Στασιμοπληθωρισμός, η απόλυτη συνταγή χρεοκοπίας – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Στασιμοπληθωρισμός, η απόλυτη συνταγή χρεοκοπίας

ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΠΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ

Κατ’ αρχήν, ο αποπληθωρισμός έχει τα ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά, σε σχέση με τον πληθωρισμό. Δηλαδή, αυτοί που «αδικούνται» είναι οι οφειλέτες, αφού τα αντικείμενα (οικόπεδα, κτίρια, αυτοκίνητα) που αγοράζουν με πίστωση χάνουν σε αξία, ενώ αυτοί είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν το αρχικά συμφωνηθέν ποσόν. Αντίθετα, ωφελημένοι είναι οι δανειστές (τράπεζες κλπ), αφού αυξάνεται η αξία του Κεφαλαίου τους – με αποτέλεσμα να έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν πολύ περισσότερα πράγματα, εισπράττοντας τα ποσά που έχουν δανείσει. Η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, υποθέτοντας ότι συνεχίζουν να λαμβάνουν σταθερές αμοιβές, αυξάνεται – γεγονός που αρχικά λειτουργεί θετικά για όλους.

Στην κλασική αποπληθωριστική περίοδο (Μεγάλη Ύφεση του 1930), η μαζική πτώση των τιμών τόσο των εμπορευμάτων, όσο και των υπηρεσιών, οδηγούσε σε διαρκώς χαμηλότερα επίπεδα – γεγονός που αποδείχθηκε ότι αποτελούσε μία «αυτοενισχυόμενη τάση». Δηλαδή, οι χαμηλότερες τιμές λειτουργούσαν κατά παράδοξο τρόπο αρνητικά στην κατανάλωση – αφού οι άνθρωποι, εν αναμονή ακόμη φθηνότερων τιμών, δεν αγόραζαν προϊόντα.

Η περιορισμένη ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών, είχε σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση των τιμών, λόγω της πτώσης του τζίρου της βιομηχανίας και του εμπορίου αφού, για να καλυφθεί η «πλεονάζουσα» παραγωγική δυναμικότητα τους, υποχρεωνόταν σε συνεχείς μειώσεις των τιμών πώλησης. Έτσι, η Οικονομία εισερχόταν σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο μειώσεων, με ελάχιστες προοπτικές αντιστροφής της τάσης.

Η καταπολέμηση του αποπληθωρισμού είναι εφικτή με τη βοήθεια της αύξησης της ποσότητας χρήματος που διατίθεται στις αγορές από τις κεντρικές τράπεζες, καθώς επίσης με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων. Τα δύο αυτά «εργαλεία», μειώνουν την αξία των χρημάτων και αναγκάζουν κατά κάποιον τρόπο τους καταναλωτές σε αγορές, αφού λειτουργούν αρνητικά στην τάση τους για αποταμίευση.

Η μέθοδος αυτή όμως δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα στην Ιαπωνία, όπου για πρώτη φορά μετά το 1930 εμφανίσθηκε ο αποπληθωρισμός – εν μέρει, σαν επακόλουθο της διάσωσης των ιαπωνικών τραπεζών (1990) από τη χρεοκοπία. Στην περίπτωση τώρα της Ελλάδας, η οποία δεν διαθέτει δική της κεντρική τράπεζα, έτσι ώστε να μπορέσει να επιλύσει «μονεταριστικά» το πρόβλημα, ενώ θα βρεθεί ενδεχομένως αντιμέτωπη με υψηλότερα επιτόκια (λόγω του «φορολογικού πληθωρισμού»), έχουμε την άποψη ότι οι λύσεις δεν θα είναι καθόλου εύκολες.

.

ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ

Όταν μία Οικονομία ευρίσκεται σε ύφεση, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται πολύ «συντηρητικά», περιμένοντας επιδείνωση των εισοδημάτων τους, ενώ φοβούνται μία ενδεχόμενη απώλεια της θέσης εργασίας τους. Επομένως, μειώνουν τα έξοδα τους – γεγονός που οδηγεί σε αυξημένες αποταμιεύσεις, καθώς επίσης σε μία «καταναλωτική απεργία», όπως συνηθίζεται να αποκαλείται η συγκεκριμένη στάση τους. Οι επιχειρήσεις ενεργούν ανάλογα, περιορίζοντας τις επενδύσεις τους στις άκρως απαραίτητες, οπότε σημειώνεται παράλληλα μία «επενδυτική απεργία».

Η μείωση της ζήτησης που παρατηρείται, ως επακόλουθο των δύο προηγουμένων τάσεων, έχει σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό του τζίρου και των κερδών, ο οποίος οδηγεί τις επιχειρήσεις αρχικά στον εξορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας, με τη βοήθεια μαζικών απολύσεων. Στο τέλος αυτού του «κύκλου», πολλές εταιρείες καταλήγουν στη χρεοκοπία – εν μέρει σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας τους να ανταπεξέλθουν με μία συνεχώς μειωμένη ζήτηση των προϊόντων τους, στην οποία και οι ίδιοι συμβάλλουν (ας σημειωθεί εδώ ότι, τα κράτη λειτουργούν ανάλογα με τις επιχειρήσεις – στη θέση του τζίρου, τοποθετείται το ΑΕΠ).

Κατά κανόνα, η αιτία της μείωσης της κατανάλωσης, είναι ο περιορισμός των αναγκών του ανθρώπου – είτε αυτός προέρχεται από την αυτοπειθαρχία, είτε από έλλειψη χρημάτων. Η «αποταμιευτική συνείδηση» μπορεί να αποτελεί μία ακόμη αιτία, η οποία ουσιαστικά οφείλεται στην επιδείνωση των μελλοντικών συνθηκών, τις οποίες προβλέπουν οι άνθρωποι – ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε ειδικά στην Ιαπωνία (γεγονός που, μέσω της «ανάδρασης», η οποία πρεσβεύει ότι οι σημερινές ενέργειες μας διαμορφώνουν τις μελλοντικές συνθήκες, οδηγεί σε μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία).

.

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΟΥ ΑΠΟΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ

Η «κατηγοριοποίηση» πηγάζει κυρίως από τις διάφορες αιτίες, οι οποίες κάθε φορά προκαλούν το συγκεκριμένο φαινόμενο. Έτσι λοιπόν, έχουμε τα εξής είδη:

(α)  Αποπληθωρισμός περιουσιακών στοιχείων: Ακολουθεί ως επί το πλείστον το «σπάσιμο» μίας κερδοσκοπικής «φούσκας», όπως για παράδειγμα αυτής των ακινήτων, τα οποία είχαν χρηματοδοτηθεί με υπερβολικές πιστώσεις. Η πτώση των τιμών των ακινήτων, οδηγεί στην υπερχρέωση των νοικοκυριών, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία τους να αποπληρώσουν τα δάνεια τους – γεγονός που «συμπαρασύρει» τις τράπεζες στο πρόβλημα.

Επειδή τώρα οι τράπεζες δίνουν λιγότερα δάνεια, από αυτά που εξοφλούνται ή δεν «εξυπηρετούνται», μειώνεται η ποσότητα χρήματος στην αγορά. Οι καταναλωτές με τη σειρά τους, αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους με δάνεια, οπότε μειώνεται γενικότερα η ζήτηση.

Έτσι, ο αρχικός αποπληθωρισμός των περιουσιακών στοιχείων, «μεταλλάσσεται» σε έναν γενικότερο, ο οποίος αποκαλείται «αποπληθωρισμός υπερχρέωσης». Τα επόμενα «βήματα» του, είναι η μαζική πώληση των περιουσιακών στοιχείων, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα την καταβαράθρωση των τιμών τους, σε επίπεδα μακράν του σημείου ισορροπίας της αγοράς – σε πολύ χαμηλότερα δηλαδή, από αυτά που στην πραγματικότητα είναι «αντικειμενικά».

(β)  Αποπληθωρισμός των μισθών: Οι μισθοί και οι τιμές είναι «μεγέθη» απόλυτα εξαρτημένα μεταξύ τους, οπότε αναφερόμαστε σε έναν «σπειροειδή κύκλο μισθών-τιμών». Η μείωση λοιπόν των τιμών, οδηγεί σε μείωση των μισθών ενώ, κατά τον ίδιο τρόπο, η μείωση των μισθών έχει σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό των τιμών. Στην περίπτωση τώρα που οι «προοπτικές» του αποπληθωρισμού διαγράφονται μακροπρόθεσμες, οι εκάστοτε κεντρικές τράπεζες αδυνατούν να  καταπολεμήσουν το πρόβλημα, με τη βοήθεια της αύξησης της ποσότητας χρήματος ή της μείωσης των επιτοκίων – με αρκετά δυσμενή επακόλουθα για την Οικονομία.

 Το πιστωτικό ρίσκο των δανειστών, απέναντι στους δυνητικούς οφειλέτες τους, σε συνθήκες αποπληθωρισμού, οι οποίες προδιαγράφουν εύλογα αρνητική ανάπτυξη, εμφανίζεται υψηλότερο, από το όφελος των επιτοκίων (το κέρδος των τραπεζών). Για παράδειγμα, όταν τα επιτόκια χορηγήσεων είναι 8% και το ρίσκο να μην επιστραφούν τα δάνεια είναι μεγαλύτερο (12%) – δείκτης που ουσιαστικά πηγάζει από το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων – οι τράπεζες προτιμούν να μην δανείζουν. Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το ότι, η αυξημένη ρευστότητα που τους προσφέρεται από τις κεντρικές τράπεζες, να μην κατευθύνεται στην πραγματική οικονομία – στους καταναλωτές δηλαδή και στις επιχειρήσεις, οι οποίοι θα αύξαναν τη ζήτηση.

Η γενικότερη λοιπόν έλλειψη εμπιστοσύνης εξουδετερώνει τα όπλα των κεντρικών τραπεζών, με επακόλουθο την περαιτέρω επιδείνωση των αποπληθωριστικών πιέσεων – μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, κατά την οποία «επανέρχεται» η «πίστη» στην αγορά.

(γ)  Αποπληθωρισμός του Δημοσίου: Αποτελεί μία επόμενη πηγή του φαινομένου, η οποία «υπεισέρχεται» όταν ή κυβέρνηση ενός κράτους μειώνει δραστικά τις δαπάνες που αφορούν δημόσια έργα, έτσι ώστε να καταπολεμήσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού της ή να επιτύχει πλεονάσματα. Όταν συμβαίνει, τότε μειώνεται η ζήτηση εκ μέρους του δημοσίου οπότε, με σταθερή την προσφορά, δημιουργείται ένα «κενό ζήτησης», τα οποίο οδηγεί σε υφέσεις, απολύσεις, χρεοκοπίες κλπ.

(δ)  Εξαγωγικός αποπληθωρισμός: Εμφανίζεται όταν μειώνεται η ζήτηση από το εξωτερικό, συνήθως σαν αποτέλεσμα μίας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τις χώρες με μεγάλο εξαγωγικό τομέα, όπως για παράδειγμα σήμερα για την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Γερμανία.

Μπορεί να προέλθει επίσης από την ανατίμηση του νομίσματος ενός κράτους, η οποία κάνει τις εξαγωγές του ακριβότερες, για εκείνες τις χώρες που η αξία των νομισμάτων τους «εξασθενεί» συγκριτικά. Για παράδειγμα, η ανατίμηση του Ευρώ σε σχέση με το δολάριο, αυξάνει τις τιμές των ευρωπαϊκών αυτοκινήτων που εξάγονται στις Η.Π.Α., με αποτέλεσμα τη μείωση της ζήτησης τους. Εντός της Ευρωζώνης, όπου το νόμισμα παραμένει σταθερό για όλες τις χώρες της, παρά τις τεράστιες μεταξύ τους διαφορές στην παραγωγικότητα, έχει προκληθεί μία εξαιρετικά επικίνδυνη διαστρέβλωση της αγοράς, προς όφελος κυρίως των βορείων, πλεονασματικών χωρών.

Για παράδειγμα, παρά το ότι το «γερμανικό Ευρώ» είναι ουσιαστικά τουλάχιστον κατά 25% ανατιμημένο, συγκριτικά με το ελληνικό, η συναλλαγματική ισοτιμία παραμένει σταθερή – με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση της Ελλάδας από τη Γερμανία, με την ταυτόχρονη μείωση των εξαγωγών της, επειδή οι τιμές των παραγομένων προϊόντων της γίνονται συνεχώς ακριβότερες, σε σύγκριση με αυτές των γερμανικών.

Ουσιαστικά δηλαδή, πρόκειται για ένα «αποπληθωριστικό» πλεόνασμα προσφοράς στην Ελλάδα, αφού τα προϊόντα της δεν μπορούν να εξαχθούν, λόγω του «προστατευτισμού» των βορείων ευρωπαϊκών χωρών. Ο προστατευτισμός» αυτός επιτυγχάνεται έμμεσα – δηλαδή, όχι με τη βοήθεια των δασμών, όπως στο παρελθόν, αλλά με την εσωτερική «υποτίμηση» του νομίσματος τους, με διάφορες μεθόδους.

(ε)  Μονεταριστικός αποπληθωρισμός: Σύμφωνα με τις απόψεις των μονεταριστών, τόσο ο πληθωρισμός, όσο και ο αποπληθωρισμός αποτελούν πάντοτε και παντού ένα μονεταριστικό φαινόμενο (M. Friedman). Η ιδέα αυτή τεκμηριώνεται από την πεποίθηση ότι, μία ενεργητική πολιτική χρήματος (μείωση της ποσότητας, άνοδος των επιτοκίων), με στόχο την «εξίσωση» των διαφορών, οδηγεί υποχρεωτικά στην αύξηση των τιμών.

(στ)  Αποπληθωρισμός λόγω αύξησης της παραγωγικότητας: Είναι η μοναδική κάπως «θετική» πλευρά του φαινομένου, αφού ο αποπληθωρισμός εδώ δεν προέρχεται από τον περιορισμό της ποσότητας χρήματος, αλλά από την «επέκταση» της προσφοράς προϊόντων, λόγω αυξημένης παραγωγικότητας. Το συγκεκριμένο «φαινόμενο» λειτουργεί ευεργετικά στο βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, αφού με σταθερή αμοιβή εργασίας αυξάνεται η αγοραστική τους ικανότητα.

Το γεγονός αυτό παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (1873-96), όπου η προσφορά προϊόντων αυξήθηκε, λόγω της επίδρασης των νέων τεχνολογιών και της σιδηροδρομικής επέκτασης (η οποία «αριστοποίησε» τη μεταφορά των εμπορευμάτων), παρά την ταυτόχρονη είσοδο ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών (Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία, Σκανδιναβία – η Γαλλία αργότερα) στον κανόνα του χρυσού, η οποία μείωσε την «κυκλοφορούσα» ποσότητα χρήματος.

Την εποχή αυτή διαπιστώθηκε μία ετήσια μείωση των τιμών (-2% κατά μέσον όρο), ταυτόχρονα με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης των Οικονομιών της τάξης του 3%. Το ίδιο γεγονός επαναλήφθηκε κατά τη διάρκεια της «χρυσής» εποχής του 1920 – όπου αυξήθηκε η προσφορά προϊόντων, κυρίως λόγω της αγοράς αυτοκινήτων, ψυγείων και ραδιοφώνων από τα αμερικανικά νοικοκυριά. Η μείωση των τιμών τότε ήταν της τάξης του -2% ετήσια.

Πρόσφατα, θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι επαναλαμβανόταν το ίδιο φαινόμενο, όταν παρατηρήθηκε μία συνεχή μείωση των τιμών πώλησης των ηλεκτρονικών προϊόντων (ΙΤ), λόγω της συνεχούς τεχνολογικής ανάπτυξης. Όμως, αφορούσε μόνο ένα συγκεκριμένο κλάδο ο οποίος, όχι μόνο δεν λειτούργησε ευεργετικά αλλά, αντίθετα, δημιούργησε τις προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες «εξάχθηκαν» χιλιάδες θέσεις εργασίας από τις αναπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες – ένα θεμελιώδες αίτιο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά την εσφαλμένη διαχείριση της από τον προηγούμενο πρόεδρο της Fed (διατήρηση χαμηλών επιτοκίων κλπ).

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.