Η «ιδεολογική μονομέρεια», η σχεδόν θρησκευτική πίστη καλύτερα αυτών των ατόμων στους σκοπούς του «ταμείου» («Η πραγματικότητα δεν υπεισέρχεται σε εκείνους τους κόσμους, στους οποίους επικρατεί η πίστη», είχε γράψει χαρακτηριστικά ο P.Valery), αποτελεί έναν πραγματικό γρίφο. Επί πλέον, παρά το εξαιρετικά υψηλό διανοητικό τους επίπεδο, τις σπουδές τους, τα διπλώματα και τις εμπειρίες τους, φαίνεται να είναι απαθείς – να μην επηρεάζονται δηλαδή καθόλου από τις καταστροφές που προκαλούν στις χώρες που δραστηριοποιούνται. Μία αιτία αυτού του «φαινομένου» θεωρείται ότι είναι η απομόνωση τους – μέσα στην «χρηματοπιστωτική κοινότητα» της Ουάσινγκτον, στην οποία συμβιώνουν με τους αμερικανούς υπαλλήλους του υπουργείου Οικονομικών.
Μία δεύτερη «αιτία» είναι ίσως η ανοσία τους απέναντι στην ανθρώπινη αθλιότητα η οποία, αφού επικρατεί στην ίδια τους τη χώρα (ένα απίστευτα εξαθλιωμένο γκέτο ευρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση από το Λευκό Οίκο), δεν τους αγγίζει καθόλου. Όλα όσα έχουν άλλωστε επιβάλλει, σε τόσο πολλές χώρες, μπορούν μόνο να εξηγηθούν κάτω από το πρίσμα της απόλυτης ανοσίας απέναντι στα ανθρώπινα δεινά – τα οποία, μαζί με την ανισότητα, θεωρούν φυσικά, υποχρεωτικά και δεδομένα για τους αδύναμους υπηκόους του διεθνούς τοκογλυφικού κεφαλαίου.
Ολοκληρώνοντας, το σύστημα του «μονοπωλιακού καπιταλισμού», παρά την επεκτατική δυναμικότητα του, στηριζόμενη στα πανίσχυρα «πολεμικά» μέσα που διαθέτει, «παράγει» ανεργία, καθώς επίσης τεράστια ανισοκατανομή εισοδημάτων – ενώ δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει ποτέ σε αδύναμες χώρες, αφού δεν διαθέτουν τις απαραίτητες «υποδομές» (πολυεθνικές κλπ).
(β) Ο απολυταρχικός καπιταλισμός, ο οποίος εμφανίζει διάφορες παραλλαγές, ανάλογες με τις ιδιαιτερότητες των χωρών που τον έχουν υιοθετήσει (Κίνα, Ρωσία κλπ). Ευρισκόμενος στην «αντίπερα όχθη» του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η κεντρική ιδεολογία του συνοψίζεται στην «κρατικοποίηση των πάντων» – με το κράτος, τον κομματικό μηχανισμό της ελίτ δηλαδή, να συγκεντρώνει το σύνολο σχεδόν των εξουσιών. Είναι άλλωστε γνωστό ότι, η Κίνα λειτουργεί σαν ένα κράτος-υπερεπιχειρηματίας, η κυβέρνηση του οποίου συγκεντρώνει το εκάστοτε πλεόνασμα στα ταμεία της – επενδύοντας το «επεκτατικά» σε δημόσια ομόλογα άλλων κρατών, σε επιχειρήσεις, σε ενεργειακές πηγές και σε πρώτες ύλες.
Ειδικά όσον αφορά το γερμανικό «σκέλος» του, έχουμε αναφέρει ότι, πρόκειται για έναν «αταξικό καπιταλισμό» – μια σύγχρονη «παραλλαγή» της Δημοκρατίας του Αριστοτέλη, με το άτομο να υποτάσσεται στο σύνολο και να πειθαρχεί απόλυτα στο συλλογικό όφελος. Η κυρίαρχη τάση είναι η έντονη αστυνόμευση και η ασφάλεια – όπου η ασφάλεια λειτουργεί εις βάρος της ελευθερίας και της δημιουργικότητας. Οι Γερμανοί Πολίτες είναι εργατικοί, μεθοδικοί και πειθαρχικοί όσο κανένας άλλος λαός στον κόσμο. Θεωρείται όμως ότι το κράτος τους είναι η απόλυτη αξία, εντός του οποίου το άτομο είναι μόνο «το μέσον για την επίτευξη του στόχου» (παγκόσμια κυριαρχία).
Όπως γνωρίζουμε, το βασικό αξίωμα του καπιταλισμού μας λέει πως «Ότι είναι καλό για το άτομο, είναι ωφέλιμο για την κοινωνία». Αντίθετα, το βασικό αξίωμα του κομμουνισμού είναι εκ διαμέτρου αντίθετο, υποστηρίζοντας πως «Ότι είναι καλύτερο για την κοινωνία, είναι καλό για το άτομο». Ο Hitler όμως ερμήνευσε τις έννοιες Εθνικισμός και Σοσιαλισμός με τον εξής παράδοξο τρόπο: Εθνικισμό θεώρησε την υποταγή του ατόμου στην κοινωνία του, ενώ Σοσιαλισμό την υπευθυνότητα της κοινωνίας για το άτομο, απορρίπτοντας ταυτόχρονα την κοινωνικοποίηση (εθνικοποίηση) των επιχειρήσεων (του παραγωγικού μηχανισμού γενικά).
Εάν εξαιρέσουμε εντελώς το αρρωστημένο ρατσιστικό-αντισημιτικό μέρος του «Εθνικοσοσιαλισμού», θα δούμε ότι πρέσβευε το «Συνολικό όφελος πριν από το ατομικό» – ενώ ήθελε να εγκαταστήσει στη θέση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος ένα μικτό σύστημα, το οποίο θα συνδύαζε νεωτεριστικά επιλεγμένα στοιχεία τόσο της ελεύθερης, όσο και της κεντρικά κατευθυνόμενης αγοράς. Επομένως, θεωρητικά τουλάχιστον αφού η «υπαρκτή» εφαρμογή του απέτυχε (εν πρώτοις), πρόκειται για έναν τρίτο δρόμο, μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού (μεσότητα).
Κατά την άποψη μας τώρα, το σημερινό πολίτευμα της Γερμανίας έχει στοιχεία από όλα τα παραπάνω, το κράτος είναι αν όχι η απόλυτη, τουλάχιστον η κυρίαρχη αξία και το άτομο υπηρετεί υποχρεωτικά το σύνολο, ενώ υποτάσσεται αναγκαστικά στις συλλογικές ανάγκες. Με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό, ο έλεγχος μοιράζεται μεταξύ της Αστυνομίας της χώρας («Ποινικός έλεγχος») και της Φορολογικής Μηχανής της («Έλεγχος αναδιανομής εισοδημάτων» και εξίσωσης των πολιτών μεταξύ τους), όπου η Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών εξασφαλίζει την άριστη λειτουργία και το συντονισμό των δύο μηχανισμών ελέγχου. Ο δεύτερος «πυλώνας», η καταπολέμηση της ανεργίας δηλαδή, επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της συγκράτησης των αμοιβών, σε συνδυασμό με την κρατική επιδότηση των θέσεων εργασίας – καθώς επίσης με τη βοήθεια της συνεχούς αύξησης των εξαγωγών.
Η έννοια του Δικαίου στη Γερμανία αποτελεί κυρίαρχη τάση, όπου όμως τυχόν αντιπαράθεση του ατόμου με το κοινό όφελος τιμωρείται αυστηρά – ανεξάρτητα από το εάν έχει δίκιο ή όχι. Οι πολιτικοί μηχανισμοί απονομής Δικαίου υπάρχουν παντού (Ομοσπονδιακή Βουλή και τοπικά Κοινοβούλια στη θέση του «Συνηγόρου του πολίτη»), είναι πάντοτε σε ετοιμότητα και μονοδρομούν (παρεμποδίζουν ευγενικά με τη βοήθεια της γραφειοκρατίας) τις μη συμβατές με το κοινό καλό διεκδικήσεις των ατόμων – δίκαιες ή μη (πάντοτε με εξαιρέσεις, οι οποίες όμως απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα).
Υποθέτουμε ότι μία τέτοια χώρα, με αυτή την οικονομική ευρωστία, με αυτήν την επιχειρηματική ισχύ, με αυτό το ιστορικό DNA, με αυτήν την οργάνωση, την πειθαρχία και την κοινωνική συνοχή, είναι σχεδόν υποχρεωμένη να επεκταθεί – πόσο μάλλον όταν δημιουργούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις, όπως αυτές που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση που βιώνουμε. Πολύ περισσότερο, όταν αποκτά έρεισμα – κάτι που πιθανόν της προσφέρθηκε γενναιόδωρα από τις Η.Π.Α.
Κλείνοντας το θέμα, ο απολυταρχικός καπιταλισμός αντιμετωπίζει με επιτυχία τόσο την ανεργία, όσο και την αναδιανομή εισοδημάτων – εις βάρος όμως της ελευθερίας, η οποία υποφέρει τα μέγιστα τόσο από την αστυνόμευση, όσο και από την απαίτηση πλήρους υποταγής στην κρατική «αυθεντία». Σε κάθε περίπτωση βέβαια, προϋποθέτει μεγάλα και ισχυρά κράτη – ενώ δεν είναι ο πλέον κατάλληλος για τα μικρότερα (πληθυσμιακά).
(γ) Η «πλατωνική δημοκρατία», η οποία δίνει μεγαλύτερη σημασία στα πρόσωπα (ηγεσία, ελίτ κλπ) – λιγότερη στους θεσμούς και στους νόμους. Παρά το ότι δηλαδή το πολιτικό πρόβλημα του παρόντος μπορεί να απαιτεί μία προσωπική λύση, δεν δίνεται η «πρέπουσα» σημασία στο ότι, κάθε μακροπρόθεσμη, ορθολογική δημοκρατική πολιτική πρέπει να «συλλαμβάνεται» με όρους απρόσωπων θεσμών.
Πιο συγκεκριμένα, το πρόβλημα του ελέγχου των κυβερνώντων και της κριτικής επιτήρησης των εξουσιών τους αποτελεί, πάνω από όλα, ένα θεσμικό πρόβλημα. Η επίλυση του απαιτεί το σχεδιασμό θεσμών και νόμων, μέσω των οποίων θα παρεμποδίζονται τόσο οι κακοί κυβερνήτες, όσο και οι μη συνειδητοί πολίτες, από το να προξενούν μεγάλα δεινά. Παρά το ότι λοιπόν η ακμή ενός δημοκρατικού λαού στηρίζεται στις τρείς συνιστώσες που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου μας (νόμοι, συνειδητοί πολίτες, υψηλής ποιότητας ηγεσία), μόνο η πρώτη εξ αυτών (Θεσμοί) μπορεί να εξασφαλίσει την μακροπρόθεσμα ορθολογική λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος – «εξουδετερώνοντας» τυχόν κακούς ηγέτες ή ένα μη «συνετό» εκλογικό σώμα.
Συνεχίζοντας, η Δημοκρατία πρέπει να προστατεύεται από τα πρόσωπα και τις αυθαιρεσίες τους – γεγονός που διασφαλίζεται μόνο από ένα σωστό «νομικό πλαίσιο», το οποίο εισάγει τον παράγοντα της βεβαιότητας και της σιγουριάς στην κοινωνική ζωή. Αντίθετα, η μέθοδος της προσωπικής παρέμβασης (για παράδειγμα, τα αυθαίρετα «διατάγματα» των κυβερνώντων και οι προσωπικές αποφάσεις τους), δημιουργεί ένα ολοένα αυξανόμενο στοιχείο μη προβλεπτικότητας στην κοινωνική ζωή – καλλιεργώντας δυστυχώς το καταστροφικό συναίσθημα ότι, η κοινωνική ζωή είναι άδικη, ανορθόδοξη και ανασφαλής.
Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε ότι το ερώτημα που τίθεται συνεχώς από όλους μας, το «Ποιοί θα είναι οι κυβερνήτες» δηλαδή, θα πρέπει να αντικατασταθεί το δυνατόν γρηγορότερα από το «Πως μπορούμε να τους θέσουμε κάτω από έλεγχο» – εάν επιθυμούμε πράγματι να προστατεύσουμε τη Δημοκρατία από όλους τους παραπάνω «αντιπάλους» της. Μόνο το νομικό πλαίσιο μπορεί να γνωσθεί και να κατανοηθεί επαρκώς από τον Πολίτη – σε καμία περίπτωση οι πολιτικοί ηγέτες και οι εκάστοτε υποκειμενικές, εν πολλοίς αυθαίρετες και κάποιες φορές επικίνδυνες αποφάσεις τους.
