπλασιάζονταν σύντομα, όπως συμβαίνει στη Μ. Βρετανία, στη Γερμανία και αλλού), οπότε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων τους.

Ταυτόχρονα, οι Πολίτες θα αναγκάζονταν να επιβαρυνθούν στο μέλλον με υψηλότερους φόρους, έτσι ώστε να καλύψουν τα εκλιπόντα έσοδα της ΔΕΗ –παράλληλα με την αδυναμία «εθνικής» ανάπτυξης της οικονομίας, λόγω έλλειψης δικών μας εταιρειών (κάτι που θα επιδείνωνε αναμφίβολα το δείκτη χρέους προς ΑΕΠ).

Το γεγονός αυτό είναι γνωστό στους επενδυτές (αγορές), οι οποίοι βέβαια το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη – αξιολογώντας δυσμενέστερα την πιστοληπτική ικανότητα εκείνης της χώρας, η οποία εκποιεί τις δημόσιες επιχειρήσεις της (πόσο μάλλον σε περιόδους ύφεσης και απαξίωσης του χρηματιστηρίου).

Οι αγορές λοιπόν θα μας εμπιστεύονταν και θα μας δάνειζαν μόνο εάν θα συνεχίζαμε να έχουμε περιουσία – αρκεί βέβαια να τη διαχειριζόμαστε σωστά και κερδοφόρα, έτσι ώστε να αυξάνεται η «χρηματιστηριακή» της αξία. Αντίθετα, εάν τελικά εκποιήσουμε τη δημόσια περιουσία μας, ειδικά στις σημερινές εξευτελιστικές τιμές (το 30% του ΟΤΕ πουλήθηκε περί τα 4 δις €πριν από μερικά έτη, ενώ το 10% μόλις για 400 εκ. € σήμερα), δύσκολα θα δανειοδοτηθούμε από τις αγορές – παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα στον «ορό του ΔΝΤ».

 Ολοκληρώνοντας, παρά το ότι αναμφίβολα οι ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων μειώνουν την πολιτική διαφθορά και το πελατειακό κράτος, οι αρνητικές επιπτώσεις τους στην Οικονομία (μακροπρόθεσμα) είναι τεράστιες. Πρόκειται για έμμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις, οι οποίες προκαλούν την υποτίμηση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των κρατών, ακόμη μεγαλύτερες υφέσεις, καθώς επίσης την απόλυτη εξαθλίωση της μεγαλύτερης μερίδας των εργαζομένων.

.

Η Ελλάδα, οι αγορές και η ΕΚΤ 

Αφού λοιπόν ο μεσοπρόθεσμος προϋπολογισμός που κατέθεσε η κυβέρνηση είναι καταδικασμένος σε αποτυχία, οι ιδιωτικοποιήσεις θα είναι αρνητικές στο μέλλον (αν και την επόμενη τριετία με δυσκολία θα ξεπεράσουν έσοδα ύψους 10 δις €  – ουσιαστικά μόλις τους τόκους ενός εξαμήνου), ενώ οι αγορές το γνωρίζουν επακριβώς, οπότε δεν πρόκειται να τις «ξεγελάσουν» τα «μεσοπρόθεσμα» πυροτεχνήματα της Ελλάδας, τότε γιατί επιμένει η Τρόικα, παρά τις επικίνδυνες αντιδράσεις των Πολιτών;

Μήπως επειδή η ελληνική «ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» στα θεμέλια της Ευρωζώνης δεν έχει ακόμη εξουδετερωθεί, μετά από ένα χρόνο, ή λόγω του ότι η ΕΚΤ έχει εκτεθεί πολύ στα Ελληνικά ομόλογα, μετά το συνεχή δανεισμό των τραπεζών μας;

 Επιθυμώντας να αποφύγουμε εκείνες τις υποθέσεις, οι οποίες οδηγούν συνήθως σε εσφαλμένα συμπεράσματα, θέλουμε καταρχήν να επισημάνουμε ότι, δεν είναι πλέον σίγουρη η περαιτέρω δανειοδότηση της Ελλάδας – ειδικά εάν ψηφιστεί το εγκληματικό μεσοπρόθεσμο που της επιβλήθηκε από τη σκιώδη κυβέρνηση της.

Κατά την άποψη μας, οι αγορές δεν πρόκειται να το εκτιμήσουν θετικά, αφού θα θεωρήσουν ότι κάτι άλλο κρύβεται πίσω από το συγκεκριμένο «τέχνασμα αποπροσανατολισμού» τους . Άλλωστε, η συνεχιζόμενη πώληση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου τόσο από τις γερμανικές, όσο και από τις γαλλικές τράπεζες, δεν μπορεί να σημαίνει ότι πιστεύουν στη μελλοντική δανειοδότηση της Ελλάδας.

 Συνεχίζοντας, χωρίς να αναφερθούμε στα τεράστια προβλήματα της Fed, της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE) και της Ιαπωνικής κεντρικής τράπεζας (BoJ), τα οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, θα περιορισθούμε στην ΕΚΤ.

Σύμφωνα λοιπόν με το Spiegel, στον κατάλογο των εγγυήσεων της ΕΚΤ για την παροχή δανείων, βρίσκει κανείς ένα πορτογαλικό ομόλογο από το 1943, το οποίο οφείλει να πληρωθεί στις 31.12.9999 – σε 8.000 έτη δηλαδή (!). Εν τούτοις, το ομόλογο αυτό είναι πολύτιμο για την κεντρική τράπεζα της Πορτογαλίας, αφού χρησιμεύει σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, με βάση την οποία λαμβάνει σήμερα ρευστότητα σε Ευρώ – πόσο μάλλον όταν οι διεθνείς αγορές παροχής δανείων σε τράπεζες της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, του Βελγίου κλπ. είναι σχεδόν κλειστές, για τις συγκεκριμένες χώρες.

Ένα μεγάλο μέρος των εγγυήσεων λοιπόν που κατέχει η ΕΚΤ, είναι «αμφιβόλου αξίας» – αφού ουσιαστικά είναι η «κακή τράπεζα» (bad bank) του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, έχοντας συγκεντρώσει στα βιβλία της τοξικά ομόλογα «αξίας» πολλών δισεκατομμυρίων. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και στις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, καθώς επίσης στις εμπορικές – ένα πρόβλημα ανυπολόγιστων διαστάσεων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

 Ειδικότερα, η ΕΚΤ έχει δεχθεί σαν εγγύηση για την παροχή χρημάτων προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες, δομημένα ομόλογα (ABS,Asset-Backed Securities), συνολικής «αξίας» 480 δις € – ενώ παράλληλα διαθέτει στα βιβλία της ακόμη 360 δις €, τα οποία έχει εγγράψει σαν «μη χρησιμοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα». Επί πλέον αυτών, έχει στην κατοχή της ομόλογα δημοσίου της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας κλπ., «αμφιβόλου αξίας» – παρά το ότι παρέχει στις τράπεζες ρευστότητα χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία. Επίσης, οφείλει στις κεντρικές τράπεζες των πλεονασματικών χωρών (κυρίως στην Bundesbank) τεράστια ποσά, τα οποία δεν θα έπρεπε να χρωστάει (target-2).

Τέλος στα «βιβλία» της ΕΚΤ, στο ενεργητικό της δηλαδή, «εγγράφονται» ακόμη «υποσχετικές οφειλών», τις οποίες έχουν ουσιαστικά «ξεφορτώσει» οι ευρωπαϊκές τράπεζες, ενώ δεν διαπραγματεύονται στην ελεύθερη αγορά. Πρόκειται για τιτλοποιήσεις δανείων, σύμφωνα με τις οποίες, εάν για παράδειγμα χρεοκοπήσει μία γερμανική επιχείρηση παραγωγής εργαλείων, η ΕΚΤ θα πρέπει να απαιτήσει από αυτήν την επιστροφή των δανείων – αφού η ΕΚΤ έχει χρηματοδοτήσει τα δανείστρια γερμανική τράπεζα, μέσω της κεντρικής της, λαμβάνοντας τις απαιτήσεις της γερμανικής τράπεζας σαν εγγύηση(!).

Πρόκειται λοιπόν για μία «πιστωτική πυραμίδα» τεραστίων διαστάσεων, τάξης μεγέθους τουλάχιστον 1,5 τρις €(αντίστοιχες «λειτουργούν» από την Fed, από την BoE, από την BoJ κλπ.) η οποία, εάν καταρρεύσει, θα τυλίξει ολόκληρο τον πλανήτη στις φλόγες. Αρκεί να αντιληφθεί κανείς ότι το κεφάλαιο της ΕΚΤ μόλις αυξήθηκε στα 10 δις €, με τις πιστώσεις που παρέχει στο μέγεθος που αναφέραμε (άνω του 1 τρις €), για να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος.

Στα πλαίσια αυτά είναι εμφανές πως η ελληνική βόμβα είναι πια το μικρότερο πρόβλημα όλων. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανόν να «δρομολογηθεί» μεθοδικά η χρεοκοπία της Ελλάδας, εάν αποφασισθεί να χρησιμοποιηθεί η χώρα μας ως θυσία για τον καθησυχασμό, για τον κατευνασμό καλύτερα των αγορών – αφού μόνο τότε θα υποχρεώνονταν οι υπόλοιπες χώρες, μεταξύ των οποίων και οι Η.Π.Α., στην αποδοχή των μέτρων λιτότητας (εάν όχι στην αποκρατικοποίηση της εξουσίας), τα οποία πλέον απαιτούν οι αχόρταγες, δικτατορικές αγορές.

.

Επίλογος

Κατά την υποκειμενική μας άποψη, η Ελλάδα δεν έχει απολύτως κανένα λόγο σήμερα να ιδιωτικοποιήσει τη δημόσια περιουσία της – ούτε εθνικό, ούτε οικονομικό, ούτε στρατηγικό, ούτε απλά «βιοποριστικό». Μία ενδεχόμενη αποκρατικοποίηση, σύμφωνα με το «μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα» που κατατέθηκε, αφενός μεν δεν θα χρησίμευε καθόλου στη χώρα μας, αφετέρου θα προκαλούσε ακριβώς το αντίθετο – την ελεγχόμενη χρεοκοπία της, καθώς επίσης την «υποδούλωση» μίας λεηλατημένης πλέον και εξαθλιωμένης χώρας, η οποία θα προσφερόταν ως θυσία στους «Βασιλείς» των αγορών.

Χωρίς φυσικά να είμαστε απόλυτοι, εάν δεν διώξουμε άμεσα τους εισβολείς, παρά τα τεράστια προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε στη συνέχεια (η χρεοκοπία, σε συνδυασμό με την απομόνωση, θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρές εμπειρίες), δενπρόκειται να αποφύγουμε το μοιραίο – τη «λογική» δηλαδή της «στυμμένης λεμονόκουπας».  

 Αντίθετα μάλιστα, εάν αναλάβουμε όλοι μαζί το ρίσκο, παραμένοντας φυσικά στη ζώνη του Ευρώ, αλλά χωρίς να εγκαταλείψουμε το μέλλον της πλούσιας, πολλαπλά προικισμένης χώρας μας στα χέρια μίας κυβέρνησης που μάλλον «θέλει, αλλά δεν μπορεί», έχουμε κάποιες αμυδρές ελπίδες ελεύθερης επιβίωσης – έστω και με χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, για κάποια χρόνια.

Άλλωστε, “δεν πρέπει ποτέ να αφήνει κανείς να συνεχίζεται μία ανωμαλία για να αποφύγει τον πόλεμο, επειδή δεν τον αποφεύγει τελικά, αλλά μόνο αλλάζουν οι συνθήκες προς όφελος των αντιπάλων του” (N.Machiavelli).

.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.