Προσχέδιο προϋπολογισμού 2027 - The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες • Σχολιασμός Επικαιρότητας

Προσχέδιο προϋπολογισμού 2027

.

Θα εισπραχθούν σχεδόν 27 δις επιπλέον φόροι, περισσότεροι από την άνοδο του πραγματικού μας ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, για κάθε ένα ευρώ ΑΕΠ πληρώνουμε πάνω από ένα ευρώ φόρους. Δεν πρόκειται λοιπόν για κλοπή και ληστεία των Ελλήνων; Όσον αφορά μόνο τον ΦΠΑ, το 2026 αναμένεται στα 30,77 δις που μάλλον θα ξεπεραστούν, από 29,22 πρόβλεψη και στα 30,58 δις το 2027 –  ενώ στα τέλη του 2019 ήταν 17,67 δις. Επομένως, το 2026 αυξήθηκε κατά 74% περίπου σε σχέση με το 2019 – όταν η άνοδος του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι της τάξης του 13% την ίδια περίοδο. Ακόμη λοιπόν και αν ένα μέρος του οφείλεται στην καταγραφή της παραοικονομίας, η αύξηση της τάξης του 74% ενός εμμέσου φόρου που επιβαρύνει κυρίως τις πιο αδύναμες εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες έχουν κυριολεκτικά ισοπεδωθεί από την κυβερνητική πολιτική, είναι εγκληματική – εκτός του ότι στερεί ρευστότητα από την οικονομία μας. Καμία χώρα πάντως δεν μπορεί να ευημερήσει στηριζόμενη κατά 80% στον τριτογενή τομέα, στις υπηρεσίες – ενώ μόλις περί το 16% στο δευτερογενή μαζί με τις κατασκευές και λιγότερο από το 4% στον πρωτογενή τομέα.

 

.

Εισήγηση

Με δεδομένο ότι, το σημερινό προσχέδιο του προϋπολογισμού είναι το τελευταίο της κυβέρνησης, έχει νόημα η μικρή αναδρομή στην καταστροφική της πορεία – με τα πάνω από 100 σκάνδαλα, όπως τεκμηριώνεται από τις τουλάχιστον 36 αποχωρήσεις και παραιτήσεις υπουργών, υφυπουργών, γενικών γραμματέων κοκ.

Τεκμηριώνεται επιπλέον από την υποχωρητικότητα της στα εθνικά θέματα, όπως επιβεβαιώνεται από βουλευτές της, καθώς επίσης από την επιδείνωση των οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων, προεξέχοντος του δημογραφικού – την ίδια εποχή που μία μειοψηφία εντός και γύρω από το κυβερνών κόμμα, ευημερεί. 

Ευημερεί είτε με τα σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε με τις απευθείας αναθέσεις, είτε με συμβάσεις πολλών εκατοντάδων εκ.  σε συμβουλευτικές εταιρίες, είτε με πολλά άλλα – ενώ έχουν κυριαρχήσει στην αγορά τα καρτέλ, όπως το τραπεζικό ή το ενεργειακό, τα οποία θησαυρίζουν εις βάρος των Πολιτών, με τη στήριξη της κυβέρνησης.

Ευτυχώς πάντως που ο προϋπολογισμός δεν θα εφαρμοσθεί στο σύνολο του από τη σημερινή κυβέρνηση – ενώ αυτή που θα προκύψει από τις εκλογές, θα τον αναθεωρήσει.

Επομένως όλα τα κόμματα, όπως εμείς, επιβάλλεται να προτείνουν πώς θα τον αναθεωρήσουν – εάν τους δοθεί βέβαια αυτή η δυνατότητα.

Επειδή πάντως το μεγάλο πρόβλημα παραμένει το Δημογραφικό, μία πρώτη πρόταση μας είναι να συμπεριληφθεί στον Προϋπολογισμό Επιδόσεων – όπως συμβαίνει με την περιβαλλοντική διάσταση στον προϋπολογισμό.

Επιγραμματικά τώρα στο παρελθόν, η τεχνητή μείωση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ, κρύβει μια σκοτεινή πραγματικότητα – όπου ενώ το ονομαστικό χρέος εκτινάχθηκε κατά 66 ολόκληρα δις μέσα σε έξι χρόνια, αγγίζοντας το αστρονομικό ποσό των 427 δις μαζί με τους παγωμένους τόκους του EFSF, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για ένα στατιστικό θαύμα που βασίστηκε στη λεηλασία των Πολιτών.

Η λογιστική αυτή ψευδαίσθηση, συντηρείται αποκλειστικά από την αφαίμαξη των εισοδημάτων, μέσω του πληθωρισμού – καθώς επίσης από την απαράδεκτη δέσμευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, με τα εσωτερικά Repos να εκτοξεύονται από τα 21,9 δις το 2019 στα 62,85 δις το 2025 και στο 1,6 τρις ανακυκλούμενα, για να μείνει ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ τεχνητά χαμηλός.

Αυτός ο αργός οικονομικός θάνατος που ξεκίνησε με την κυλιόμενη χρεοκοπία του 2010, για να σωθούν οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες, οδηγεί μαθηματικά στο γκρεμό – αφού η πλασματική σταθερότητα που έχει επιτευχθεί με το ότι, δεν εξυπηρετούμε χρέος 427 δις αλλά περί τα 300 δις, θα ανατραπεί βίαια την 1η Ιανουαρίου του 2033.

Ειδικότερα, με τη λήξη της περιόδου χάριτος του EFSF, οι ετήσιες ταμειακές απαιτήσεις θα εκτιναχθούν στα 13 έως 15 δις ετήσια – επειδή στην πλάτη των επομένων γενεών, θα φορτωθεί ξαφνικά η βόμβα των 96,4 δις του δανείου του EFSF και των 25 δις των συσσωρευμένων τόκων του, απειλώντας τη χώρα με μια ακαριαία, ολοκληρωτική κατάρρευση.

Η γνώση αυτών των αριθμών, καταθέτοντας για όλα όσα λέμε επίσημα έγγραφα στα πρακτικά, αποτελεί το μοναδικό όπλο των Πολιτών, απέναντι στην επικοινωνιακή προπαγάνδα των διεθνών οίκων και των εγχωρίων κυβερνήσεων – ενώ η ιστορία έχει αποδείξει ότι, η οικονομική υποδούλωση οδηγεί αναπόφευκτα και σε εθνικές υποχωρήσεις.

Ξεκινώντας τώρα με το ΑΕΠ, το Υπουργείο προβλέπει στο προσχέδιο αύξηση του πραγματικού κατά 2,3% το 2027, με αποπληθωριστή 2,4% – από 2% που προβλέπεται να κλείσει το 2026, κάτω από το 2,2% που ανέμενε η κυβέρνηση.

Τίποτα το ιδιαίτερο δηλαδή για μία χώρα που έχει χάσει τόσο ΑΕΠ από το 2009 όταν σε όλα τα άλλα κράτη έχει αυξηθεί έκτοτε, που δαπάνησε περί τα 50 δις αυξάνοντας το χρέος και που εισέπραξε 36 δις από το Ταμείο Ανάκαμψης – ενώ επιβεβαιώνει στην ουσία τις προβλέψεις των αξιολογήσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι ρυθμοί της πραγματικής ανάπτυξης θα παρέμεναν χαμηλοί.

Εκτός αυτού, ένα μέρος της αύξησης προέρχεται από την καταγραφή της αδήλωτης οικονομίας και επομένως υπήρχε ήδη – οπότε δεν προσφέρει τίποτα στους Πολίτες, ενώ αυτός είναι ένας από τους λόγους που ακούν για ανάπτυξη, αλλά δεν την βλέπουν στις τσέπες τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμοί ανόδου του ΑΕΠ είναι περίπου στο μέσο των Ευρωπαϊκών κρατών, όπως φαίνεται από το διάγραμμα 1.1 του Προσχεδίου – οπότε δεν καταλαβαίνουμε τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης.

Οι μελλοντικές προβλέψεις πάντως, δεν είναι καθόλου εύκολες – λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας, των πολέμων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, με σοβαρές συνέπειες για το κόστος ενέργειας και με μεγάλο θύμα την ΕΕ, της κρίσης στην αγορά ομολόγων, της ανόδου των επιτοκίων διεθνώς, της ενδεχόμενης κρίσης χρέους στην ΕΕ με επίκεντρο τη Γαλλία κοκ.  

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής προβλέπει λίγο χαμηλότερη αύξηση για το 2027 στο 2%, το ΔΝΤ ακόμη χαμηλότερη στο 1,8% και η Κομισιόν στο 1,6% – αφού ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ η πρόσφατη ρήτρα ενεργειακής διαφυγής είναι κοροϊδία και δεν αποτελεί ουσιώδες αντιστάθμισμα.

Όσον αφορά τους συντελεστές του ΑΕΠ που θα συμβάλουν στην αύξηση του, ξεχωρίζει η πρόβλεψη για τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου στο 7,9% – από 7,7% που αναμένεται για το 2026, κάτω από την αρχική πρόβλεψη του 10,2%.

Πρόκειται για ένα μέγεθος που πάντοτε υπερεκτιμάει το υπουργείο, μάλλον σκόπιμα – ενώ είναι σταθερά χαμηλότερο των προβλέψεων.

Με αυτόν τον τρόπο διογκώνονται οι προβλέψεις ανόδου του ΑΕΠ, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα αποθέματα – ενώ τελικά οι δημόσιες δαπάνες υποπραγματοποιούνται, οπότε συμβάλουν στη δημιουργία υπερπλεονασμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος του ΑΕΠ δεν προσφέρει τίποτα στους Πολίτες – με κριτήριο το ότι έχουν καταντήσει στην τελευταία θέση της ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία, στο κατά κεφαλή ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Συνεχίζοντας με τον πληθωρισμό που προβλέπεται στο 2,6% το 2027 από 3,8% το 2026, αν και μάλλον θα διαμορφωθεί πάνω από 4%, επιβεβαιωθήκαμε πέρυσι που περιμέναμε ότι, ο πληθωρισμός θα ήταν υψηλότερος από το 2,2% που προϋπολογιζόταν – οπότε κάτι τέτοιο θα συμβεί και το 2027.

Άλλωστε συμφέρει την κυβέρνηση, αφού μειώνει πληθωριστικά το χρέος εις βάρος των Πολιτών – ενώ ο πληθωρισμός αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, επειδή παραμένουν οι ίδιοι συντελεστές στις αυξημένες τιμές.

Το γεγονός αυτό, δίνει τη δυνατότητα παροχής επιδομάτων μεταχρονολογημένα – κυρίως για ψηφοθηρικούς λόγους.

Το χειρότερο βέβαια είναι το ότι, ο πληθωρισμός θα υπερβεί ξανά το μέσο της Ευρωζώνης που προβλέπεται στο 2,3% το 2027 – οπότε συμβάλει στη συγκριτική μείωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας, στα εξωτερικά ελλείμματα και στο ακαθάριστο εξωτερικό χρέος που έχει ήδη υπερβεί τα 604 δις.

Καλύτερα πάντως να αναπροσαρμοσθούν οι προβλέψεις, αφού στον πληθωρισμό προσφοράς που βιώνουμε, θα προστεθεί ο πληθωρισμός ζήτησης από το σπιράλ μισθών/τιμών που έχει ήδη ξεκινήσει σε ορισμένες χώρες – επειδή η ακρίβεια έχει γίνει πια αφόρητη. 

Περαιτέρω, η άνοδος των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται στο 3,1% το 2027, όταν πέρυσι προβλεπόταν στο 4,5% για το 2026, αλλά κατέληξε στο 2,9% – ενώ η αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται χαμηλότερη στο 4,0% το 2027, από 4,4% το 2026.

Συνεχίζοντας με την ανεργία, προβλέπεται να μειωθεί στο 6,7% από 7,1% με κριτήριο την καταγραφή της ΕΛΣΤΑΤ – ενώ η πραγματική εικόνα είναι διαφορετική, λόγω των πολλών μακροχρόνια ανέργων που δεν παίρνουν επίδομα αλλά μειώνουν την συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, με βάση τα στοιχεία της ΔΥΠΑ.

Επίσης λόγω αυτών που έχουν μεταναστεύσει, του brain drain κυρίως στην παραγωγική ηλικία των 25 έως 45 ετών και των 300.000 συνταξιούχων που εργάζονται – επειδή δεν μπορούν διαφορετικά να επιβιώσουν. 

Το ζητούμενο όμως δεν είναι η απασχόληση, όπου ξεπερνάμε σε ώρες εργασίας τις άλλες χώρες της ΕΕ αλλά οι μισθοί, το διαθέσιμο εισόδημα και η παραγωγικότητα της εργασίας που είναι θέμα επενδύσεων – η οποία ευρίσκεται στο 54% του μέσου της ΕΕ και στο 43% σε ώρες εργασίας.

Ο λόγος της χαμηλής παραγωγικότητας, όπως ανέφερε ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΕΒ, από την οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο των μισθών των εργαζομένων, είναι το χαμηλό επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο – μόλις 94.000 € στην Ελλάδα, έναντι 217.000 € στην Ευρώπη.

Δηλαδή, απλά δεν επενδύουν οι βιομήχανοι – προτιμώντας να μοιράζουν μερίσματα που φορολογούνται με μόλις 5% από τα κέρδη τους.

Εκτός αυτού, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, ήταν σταθερά χαμηλότερος από το μέσο της ΕΕ έως το 2025 – παρά τα χρήματα του Ταμείου Ανασυγκρότησης.

Το χειρότερο, από τις 740.000 νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν από το 2013 έως το 2023 στην ελληνική οικονομία, οι 320.000 ή το 43% αφορούσαν τον κλάδο της εστίασης και των καταλυμάτων – η παραγωγικότητα του οποίου, από την οποία εξαρτώνται οι μισθοί, υποχώρησε κατά 41% από το 2009.

Όσον αφορά τους μισθούς, σύμφωνα με την ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, ο μέσος μηνιαίος πλήρους και μερικής απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.363 ευρώ, αυξημένος κατά 30,3% σε σύγκριση με το 2019 – ενώ ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ανήλθε στα 1.516 ευρώ. 

Επομένως, η Ελλάδα είναι στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ – ενώ οι μισθοί παραμένουν πολύ πιο χαμηλοί, σε σχέση με πριν το 2010.

Αναφορικά με το διαθέσιμο εισόδημα, η Ελλάδα έχει το τρίτο χαμηλότερο διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης, στα 13.612 € – μπροστά μόνο από την Ουγγαρία και τη Σλοβακία που έχουν όμως μικρότερο κίνδυνο φτώχειας.

Φαίνεται άλλωστε καθαρά από τις αποταμιεύσεις – όπου η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην ΕΕ με διαχρονικά αρνητικές αποταμιεύσεις.

Είναι πάντως απαράδεκτο να αναφέρεται η κυβέρνηση συνεχώς στις καταθέσεις – οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις αποταμιεύσεις.

Συνεχίζοντας με το αποτέλεσμα του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης, στο Προσχέδιο προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ ή 9,1 δις για το 2026, από 3,6% του ΑΕΠ ή 9,5 δις – όταν σημειώθηκε υπερπλεόνασμα 2,3 δις, αφού η αρχική πρόβλεψη ήταν 2,8% ή 7,2 δις.

Για το 2025, το πρωτογενές πλεόνασμα ήταν στα 9,15 δις ή στο 3,7% του ΑΕΠ στο Μεσοπρόθεσμο και στον Προϋπολογισμό 2026, από 5,96 δις αρχική πρόβλεψη ή 2,4% του ΑΕΠ – ενώ τώρα στον Προϋπολογισμό 2027 το βλέπουμε στο 12,129 δις ή στο 4,9% του ΑΕΠ, μαζί με την παραχώρηση της Εγνατίας ύψους 1,27 δις. Τι ακριβώς συμβαίνει; Διογκώνει η κυβέρνηση τα νούμερα εκ των υστέρων;

Το 2024 προβλεπόταν αρχικά πρωτογενές πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης στα 4,99 δις ή στο 2,1 % ΑΕΠ – ενώ διαμορφώθηκε στα 11,14 δις ή στο 4,7% του ΑΕΠ, λόγω και της επέκτασης της παραχώρησης της Αττικής Οδού, ύψους 3,27 δις.

Επομένως, σημειώθηκε υπέρβαση των προβλέψεων κατά 2,3 δις το 2026, κατά 6,14 δις το 2025 και κατά 6,15 δις το 2024 – οπότε η απόκλιση ήταν 32% το 2026, 103% το 2025 και 123% το 2024, αποτελώντας το υψηλότερο πλεόνασμα στην ΕΕ, ενώ τα πλεονάσματα αυτά είναι υψηλότερα από το Μεσοπρόθεσμο

Με τον έμμεσο αυτό τρόπο συνεχίζονται τα μνημόνια, αλλά απλά η υπερφορολόγηση βαφτίζεται επιτυχία – με την προφανή σύμπραξη αν όχι υποκίνηση της ΕΕ, για την ακατανόητη προπληρωμή χρεών που θα μειωνόταν πληθωριστικά.

Δανείων που αντικαθίστανται από ακριβότερα, ενώ χρησιμοποιείται ο ενδοκυβερνητικός δανεισμός – δηλαδή τα διαθέσιμα φορέων και ταμείων που θα μας λείψουν σε μια διεθνή κρίση που ήδη φαίνεται στον ορίζοντα.

Γνωρίζει άλλωστε η κυβέρνηση πως όταν μία χώρα έχει ταυτόχρονα δημοσιονομικά πλεονάσματα και εξωτερικά ελλείμματα, το συνολικό ύψος τους επιβαρύνει τον ιδιωτικό τομέα – ο οποίος κυριολεκτικά στραγγαλίζεται.

Ποιο είναι αλήθεια το αντάλλαγμα για αυτή την αποτυχημένη πολιτική που εξυμνείται από τις εταιρίες αξιολόγησης και τους δανειστές; Πόσο πρέπει να είναι επιτέλους το πρωτογενές πλεόνασμα, ο ρυθμός αύξησης δαπανών και η μείωση χρέους, με βάση τις δεσμεύσεις του πλαισίου της ΕΕ;  

Με βάση πάντως τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη νεότερη οδηγία για το Δημοσιονομικό Πλαίσιο των Κρατών Μελών (ΕΕ 2024/1265) που κυρώθηκε με τον Ν.5217/2025, τα όρια είναι 3% για το δημοσιονομικό έλλειμμα ως προς το ΑΕΠ και 60% για το χρέος προς το ΑΕΠ  – ενώ, με κριτήριο το Δελτίο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10.2.24 αλλά και του Υπουργείου Οικονομικών της 20.12.23, προκύπτει ότι οι χώρες με χρέος προς ΑΕΠ άνω του 90% πρέπει να μειώνουν το χρέος άνω του 1% του ΑΕΠ ετησίως.

Αυτός ο όρος ήδη ικανοποιείται από την Ελλάδα – ενώ το πλεόνασμα είναι υψηλότερο του αρχικά σχεδιαζόμενου. Τι ακριβώς συμβαίνει λοιπόν; Συμφωνήσατε κάτι για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζουμε και δεν μας έχετε ενημερώσει;

Εάν αφαιρεθούν πάντως οι τόκοι, το τελικό αποτέλεσμα της ΓΚ είναι πλεονασματικό κατά 743 εκ. ή 0,3% του ΑΕΠ – ενώ πέρυσι, το 2026 προβλεπόταν ελλειμματικό κατά 502 εκ. και θα κλείσει θετικά στο 1,6 δις. Επομένως και εδώ έχουμε την ίδια εικόνα: υπεραποδόσεις, ενώ ξεπερνά πάλι τους στόχους στο Μεσοπρόθεσμο.

Συνεχίζοντας με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με το νούμερο ένα πρόβλημα της χώρας μας, το έλλειμα του το 2026 διαμορφώθηκε στα 14,1 δις ή στο 5,7% του ΑΕΠ, από 2,6 δις το 2019 ή 1,4% του ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, για μία ακόμη φορά οι εισαγωγές ήταν υψηλότερες από τις εξαγωγές, οπότε αυξήθηκε ξανά το εξωτερικό μας χρέος.

Δυστυχώς, παρά το ότι υπήρξε βελτίωση του ισοζυγίου ταξιδιωτικών υπηρεσιών – αν και η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη των τουριστών παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, με αποτέλεσμα να εξαντλούνται οι υποδομές μας χωρίς δυνατότητες βελτίωσης τους, ενώ φυσικά ο τουρισμός διακρίνεται από πολύ χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας.

Σημαντικό πρόβλημα εδώ είναι η επιδείνωση του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων, λόγω των αυξημένων πληρωμών τόκων, μερισμάτων και κερδών προς το εξωτερικό – μεταξύ άλλων εξαιτίας του ξεπουλήματος και της αυξημένης συμμετοχής ξένων επενδυτών στην ελληνική οικονομία, ειδικά στις τράπεζες που δεν πληρώνουν καθόλου φόρους εισοδήματος.

Στα φορολογικά έσοδα, προβλέπεται να αυξηθούν με τη βοήθεια του πληθωρισμού στα 77,8 δις το 2027 από 75,7 δις 2026, με πρόβλεψη 73,6 δις – όπου ήδη αναφέραμε το θέμα της ακρίβειας και της υποεκτίμησης, ενώ το 2019 ήταν μόλις 51,1 δις.

Δηλαδή θα εισπραχθούν σχεδόν 27 δις επιπλέον φόροι, περισσότεροι από την άνοδο του πραγματικού μας ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, για κάθε ένα ευρώ ΑΕΠ πληρώνουμε πάνω από ένα ευρώ φόρους. Δεν πρόκειται λοιπόν για κλοπή και ληστεία των Ελλήνων;

Όσον αφορά μόνο τον ΦΠΑ, το 2026 αναμένεται στα 30,77 δις που μάλλον θα ξεπεραστούν, από 29,22 πρόβλεψη και στα 30,58 δις το 2027 –  ενώ στα τέλη του 2019 ήταν 17,67 δις.

Επομένως, το 2026 αυξήθηκε κατά 74% περίπου σε σχέση με το 2019 – όταν η άνοδος του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι της τάξης του 13% την ίδια περίοδο.

Ακόμη λοιπόν και αν ένα μέρος του οφείλεται στην καταγραφή της παραοικονομίας, η αύξηση της τάξης του 74% ενός εμμέσου φόρου που επιβαρύνει κυρίως τις πιο αδύναμες εισοδηματικές τάξεις, οι οποίες έχουν κυριολεκτικά ισοπεδωθεί από την κυβερνητική πολιτική, είναι εγκληματική – εκτός του ότι στερεί ρευστότητα από την οικονομία μας.  

Οφείλουμε εδώ να σημειώσουμε ότι, το Κενό Συμμόρφωσης ΦΠΑ έχει μειωθεί στο 9% το 2024, έναντι 9,5% του μέσου όρου της ΕΕ – ενώ η φοροδιαφυγή έχει περιοριστεί στο 12% με βάση μελέτες της  ΕΥ και του ΔΝΤ, όσο περίπου ο μέσος όρος της ΕΕ.

Περαιτέρω, τα έσοδα από το φόρο εισοδήματος των ιδιωτών προβλέπονται στα 16,99 δις το 2027 από 16,37 δις το 2026, με πρόβλεψη 15,8 δις – ενώ προβλέπεται να αυξηθεί ο φόρος των επιχειρήσεων στα 9,84 δις το 2027, από 8,54 δις το 2026 και 7,7 δις το 2025.

Το θέμα όμως είναι πόσα από αυτά αναλογούν στις μεγάλες επιχειρήσεις και στα καρτέλ, όπως στο ενεργειακό – ενώ οι τράπεζες που αισχροκερδούν, πληρώνουν καταχρηστικά ελάχιστα, λόγω του αναβαλλόμενου.

Ειδικά σε σχέση με τις φοροαπαλλαγές του μεγάλου κεφαλαίου που ήταν της τάξης των 9 δις το 2024, σε ένα σύνολο  22,8 δις με στοιχεία της ΑΑΔΕ, εμείς τουλάχιστον θα τις μειώναμε – ειδικά αφού δεν προσφέρουν παραγωγικά στην οικονομία.

Έτσι θα μπορούσαν να αυξηθούν ανάλογα οι δυνατότητες δαπανών που έχει σκανδαλωδώς συμφωνήσει η κυβέρνηση με την ΕΕ – ενώ έχουμε πλήρως αναλυμένο νομοσχέδιο για επίπεδη φορολόγηση 15% που θα καταθέσουμε σύντομα.

Συνεχίζοντας με τις δαπάνες του κράτους θα μειωθούν το 2027, αν είναι δυνατόν  συνυπολογίζοντας τον πληθωρισμό – στα 85,04 δις από 87,97 το 2026 και από πρόβλεψη 86,7 δις.

Επομένως, η μείωση είναι κάτω από το επίπεδο που είχε αρχικά προβλεφθεί για τις δαπάνες το 2026 – όταν το επίπεδο των δαπανών ως προς ΑΕΠ, είναι χαμηλότερο από το μέσον όρο της ΕΕ.

Με αυτόν τον τρόπο, η Κεντρική Διοίκηση προβλέπεται να έχει ελλειμματικό ισοζύγιο το 2027 ύψους 6,3 δις, από 5,09 δις το 2026  – όπου περιορίστηκε από αρχικό 6,8 δις, με την υπερφορολόγηση.

Το πρωτογενές πλεόνασμα δε της Κεντρικής Διοίκησης θα είναι 4,42 δις ή 1,6% του ΑΕΠ, από 5,1 δις το 2026 ή 2% του ΑΕΠ – από πρόβλεψη 3 δις ή 1,2% του ΑΕΠ.

Εν προκειμένω, έχουμε απορία ως προς τα όσα αναφέρονται στο Μεσοπρόθεσμο – δηλαδή, ότι τελικά δεν υπάρχει καν αύξηση δαπανών 3,1% που αναφέρει το ΠΔΠ αλλά μείωση.

Εμείς έχουμε ζητήσει να πληροφορηθούμε, σχετικά με το πώς προκύπτει ο ρυθμός αύξησης, σε σχέση με τα επιμέρους κονδύλια – χωρίς όμως να έχουμε πάρει απάντηση.

Προσπαθώντας να το εξακριβώσουμε, είδαμε στην έκθεση του ΓΠΒ που παρέχει το άθροισμα των δαπανών ΓΚ χωρίς ακυρώσεις ενοποίησης, ότι υπολογίζονται στα 169,9 δις το 2026 – ενώ στα 165,8 δις το 2027. 

Αφαιρώντας από αυτό το άθροισμα  τους τόκους ΓΚ ύψους 5 δις για το 2026 και 5,2 δις για το 2027 του πίνακα 3.2 του Προσχεδίου, καθώς επίσης το ΤΑΑ για το 2026 ύψους 7,1 δις ενώ το 2027 μηδενίζεται, προκύπτει για τις εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες 157,8 δις το 2026 και 160,6 δις το 2027 – οπότε μία αύξηση της τάξης του 1,8%. Πώς προκύπτει λοιπόν το 3,1% του Μεσοπρόθεσμου στον πίνακα 4;

Έναντι τώρα των υπερπλεονασμάτων, η κυβέρνηση αναφέρει έκτακτα μέτρα στον Πίνακα 2.5 ύψους 7,28 δις το 2027, μερικά από τα οποία παρουσιάστηκαν στην ΔΕΘ –  από 4,08 δις το 2026.

Μπορεί δε να παρουσιάζονται ως εξισορροπητικά των υπερπλεονασμάτων, αλλά είναι πολύ λίγα και πολύ αργά – σε σχέση με το έτος σχηματισμού του υπερπλεονάσματος, μέσω των πληθωριστικών φόρων.

Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα της ΓΚ ήταν 9,5 δις το 2026 και προβλέπεται στα 9,1 δις το 2027 – ενώ τα μέτρα αυτά αποκαθιστούν επιβάρυνση του 2024 και 2025, όπου το πρωτογενές πλεόνασμα της ΓΚ ήταν 11,1 δις και 12,1 δις αντίστοιχα.

Γιατί αυτή η κοροϊδία; Θεωρεί η κυβέρνηση ότι οι Έλληνες είναι υποανάπτυκτοι και οικονομικά αναλφάβητοι;

Σε σχέση με τη ρήτρα διαφυγής που επέτρεψε η ΕΕ, αποτελεί μια προσχηματική υποκρισία – αφού  αφορά μόνο τον ενεργειακό τομέα και όχι την άμεση ανακούφιση των Πολιτών από την ακρίβεια.

Πρόκειται για επιδοτήσεις του ενεργειακού καρτέλ, όπως για μπαταρίες που τόσον καιρό δεν εγκαταστάθηκαν – επίσης για αναβαθμίσεις κτηρίων που είναι μεν καλές αλλά αργούν, ενώ απαιτούν ιδιωτική συμμετοχή, ακόμη και για σιδηροδρομικά έργα.

Ο περιορισμός τώρα των δαπανών, προέρχεται κυρίως από τη μείωση του λογαριασμού κουβά «Πιστώσεις υπό Κατανομή» – στα 15,4 δις από 19,3 δις το 2026.

Όσον αφορά τους μισθούς του Δημοσίου, παρουσιάζονται καθηλωμένοι το 2027 στα 16,06 δις, από 16,19 δις το 2026 – οπότε αγνοείται εντελώς η πληθωριστική επιβάρυνση των εργαζομένων. 

Στον Πίνακα 2.5, αναφέρονται 358 εκ. αυξήσεις από τα μέτρα ΔΕΘ το 2026 που παραμένουν και το 2027. Δηλαδή σχεδόν τίποτα, όταν τα οικογενειακά επιδόματα μειώθηκαν το 2025, σύμφωνα με το ΓΠΒ.

Στα νοσοκομεία ειδικότερα όπου υπάρχουν ελλείψεις, προβλέπεται μικρή αύξηση στα 979 εκ. από 961 εκ. το 2026 – έναντι αρχικής πρόβλεψης 801 εκ.

Επομένως δεν λαμβάνεται ούτε εδώ υπ’ όψιν η ακρίβεια, ούτε οι προσλήψεις για την κάλυψη κενών που είχε υποσχεθεί πολλές φορές στην θητεία της η κυβέρνηση – θυμίζοντας πως στην ΔΕΘ του 2023, ο πρωθυπουργός είχε υποσχεθεί 10.000 προσλήψεις.

Οι συντάξεις στους ΟΚΑ θα ανέλθουν στα 45 δις το 2027 από 44,4 δις το 2026 – οπότε πρόκειται για μία αύξηση 1,3% και άρα επίσης κάτω από τον πληθωρισμό.

Αλήθεια, θα πληρωθούν ποτέ τα αναδρομικά; Θα γίνει δηλαδή σεβαστή επιτέλους η απόφαση του ΣΤΕ, όπως υπόσχεται η κυβέρνηση από το 2020; Θα εξοφληθούν οι εκκρεμείς συντάξεις;

Συνεχίζοντας με τα εξοπλιστικά, προβλέπονται 2,3 δις το 2017 – από 2,39 δις το 2026. Πόσα καλύπτονται από το SAFE και το δημοσιονομικό περιθώριο για το ReArmEU που εξαιρούνται των ορίων ελλείμματος, οπότε είναι ευκαιρία να διοχετευθούν παραγωγικά σε εγχώριες εταιρίες;

Στο ΠΔΕ τώρα, προβλέπεται στα 11 δις από 16,992 δις το 2026 – λόγω του ότι τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης. Εν τούτοις, η κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, κάτι που είναι μάλλον πολύ αισιόδοξο – αν και θα υπάρχουν έργα που έχουν μεν συμβασιοποιηθεί, αλλά δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμη.

Συνεχίζοντας με το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης, συνεχίζει να είναι αυξημένο στα 406,25 δις το 2027 από 411,57 δις το 2026 και 406,18 δις το 2025 – αν και στο ετήσιο δελτίο του ΟΔΔΗΧ του 2025 είναι στα 427 δις, επειδή συνυπολογίζονται μεταξύ άλλων οι παγωμένοι τόκοι του EFSF. Γιατί επιμένετε σε λάθος στοιχεία;

Αυτό που εμφανίζεται να μειώνεται, είναι το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης – στα 353,69 δις το 2027 από 358,1 δις το 2025.

Προφανώς επιτυγχάνεται κυρίως με τη βοήθεια του δανεισμού από τους φορείς του δημοσίου που δεν μετράει στο χρέος ως προς το ΑΕΠ – επαναλαμβάνοντας ότι η ΝΔ το παρέλαβε στα 22 δις το 2019 και σήμερα έχει εκτοξευθεί στα 65 δις.

Το γεγονός δε ότι, τα 50 δις καλύπτουν πάγιες ανάγκες του δημοσίου, ενώ σε άλλες χώρες χρησιμοποιείται αυτός ο δανεισμός μόνο για έκτακτες ανάγκες ρευστότητας, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο – ειδικά για τα ασφαλιστικά ταμεία.

Οι τόκοι του χρέους τώρα σε επίπεδο ΓΚ μετά τα swap, προβλέπονται στα 5,24 δις, αυξημένοι από τα 5,07 δις – λόγω προφανώς του νέου δανεισμού, αφού το σύνολο του παλαιού χρέους είναι κλειδωμένο με swap.

Σε επίπεδο ΚΔ οι τόκοι μετά swap είναι υψηλότεροι, στα 8,23 δις – οπότε υποθέτουμε ότι, η διαφορά των 3,16 δις οφείλεται στους τόκους που λαμβάνουν οι φορείς, δανείζοντας το δημόσιο.

Επειδή όμως στον Πίνακα 3.2 εμφανίζονται πιστωτικοί τόκοι μόνο στα Νομικά Πρόσωπα 1,6 δις το 2026 και το 2027, θα θέλαμε να ρωτήσουμε πού είναι τα υπόλοιπα.

Αδυνατούμε πάντως να καταλάβουμε γιατί παραμένει σταθερά υψηλό το ληξιπρόθεσμο χρέος του δημοσίου στους προμηθευτές του, παρά τα υπερπλεονάσματα – ενώ αφαιρεί ρευστότητα από την αγορά και επομένως ανάπτυξη.

Συμπερασματικά, πρόκειται για έναν προβληματικό και αναξιόπιστο προϋπολογισμό – ο οποίος χαρακτηρίζεται από χαμηλή ανάπτυξη, αβέβαιη ως προς την πραγματοποίησή της, από τη συνέχιση της υπερφορολόγησης και από τη μείωση των κοινωνικών δαπανών.

Το χειρότερο όλων είναι βέβαια το ότι, συνεχίζει να μην δίνεται σημασία στην ανάγκη αλλαγής του χρεοκοπημένου μοντέλου παραγωγής μας – με το οποίο όταν αυξάνεται το ΑΕΠ, αυξάνονται πολύ περισσότερο τα εξωτερικά μας ελλείμματα, οδηγώντας μας έτσι σε νέα αδιέξοδα.

Καμία χώρα δεν μπορεί να ευημερήσει στηριζόμενη κατά 80% στον τριτογενή τομέα, στις υπηρεσίες – ενώ μόλις περί το 16% στο δευτερογενή μαζί με τις κατασκευές και λιγότερο από το 4% στον πρωτογενή τομέα.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.