ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ – Σελίδα 3 – The Analyst

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

263 total views, 2 views today

Η ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ (ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ)

 Με την παραπάνω έννοια αναφέρεται κανείς στην επίτευξη συμφωνίας μίας χώρας με τους πιστωτές της, σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων της. Εάν λοιπόν ένα οποιοδήποτε κράτος αδυνατεί να εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις οφειλές του και προβαίνει σε συμφωνία με τους πιστωτές του, τότε θεωρείται ότι ευρίσκεται σε καθεστώς ελεγχόμενης πτώχευσης.

Προφανώς η Ελλάδα ευρίσκεται ήδη σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, αφού ζήτησε (και μάλλον πέτυχε) την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των «ενυπόθηκων» 110 δις €. Φυσικά κάτι τέτοιο, η ελεγχόμενη χρεοκοπία δηλαδή, δεν σημαίνει ότι έφτασε το τέλος του κόσμου – αρκεί βέβαια να μην συνδεθεί με παραχωρήσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν τη χώρα είτε στην οικονομική καταστροφή, είτε στην πλήρη υποδούλωση της (προτεκτοράτο).

Η συμφωνία τώρα με τους πιστωτές, εάν αφορά κράτη στις μεταξύ τους συναλλαγές, πραγματοποιείται στο «Κλαμπ του Παρισιού» – όπου συναντώνται από κοινού οι δανειστές με τους οφειλέτες.

Η πρώτη συνάντηση αυτού του είδους έγινε το 1956, με πρωτοβουλία τότε της Αργεντινής. Ο Γάλλος υπουργός οικονομικών (P.Pflimlin) κάλεσε τον Αργεντινό συνάδελφό του στο Παρίσι, με στόχο μία κοινή συζήτηση, με τη συμμετοχή των δανειστών, σε σχέση με την αποπληρωμή των τεραστίων χρεών της Αργεντινής. Η «πρακτική» αυτή θεωρήθηκε ικανοποιητική από όλους τους συμμετέχοντες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να επεκταθεί και σε άλλες χώρες.

Έκτοτε το Κλαμπ του Παρισιού, στελεχωμένο με ελάχιστα σχετικά άτομα, έχει την έδρα του στο υπουργείο οικονομικών της Γαλλίας – το οποίο έχει αναλάβει την προεδρία του, διαθέτοντας μία Γραμματεία, στην οποία υποβάλλονται ανάλογα αιτήματα διαφόρων οφειλετών ή δανειστών. Η διαδικασία αυτή στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην παράδοση, η οποία δημιουργήθηκε από το 1956, καθώς επίσης στη συνεχή εξάσκηση της. Το Κλαμπ δεν διαθέτει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες – ούτε κυβερνητικό συμβόλαιο, ούτε κανένα καταστατικό λειτουργίας του. Σύμφωνα δε με έναν εκ των προηγουμένων προέδρων του, τον κ. JeanClaude Trichet, «Το Κλαμπ του Παρισιού είναι ένας μη θεσμός, ο οποίος συνδέει τη Λατινική φαντασία με τον Αγγλοσαξονικό πραγματισμό».

Στα πλαίσια της λειτουργίας του, οι χώρες-πιστωτές συναντώνται δέκα έως έντεκα φορές το χρόνο, για να συζητήσουν την κατάσταση των χρεών διαφόρων κρατών, καθώς επίσης για να διαπραγματευθούν με τις ίδιες (προφανώς θα έχει συζητηθεί πολύ πριν και το θέμα της Ελλάδας). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών έχουν θεσπισθεί μάλλον αυστηροί κανόνες για τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις, ενώ έχουν «επινοηθεί» διαφορετικά μοντέλα διακανονισμού ή διαγραφής χρεών, τα οποία όμως δεν είναι υποχρεωτικά στην υιοθέτηση τους – ενώ χρησιμεύουν μόνο στην ενημέρωση των συμμετεχόντων, παραμένοντας μη «προσβάσιμα» σε όλους τους υπόλοιπους.

Τα αποτελέσματα αυτών των συζητήσεων καταγράφονται σε ένα πρωτόκολλο, το οποίο όμως συνιστά τυπικά, μόνο μία πρόταση – αν και στην πραγματικότητα είναι δεσμευτική, αφού τηρείται από τους συμμετέχοντες. Στη βάση αυτού του πρωτοκόλλου γίνονται δεσμευτικές συμφωνίες μεταξύ των εκάστοτε κρατών-δανειστών και της χώρας που οφείλει, στις οποίες τόσο ο διακανονισμός (επιμήκυνση κλπ) των χρεών ή η διαγραφή μέρους τους (haircut), όσο και οι λεπτομέρειες (δόσεις, τόκοι κλπ), ορίζονται επακριβώς. Συνήθως δε καθορίζεται ταυτόχρονα από το ΔΝΤ ένα οικονομικό πρόγραμμα εξυγίανσης της οικονομίας της χώρας, η οποία αδυνατεί να πληρώσει εμπρόθεσμα τα χρέη της και καταφεύγει στο Κλαμπ του Παρισιού (ενδεχομένως θα αντικατασταθεί σύντομα από το Κλαμπ του Βερολίνου, το οποίο σχεδιάζεται να έχει αυξημένες αρμοδιότητες – συνδυάζοντας και το αντίστοιχο του Λονδίνου).

Οι απαιτήσεις των ιδιωτικών τραπεζών τώρα απέναντι σε ένα κράτος, μαζί με αυτές των ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες γίνονται «απαιτητές» μέσω των τραπεζών, «διεκπεραιώνονται» χωριστά – από το «Κλαμπ του Λονδίνου». Ο συγκεκριμένος οργανισμός είναι μία επιτροπή, αποτελούμενη από ιδιωτικές τράπεζες (μέλη του είναι 1.000 περίπου τράπεζες παγκοσμίως), η οποία απασχολείται με τα προβλήματα των χρεωστών – συνήθως δε με τις δυσκολίες των κρατών, τα οποία δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους. Οι διαπραγματεύσεις αφορούν και εδώ διακανονισμούς χρεών, διαγραφές, υπομνήματα κλπ, καθώς επίσης αλλαγές στις προϋποθέσεις χρηματοδότησης μίας χώρας.

Όπως ισχύει και για το Κλαμπ του Παρισιού, το Κλαμπ του Λονδίνου δεν έχει κανενός είδους γραπτές νομικές δικαιοδοσίες, κανένα καταστατικό οργανόγραμμα, ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις – λειτουργεί δηλαδή στηριζόμενο στην παράδοση και στις πρακτικές του παρελθόντος, καθώς επίσης στη συνεχή «εξάσκηση» του. Σε αντίθεση δε με το «Κλαμπ του Παρισιού», δεν διαθέτει ειδική Γραμματεία, ενώ δεν υπάρχει κάποιος σταθερός τόπος συνάντησης – με τις διαπραγματεύσεις να λαμβάνουν συνήθως χώρα παράλληλα με αυτές του «κλαμπ του Παρισιού».

Όσον αφορά ειδικά τη διαγραφή μέρους των χρεών, τις περισσότερες φορές περιορίζεται μόνο το καθαρό χρέος (κεφάλαιο), ενώοι τόκοι συνεχίζουν να καταβάλλονται χωρίς «εκπτώσεις». Οι διαπραγματεύσεις δεν υπόκεινται σε κανενός είδους δεσμευτικούς κανόνες, ενώ δεν υφίσταται έννομη απαίτηση μείωσης του χρέους εκ μέρους των οφειλετών.

Όπως είναι κατανοητό από την παραπάνω μικρή περιγραφή των δύο κυρίαρχων Κλαμπ των τοκογλύφων, όταν ένα κράτος θελήσει να προβεί σε διακανονισμό των χρεών του, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει με την πληρωμή τους, είναι ουσιαστικά υποχρεωμένο να διαπραγματευθεί και με τις δύο οργανώσεις – αφού συνήθως χρωστάει τόσο σε εθνικά κράτη, όσο και σε τράπεζες, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα όλων των ιδιωτών-δανειστών του (επιχειρήσεις, επενδυτές κλπ).

Εάν λοιπόν, μέσα στα πλαίσια αυτά, επιτύχει να συμφωνήσει με τα δύο αυτά κλαμπ των δανειστών του, τότε αναφερόμαστε ουσιαστικά στην ελεγχόμενη χρεοκοπία του, η οποία θα μπορούσε, στο παράδειγμα της Ελλάδας, να ακολουθήσει τα εξής σενάρια:

(α)  Πάγωμα πληρωμών: Πρόκειται για την αναστολή της πληρωμής τόκων και χρεολυσίων, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα – τουλάχιστον για μία πενταετία, έτσι ώστε να έχει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα θα υποχρεωνόταν να μηδενίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της, να εφαρμόσει μία αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, καθώς επίσης να επιτύχει ανάπτυξη της τάξης του 3-4%, έτσι ώστε το δημόσιο χρέος της, μετά την πενταετία, να κυμανθεί σε επίπεδα κάτω του 120% (οπότε να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να εξοφλεί τα χρέη της).

(β)  Διαγραφή χρεών: Πρόκειται για μείωση του χρέους (haircut) η οποία, στην περίπτωση της χώρας μας, δεν θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη από το 50% (δηλαδή, με συνολικό χρέος στα τέλη του 2011 περί τα 360 δις €, μείωση κατά 180 δις €). Οι πιστωτές της εδώ θα έχαναν 180 δις €, συν τους αναλογούντες τόκους, ενώ το χρέος της Ελλάδας θα διαμορφωνόταν στο 78% ενός ΑΕΠ ύψους περίπου 230 δις € (οι τόκοι θα ήταν της τάξης των 9 δις €, εάν υποθέσουμε ένα μέσο επιτόκιο 5%). Εάν η δημοσιονομική πολιτική παρέμενε αυστηρή, καθώς επίσης εάν δεν ακολουθούσαν περαιτέρω ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μία επιτυχημένη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

(γ)  Επιμήκυνση του χρέους με χαμηλό επιτόκιο: Για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμφωνηθεί η αποπληρωμή του συνολικού χρέους μας, χωρίς καμία διαγραφή, σε 40 ισόποσες ετήσιες δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε βασικό της ΕΚΤ (άρθρο μας). Αν και η λύση αυτή είναι η περισσότερο έντιμη, ενώ μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα μακριά από τα σημερινά αδιέξοδα, είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τους πιστωτές της. Ο λόγος είναι το ότι, η μείωση των επιτοκίων είναι απαγορευμένος καρπός από τους τοκογλύφους, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά από πού επιτυγχάνουν τη συνεχώς αυξημένη κερδοφορία τους (Η μάστιγα των τόκων).

Ίσως οφείλουμε εδώ να αναφερθούμε στη έννοια των ευρωομολόγων, τα οποία συζητούνται πάρα πολύ συχνά, σε σχέση με τη βοήθεια των υπερχρεωμένων κρατών της Ευρωζώνης – από την ίδια την Ένωση, αλλά και από το σύνολο σχεδόν της Ελληνικής Πολιτικής. Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, κατά την άποψη μας η υιοθέτηση των ευρωομολόγων δεν πρόκειται ουσιαστικά να προσφέρει κάτι το εξαιρετικά σημαντικό στη χώρα μας – όπως επίσης δεν θα προσφέρει η αγορά ομολόγων, εκ μέρους του μηχανισμού σταθερότητας (EFSF).     

Η χρηματοδότηση μας με ένα επιτόκιο της τάξης του 4%, το οποίο φαίνεται να εξασφαλίζεται από την έκδοση των ευρωομολόγων, απλά θα περιορίσει τους τόκους, με τους οποίους επιβαρύνεται το χρέος μας. Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι, η μείωση των τόκων δεν είναι θετική, εν τούτοις, με τα χρεολύσια να ξεπερνούν τα 30 δις € ετησίως, καθώς επίσης με τους τόκους τα 15 δις €, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα – πόσο μάλλον να επιτύχουμε ανάπτυξη, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να αποφευχθεί η χρεοκοπία (άρθρο μας). Σε κάθε περίπτωση δε, το να αντιμετωπίσεις μία κρίση χρέους με νέο χρέος, είναι τουλάχιστον ανόητο.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.