ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ – Σελίδα 4 – The Analyst

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

96 total views, 6 views today

Η «ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ» ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ)

 Πρόκειται για τη «μονομερή» στάση πληρωμών, χωρίς καμία διαπραγμάτευση ή συμφωνία με τους πιστωτές. Κατά την άποψη πολλών, θεωρείται σαν το χειρότερο σενάριο τόσο για τους πιστωτές μας, όσο και για την Ευρωζώνη συνολικά – συμπεριλαμβανομένου του κοινού νομίσματος.

Οι συνέπειες για τη χρεοκοπημένη χώρα είναι βραχυπρόθεσμα θετικές, αλλά σε μακροπρόθεσμη βάση εξαιρετικά αρνητικές  – αν και δεν συνδέεται υποχρεωτικά με την έξοδο από την Ευρωζώνη. Το δημόσιο της χώρας που «επιλέγει» τη στάση πληρωμών, επειδή δεν είναι πλέον υποχρεωμένο να πληρώνει τόκους και χρεολύσια, μπορεί να επενδύσει – επιτυγχάνοντας έξοδο από την ύφεση και επιστροφή στην ανάπτυξη.

Τα περιουσιακά στοιχεία της όμως στο εξωτερικό, όπως και αυτά της κεντρικής τράπεζας της, καθώς επίσης οι επιδοτήσεις της στα πλαίσια της ΕΕ, δεσμεύονται από τους πιστωτές της. Εκτός αυτού, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να επενδύσει στο εξωτερικό, χάνει ολοκληρωτικά την πρόσβαση της στο διεθνή δανεισμό, ενώ οι αγορές προϊόντων εκ μέρους της γίνονται μόνο έναντι μετρητών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πιέσεις της να εξέλθει από την Ευρωζώνη θα ήταν μάλλον «αφόρητες», αφού όσο θα παρέμενε κράτος-μέλος της, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις εναντίον των άλλων χρεωμένων κρατών της ένωσης θα κλιμακώνονταν –  με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ισοτιμία και τη βιωσιμότητα του Ευρώ.

.

ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΑΠΕΧΘΟΥΣ ΧΡΕΟΥΣ

 Πρόκειται για ένα σενάριο μη ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού η άρνηση αποτελεί μονομερή αθέτηση πληρωμών – δεν είναι δηλαδή το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές,  είτε είναι αιτιολογημένη, είτε όχι.

Τα απεχθή χρέη (ή χρέη δικτατόρων, όπως επίσης αποκαλούνται – σύμφωνα με έναν όρο, ο οποίος συνιστά «λαϊκό Δίκαιο» που όμως δεν έχει γίνει αποδεκτό μέχρι σήμερα στο σύνολο του), θεωρείται ότι είναι «μη αποδεκτά» και δεν υπάρχει υποχρέωση πληρωμής τους, εφόσον:

(α)  έχουν συναφθεί χωρίς την έγκριση των Πολιτών μίας χώρας, λόγω της ύπαρξης μίας μη εκλεγμένης δημοκρατικά κυβέρνησης, η οποία δεν έχει την απαιτούμενη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας,

(β) τα χρήματα έχουν χρησιμοποιηθεί για την καταπίεση των Πολιτών μίας χώρας, έχοντας τους προκαλέσει ζημίες με τη χρήση τους,

(γ)  οι δανειστές είχαν γνώση και των δύο παραπάνω περιπτώσεων – ή θα μπορούσαν να έχουν, με τη βοήθεια μίας εύλογης έρευνας.

Ουσιαστικά δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια, σε σχέση με το ποια χρέη ή από πότε μπορούν να χαρακτηρισθούν «απεχθή»(odious debts). Θεωρείται όμως ότι, η υποχρέωση επιστροφής αυτών των δανείων ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση, με τα «ενδιαφέροντα» της δημοκρατικής κυβέρνησης, η οποία διαδέχεται στην εξουσία την απολυταρχική προηγούμενη.

Ειδικότερα, εάν τα χρήματα που προήλθαν από το δανεισμό, οδηγήθηκαν στα ταμεία της ελίτ, της κυρίαρχης τάξης δηλαδή μίας χώρας, εάν χρησιμοποιήθηκαν για την καταπίεση του πληθυσμού της ή δαπανήθηκαν για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν προήγαν τα συμφέροντα του συνόλου, πιστεύεται πως δεν πρέπει να υποχρεωθεί η εκλεγμένη νέα κυβέρνηση να τα πληρώσει (σύμφωνα με το δόγμα του «απεχθούς χρέους»).

Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η παρεμπόδιση των δυνητικών δανειστών, να στηρίζουν ανάλογα, δικτατορικά συνήθως, καθεστώτα. Η Κούβα (1898), η Κόστα Ρίκα (1923) και το Εκουαδόρ (2008) το οποίο, μετά από λογιστικό έλεγχο του δημοσίου χρέους, χαρακτήρισε μέρος του ως «απεχθές», έκαναν χρήση του συγκεκριμένου «δόγματος» στο παρελθόν.

Όσον αφορά την Ελλάδα, επειδή τα τελευταία τριάντα χρόνια, εντός των οποίων δημιουργήθηκε το τεράστιο δημόσιο χρέος της, δεν διοικείται από μη εκλεγμένες δημοκρατικά κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί τη συγκεκριμένη έννοια, «απαιτώντας» διαγραφή των απεχθών χρεών κατά τα πρότυπα που αναφέραμε.

Παρά το ότι λοιπόν οι δανειστές μας είχαν σαφώς γνώση, σχετικά με την «κακοδιαχείριση» των δανείων που ενέκριναν στις κυβερνήσεις μας, όπως απεδείχθη, μεταξύ άλλων, από τον πρόεδρο της Κομισιόν, ενώ ήταν οι ίδιοι οι διαφθορείς της πολιτικής μας ηγεσίας, είναι μάλλον δύσκολο να επικρατήσει μία τέτοια άποψη – ειδικά αφού κανένας πολιτικός μέχρι σήμερα δεν έχει τιμωρηθεί, οπότε δεν έχει ουσιαστικά στοιχειοθετηθεί ο χρηματισμός και η διαφθορά, η οποία κόστισε στη χώρα μας τουλάχιστον το 50% των συνολικών δημοσίων χρεών της (άνω των 180 δις €).

.

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

 Η κυβέρνηση ενός κράτους μπορεί να αρνηθεί την «εξυπηρέτηση» του συνόλου ή μέρους των χρεών του, εάν η πληρωμή τους μπορεί να προκαλέσει την οικονομική καταστροφή της πλειοψηφίας των Πολιτών του – εάν δηλαδή είναι συνδεδεμένη με το κλείσιμο των σχολείων, με το σταμάτημα της λειτουργίας των νοσοκομείων κλπ.

Η δυνατότητα αυτή στηρίζεται στην απόφαση της επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ, σύμφωνα με την οποία «Ένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να αναγκασθεί να κλείσει σχολεία, πανεπιστήμια, δικαστήρια και να εγκαταλείψει τις δημόσιες υπηρεσίες, επιφέροντας χάος και αναρχία στην κοινωνία, απλά και μόνο για να εξασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων σε ξένους και τοπικούς δανειστές του».

Κατά την άποψη μας, η Ελλάδα δεν μπορεί να επικαλεσθεί κάτι τέτοιο, παρά το ότι ο κίνδυνος είναι ορατός, εφόσον η κρατική περιουσία της υπερκαλύπτει το δημόσιο χρέος – ενώ το ιδιωτικό χρέος της είναι κατά πολύ χαμηλότερο, σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.

.

Η «ΑΠΟΧΡΕΩΣΗ» ΜΕ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕΣΑ

 Με εξαίρεση την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του συνολικού δημοσίου χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, με 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις και το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, υπό την προϋπόθεση της εκδίωξης του ΔΝΤ – μία λύση που μάλλον δικαιούμαστε, αφού το μεγαλύτερο μέρος του χρέους προήλθε από τη διαφθορά των πολιτικών μας και τις υπερτιμολογημένες αγορές εκ μέρους του δημοσίου,εάν θα τοποθετούμαστε υπέρ της ολοκληρωτικής διατήρησης της Εθνικής μας κυριαρχίαςθα οφείλαμε να ξεπεράσουμε χωρίς τη βοήθεια «τρίτων» τα σημερινά προβλήματα, στα οποία μας οδήγησαν οι κυβερνήσεις των τελευταίων τριάντα ετών –τουλάχιστον με τη δική μας ανοχή, αν όχι με την ενεργό συμμετοχή, ενώ αναμφίβολα αυξήθηκε σημαντικά ο ιδιωτικός μας πλούτος (από την άνοδο των τιμών της ακίνητης περιουσίας, λόγω του τουρισμού και των έργων υποδομής, από τις επιδοτήσεις της ΕΕ στη γεωργία, από την πτώση των επιτοκίων λόγω της εισόδου μας στην Ευρωζώνη κλπ). Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν οι εξής τρόποι, τους οποίους έχουμε αναλύσει στο παρελθόν:

(α) Η εθνικοποίηση του χρέους: Από το σύνολο των οφειλών του κράτους μας, περίπου τα 200 δις € είναι εξωτερικά δάνεια, με προγραμματισμένους τόκους και δόσεις αποπληρωμής τους. Εάν, κατά το παράδειγμα της Ιαπωνίας, η κυβέρνηση μας κάλυπτε το συγκεκριμένο ποσόν σταδιακά, με την έκδοση εθνικών ομολόγων (για τα οποία θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν κυρίως οι καταθέσεις Ελλήνων στο εξωτερικό, έτσι ώστε να μην προβληματισθούν οι Ελληνικές τράπεζες), θα είχαμε προφανώς τη δυνατότητα να αυτοχρηματοδοτηθούμε .

(β)  Ο μηδενισμός του χρέους: Είναι μία λύση που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εφάπαξ εισφορά περιουσιακών στοιχείων (καταθέσεις, ακίνητα κλπ) των Ελλήνων ιδιωτών, την οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν – αν και με τη συμμετοχή των δανειστών μας (άρθρο μας). Όπως είχαμε αναφέρει τότε, αφενός μεν πρέπει να πληρώνουμε για τα λάθη μας (δυστυχώς εμείς εκλέγαμε τόσα χρόνια εκείνους τους Πολιτικούς που μας οδήγησαν στην καταστροφή), αφετέρου κανένας πόλεμος δεν διεξάγεται χωρίς απώλειες – ενώ στόχος μας οφείλει να είναι όχι η εξάλειψη των απωλειών, αφού κάτι τέτοιο είναι εντελώς ανέφικτο, αλλά ο όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός τους.

(γ)  Η μετοχοποίηση του χρέους: Το κράτος μας θα μπορούσε να δημιουργήσει μία ή περισσότερες εταιρείες, συνεισφέροντας τόσο πάγια περιουσιακά του στοιχεία στο κεφάλαιο τους, όσο και κάποιες συμμετοχές του στις δημόσιες επιχειρήσεις. Στη συνέχεια, θα μπορούσε να πουλήσει αυτές τις μετοχές σε Έλληνες επενδυτές και καταθέτες, έτσι ώστε να χρηματοδοτηθεί εσωτερικά – χωρίς να αναγκασθεί στην εκποίηση τους σε ξένους. Ας μην ξεχνάμε ότι, με συνολικό χρέος στο 252% του ΑΕΠ μας, το ιδιωτικό θα μπορούσε να φθάσει στο 180% χωρίς κανένα πρόβλημα – οπότε, το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στη διαφορά (72%).

Εάν η Ελλάδα χρησιμοποιούσε έναν από τους παραπάνω ή κάποιους ανάλογους τρόπους «αποχρέωσης», με δικά της μέσα, θα μπορούσε να ξεφύγει από τα προβλήματα της – εξοφλώντας (εκδιώκοντας) το ΔΝΤ και ανακτώντας την Εθνική της κυριαρχία, καθώς επίσης την εθνική της υπερηφάνεια. Άλλωστε, η περαιτέρω δραστηριοποίηση του ΔΝΤ θα κοστίσει στους Πολίτες της, σε όλους εμάς δηλαδή, πολύ περισσότερα, από αυτά που θα προσφέραμε σήμερα, με τη θέληση μας – υπό την προϋπόθεση φυσικά του πλήρους ελέγχου της Πολιτείας.

Για παράδειγμα, τυχόν πτώση της αγοράς ακινήτων, η οποία προκαλεί συνήθως μία εκτεταμένη τραπεζική κρίση, θα κόστιζε στον ιδιωτικό τομέα μας, σε όλους εμάς δηλαδή, περισσότερα από 200 δις € – όπως η καταβαράθρωση του ελληνικού χρηματιστηρίου, η οποία ήδη κόστισε στους μετόχους των εισηγμένων εταιρειών μας, «κεφαλαιοποίηση» άνω των 150 δις € (το 50% σχεδόν του δημοσίου χρέους μας). Αλήθεια, ποια ιδιωτική επιχείρηση θα συνέχιζε να «ανέχεται» το διευθύνοντα σύμβουλο στη θέση του, εάν είχε ζημίες που θα ξεπερνούσαν το 50% του ετήσιου τζίρου της (ΑΕΠ), διακινδυνεύοντας την περαιτέρω αύξηση τους;

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, η «ακμή» ενός λαού σαν τον δικό μας, θα μπορούσε να στηριχθεί στις τρείς παρακάτω προϋποθέσεις (η παρακμή, αντίστοιχα, στην παντελή έλλειψη τους – κάτι που πολύ φοβόμαστε ότι «συμβαίνει» σήμερα):

(α)  Σε ένα σύνολο υγιών οικονομικών και πολιτικών θεσμών, οι οποίοι θα καθορίζουν επακριβώς το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα μπορούμε να αναπτυχθούμε, ανταγωνιζόμενοι με ίσους όρους.

(β)  Σε ένα σύνολο συνειδητών πολιτών, το οποίο να κατανοεί επαρκώς τις αρχές της Οικονομίας και της Δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, να έχει διαμορφώσει ένα χαρακτήρα συνεπή προς το συγκεκριμένο «τρόπο ζωής».

(γ)  Σε μία υψηλής ποιότητας ηγεσία, η οποία να μπορεί να κατευθύνει ορθολογικά το κράτος (να μην σπαταλάει δηλαδή και φυσικά να μην «υπεξαιρεί» το δημόσιο πλούτο, «εκμηδενίζοντας» παράλληλα τον πολιτισμό μας), καθώς επίσης να διαφυλάσσει τη χώρα της, τουλάχιστον στις κρίσιμες στιγμές – χωρίς ποτέ να επιτρέπει σε τρίτους να την προσβάλλουν. Τα απολύτως απαραίτητα χαρίσματα που πρέπει να διαθέτει η ηγεσία αυτή δεν είναι άλλα, από το να μπορεί να πείθει τεκμηριωμένα, να εμπνέει και να διδάσκει – να εκπαιδεύει δηλαδή τους κυβερνωμένους.

Εάν λοιπόν δεν αγωνισθούμε για να αποκτήσουμε τα παραπάνω χαρακτηριστικά, με απώτερο στόχο την κυριαρχία των Θεσμών και την άμεση Δημοκρατία, καθώς επίσης εάν συνεχίσουμε να «επιρρίπτουμε» τις ευθύνες σε τρίτους, χωρίς να προσπαθήσουμε να  επιλύσουμε, με δικά μας κυρίως μέσα, τα οικονομικά και λοιπά μας προβλήματα, δεν πρόκειται να ξεφύγουμε από το «τέλμα» – ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν μάλλον οξύμωρο να παραπονιόμαστε για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας ή να αναφερόμαστε στην εθνική μας υπερηφάνεια