.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα που θα στηρίζεται στη μεταποίηση, στην αγροδιατροφή, στην τεχνολογία, στην ενεργειακή τεχνογνωσία και στις εξαγώγιμες υπηρεσίες – με παράλληλη αναβάθμιση του τουρισμού και των υποδομών. Η αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ως αντίδοτο στη γάγγραινα του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δεν αποτελεί αυτοσκοπό – αλλά είναι το μέσο για να δημιουργείται περισσότερος πραγματικός πλούτος μέσα στη χώρα, να αυξάνονται τα εισοδήματα των Πολιτών και να περιορίζεται σταθερά η ανάγκη χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το εξωτερικό. Το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι να αυξάνεται απλά το ΑΕΠ, δεν είναι ο ρυθμός ανάπτυξης που στηρίζεται σε λάθος βάσεις – αλλά να παράγει η Ελλάδα περισσότερα από όσα καταναλώνει, να εξάγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας και να μειώνει με διατηρήσιμο τρόπο το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.
.
Ανάλυση

Έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα στο νούμερο ένα πρόβλημα της χώρας μας: στο διαχρονικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο ήταν ο βασικότερος λόγος της χρεοκοπίας του 2010 – έχοντας διαμορφωθεί στο ιστορικό υψηλό του -15,1% το 2008 ή στα -34,8 δις € και στο -11,2% το 2009 ή στα -26,7 δις €.
Σημαίνει απλά ότι, μία χώρα εισάγει αγαθά και υπηρεσίες περισσότερα από όσα εξάγει – οπότε πως δεν παράγει αρκετά και χρεώνεται στο εξωτερικό, για να πληρώνει τις εισαγωγές της. Έκτοτε, μέσω των μνημονίων, της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης, τελικά με την ύφεση που προκάλεσαν όλα αυτά, δηλαδή με την κατακόρυφη πτώση του ΑΕΠ, μειώθηκε βίαια – έχοντας ανέλθει στο -2,1% του ΑΕΠ το 2019 ή στα -4,1 δις €.
Μετά όμως, όταν ξεκίνησε να αναπτύσσεται η οικονομία μας, αν και με εξαίρεση το έτος της πανδημίας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών άρχισε ξανά να αυξάνεται – τεκμηριώνοντας πως η Ελλάδα πάσχει από μία πολύ σοβαρή, διαρθρωτική ασθένεια. Προφανώς δεν έχει νόημα η ανάπτυξη, όταν συνοδεύεται από εξωτερικά ελλείμματα – όπως συνέβαινε και πριν το 2010 που η οικονομία μας αναπτυσσόταν με πολύ υψηλότερους ρυθμούς από τους σημερινούς.
Τα εξωτερικά μας χρέη δε, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερα, εάν δεν περιορίζονταν από τις εισροές ξένων κεφαλαίων – από τις άμεσες ξένες επενδύσεις δηλαδή (ανάλυση), οι οποίες όμως αφορούν κυρίως το ξεπούλημα των ελληνικών επιχειρήσεων και της ακίνητης περιουσίας που ασφαλώς έχει ημερομηνία λήξης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε τεκμηριώσει (ανάλυση), το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που αποτελεί το βασικό τμήμα του ισοζυγίου πληρωμών, προκαλεί αργά ή γρήγορα έλλειμμα στον προϋπολογισμό – αφού τα σημερινά πλεονάσματα του οφείλονται καθαρά στην υπερφορολόγηση που έχει επίσης ημερομηνία λήξης. Η αιτία είναι το ότι, αυτά τα πλεονάσματα προκαλούν ελλείμματα στον ιδιωτικό τομέα – ο οποίος επιβαρύνεται επιπλέον από τα εξωτερικά ελλείμματα.
Με απλά λόγια, η αύξηση των φορολογικών εσόδων είναι τότε μόνο βιώσιμη, όταν βασίζεται σε εξωτερικά πλεονάσματα – οπότε σε μία χώρα που είναι ελλειμματική στις συναλλαγές της με το εξωτερικό, διαρκούν μόνο ένα πεπερασμένο χρονικό διάστημα που σύντομα θα έχει ξεπεραστεί στην Ελλάδα.
Το νόημα της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας
Συνεχίζοντας, επειδή το θέμα δεν είναι μόνο η ανάδειξη των προβλημάτων αλλά και οι προτάσεις επίλυσης τους, θα αναφερθούμε εν πρώτοις στη σημασία της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (ΑΠΑ) – η οποία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μεγέθη, για την αξιολόγηση της παραγωγικής ικανότητας μιας οικονομίας.
Υπολογίζεται δε ως η αξία των αγαθών και των υπηρεσιών που παράγονται, αφαιρουμένης της αξίας των ενδιάμεσων αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται κατά την παραγωγική διαδικασία. Με απλά λόγια, αποτυπώνει τη νέα οικονομική αξία που δημιουργείται από την εργασία, το κεφάλαιο, την τεχνολογία και την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Για παράδειγμα, εάν μια επιχείρηση παράγει προϊόντα αξίας 1 εκ. € και χρησιμοποιεί πρώτες ύλες, ενέργεια και άλλες ενδιάμεσες εισροές αξίας 600.000 €, τότε η ΑΠΑ της είναι 400.000 € – ενώ η ΑΠΑ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις αμοιβές των εργαζομένων, τα κέρδη των επιχειρήσεων και άλλα εισοδήματα που δημιουργούνται κατά την παραγωγική διαδικασία, καθώς επίσης την ανάλωση παγίου κεφαλαίου. Σε επίπεδο συνολικής οικονομίας δε, το ΑΕΠ προκύπτει από το άθροισμα της ΑΠΑ όλων των κλάδων – συν τους φόρους στα προϊόντα και μείον τις επιδοτήσεις στα προϊόντα.
Η σημασία τώρα της ΑΠΑ είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Ελλάδα, επειδή συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τους μισθούς, την εξαγωγική ικανότητα και, κυρίως, με τη δυνατότητα περιορισμού του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών – το οποίο αποτελεί, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το σημαντικότερο διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, την Αχίλλειο πτέρνα της.
Το 2025, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ ή στα -14,1 δις €, σύμφωνα με το προηγούμενο γράφημα – ενώ κατά το επτάμηνο Ιανουαρίου/Ιουλίου 2026 ανήλθε στα 9,3 δις €, αυξημένο κατά περίπου 1,5 δις € σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η Τράπεζα της Ελλάδος δε επισημαίνει ότι, παρά τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά το συγκεκριμένο επτάμηνο, η επιδείνωση των ισοζυγίων πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων, οδήγησε σε διεύρυνση του συνολικού ελλείμματος.
Το πρόβλημα αυτό που δεν είναι απλά λογιστικό, αντανακλά σε σημαντικό βαθμό την αδυναμία της Ελλάδας να καλύπτει με εγχώρια παραγωγή τις ανάγκες της οικονομίας της – επιπλέον την εξάρτηση της από εισαγόμενα αγαθά και ενδιάμεσες εισροές, καθώς επίσης την ανεπαρκή εξαγωγική βάση σε πολλούς κλάδους.
Παράλληλα, οι πληρωμές τόκων, μερισμάτων και κερδών προς το εξωτερικό, λόγω του αφελληνισμού πολλών επιχειρήσεων και ειδικά των τραπεζών, επιβαρύνουν το ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων – γεγονός που σημαίνει ότι, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί μια συνολική αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και όχι απλώς αύξηση της κατανάλωσης ή του ΑΕΠ.
Εν προκειμένω, η αύξηση της ΑΠΑ αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση αυτής της αδυναμίας – υπό την προϋπόθεση όμως ότι προέρχεται από πραγματική αύξηση της παραγωγής, από υψηλότερη παραγωγικότητα και από δραστηριότητες που ενισχύουν την εγχώρια προσφορά και τις εξαγωγές. Δεν αρκεί δηλαδή να αυξάνεται η αξία της οικονομικής δραστηριότητας σε ονομαστικούς όρους, λόγω πληθωρισμού – ούτε να διευρύνονται κλάδοι που έχουν περιορισμένη συμβολή στην παραγωγική αναβάθμιση της χώρας.
Τα στοιχεία τώρα του δεύτερου τριμήνου του 2026, όπως έχουν κατατεθεί στο προσχέδιο του προϋπολογισμού 2027, αναδεικνύουν τις συγκεκριμένες προκλήσεις – σημειώνοντας πως η συνολική ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 1,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Ειδικότερα, οι κατασκευές σημείωσαν άνοδο 12,9%, οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες 6,7%, η ενημέρωση και επικοινωνία 4,3% ενώ η βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της ενέργειας, αυξήθηκε κατά 2,1% – όταν, αντίθετα, ο ευρύτατος κλάδος του εμπορίου, των μεταφορών, των καταλυμάτων και της εστίασης υποχώρησε κατά 1,4%.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, η οικονομική δραστηριότητα δεν εξελίσσεται ομοιόμορφα – ενώ η σημαντική άνοδος των κατασκευών, δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει παραγωγική αναβάθμιση. Η αιτία είναι το ότι, η οικονομική συμβολή μιας βιομηχανικής εγκατάστασης ή μιας υποδομής, μπορεί να διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη μιας κατοικίας ή ενός ακινήτου που προορίζεται για επενδυτική εκμετάλλευση – ενώ, αντίστοιχα, η άνοδος των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνεται η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ειδικότερα τα εξής:
(α) Οι κατασκευές αποτελούν τον ισχυρότερο κλάδο, αλλά χρειάζεται προσοχή – αφού η αύξηση κατά 12,9% είναι μεν εντυπωσιακή, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ενισχύεται ανάλογα η παραγωγική δυναμικότητα της χώρας. Χρειάζεται να εξετασθεί εάν αφορά κατοικίες, εμπορικά ακίνητα, δημόσια έργα, υποδομές ή παραγωγικές εγκαταστάσεις – ενώ η σύνθεση των κατασκευών έχει σημασία για τη μακροχρόνια ανάπτυξη.
(β) Η βιομηχανία εμφανίζει θετική, αλλά συγκρατημένη αύξηση – ενώ η άνοδος κατά 2,1%, μετά την πτώση κατά 0,8% το πρώτο τρίμηνο, αποτελεί θετική εξέλιξη. Δεν αρκεί, όμως, για να τεκμηριώσει ουσιαστική βιομηχανική αναβάθμιση – αλλά θα χρειαζόταν να εξεταστούν χωριστά η μεταποίηση, η ενέργεια και η παραγωγικότητα.
(γ) Η πτώση στον κλάδο του εμπορίου, των μεταφορών, των καταλυμάτων και της εστίασης είναι ανησυχητική – επειδή η μείωση κατά 1,4% αφορά έναν ευρύ κλάδο που συνδέεται στενά με την εγχώρια κατανάλωση, τον τουρισμό και τις μεταφορές. Δεν αποδεικνύει βέβαια υποχρεωτικά πτώση της κατανάλωσης ή του τουρισμού – αλλά αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η προστιθέμενη αξία σε αυτό το τμήμα της οικονομίας υποχώρησε, οπότε απαιτείται περαιτέρω ανάλυση για να εντοπιστούν οι αιτίες.
(δ) Η συνολική εικόνα παραπέμπει σε άνιση ανάπτυξη – αφού η ΑΠΑ αυξήθηκε μεν κατά 1,5%, αλλά η άνοδος συγκεντρώθηκε κυρίως στις κατασκευές, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και σε ορισμένους άλλους κλάδους. Αντίθετα, ένας μεγάλος τομέας της οικονομίας υποχώρησε – ενώ ο τριτογενής τομέας συνολικά αυξήθηκε μόλις κατά 0,7%. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την ανάπτυξη ισχυρή – ούτε παραγωγικά ισορροπημένη.
Αντί λοιπόν να κατατίθενται αναπτυξιακά νομοσχέδια χωρίς καμία ανάλυση προηγουμένως όλων των παραπάνω και με σαφείς στόχους για να επιτευχθεί η αλλαγή του μοντέλου παραγωγής της χώρας, του παραγωγικού υποδείγματος, θα πρέπει κάποια στιγμή να επικρατήσει η σοβαρότητα – προτού οδηγηθούμε σε μία επόμενη, πολύ πιο επώδυνη χρεοκοπία.
Οι στόχοι που πρέπει να έχει η Ελλάδα
Περαιτέρω, με κριτήριο τα παραπάνω, η πρώτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής της χώρας μας, με στόχο την πραγματική αλλαγή του λανθασμένου οικονομικού μας μοντέλου που μας χρεοκόπησε και θα μας χρεοκοπήσει ξανά εάν δεν ληφθούν άμεσα τα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να είναι η μεταποίηση και η βιομηχανία.
Ειδικότερα, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει την παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, ιατρικού εξοπλισμού, βιομηχανικών υλικών, εξειδικευμένων μετάλλων, ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και προϊόντων που μπορούν να αποκτήσουν εξαγωγικό προσανατολισμό – ενώ, παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις στην αυτοματοποίηση, στην τεχνολογία, καθώς επίσης στην έρευνα και ανάπτυξη, έτσι ώστε να αυξάνεται η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο.
Η ενίσχυση της μεταποίησης τώρα, θα μπορούσε να περιορίσει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών με δύο τρόπους: αφενός μέσω της υποκατάστασης εισαγόμενων προϊόντων από ανταγωνιστικά εγχώρια προϊόντα και αφετέρου μέσω της αύξησης των εξαγωγών.
Η υποκατάσταση των εισαγωγών, βέβαια, πρέπει να γίνεται εκεί όπου είναι οικονομικά βιώσιμη – όχι με την τεχνητή προστασία μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Εκτός αυτού, πρέπει να συνυπολογίζεται η εισαγόμενη ενέργεια – επιπλέον, οι πρώτες ύλες και ο εξοπλισμός που απαιτούνται για την εγχώρια παραγωγή.
Η δεύτερη προτεραιότητα πρέπει να είναι η αγροδιατροφική αλυσίδα – όπου η αύξηση της ΑΠΑ στον πρωτογενή τομέα κατά 4,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αποτελεί μία θετική εξέλιξη. Εν τούτοις, η Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίζεται στην παραγωγή και εξαγωγή πρώτων υλών – όταν μπορεί να δημιουργεί μεγαλύτερη αξία μέσω της μεταποίησης, της τυποποίησης, της πιστοποίησης και της εμπορικής αξιοποίησής τους.
Ελαιόλαδο, γαλακτοκομικά προϊόντα, φρούτα, λαχανικά, κρασί και αρωματικά φυτά, μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας ολοκληρωμένης παραγωγικής αλυσίδας – με ελληνικά εμπορικά σήματα και ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές. Χρειάζονται σύγχρονες εγκαταστάσεις αποθήκευσης και ψύξης, καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, συνεργασίες μεταξύ αγροτών και μεταποιητικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης επενδύσεις στην άρδευση και στη γεωργία ακριβείας – επειδή μόνο με αυτόν τον τρόπο, μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας θα παραμένει στην ελληνική οικονομία, ενώ θα ενισχύονται τα εισοδήματα των παραγωγών και η εξαγωγική επίδοση της χώρας.
Τρίτη προτεραιότητα είναι η τεχνολογία, το λογισμικό και οι υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Εν προκειμένω, η ανάπτυξη επιχειρήσεων που παράγουν λογισμικό, συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, λύσεις κυβερνοασφάλειας, βιομηχανικές εφαρμογές και τεχνολογίες για τη ναυτιλία, μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα – καθώς επίσης να δημιουργήσει εξαγωγές, χωρίς να απαιτεί πάντοτε τις μεγάλες υλικές εισροές της παραδοσιακής βιομηχανίας που επιδεινώνουν το εμπορικό ισοζύγιο και εξ αυτού το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Με απλά λόγια, πρέπει να παράγουμε είτε με πρώτες ύλες που διαθέτουμε ως χώρα, είτε σε τομείς γνώσης που δεν απαιτούνται πρώτες ύλες – ενώ δυστυχώς κάνουμε ακριβώς το αντίθετο, επειδή δεν υπάρχει καμία κατεύθυνση εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας.
Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι η σύνδεση των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις – επιπλέον η χρηματοδότηση της έρευνας και ανάπτυξης, η αξιοποίηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και η δημιουργία συνθηκών που επιτρέπουν στις ελληνικές επιχειρήσεις να μεγαλώνουν και να ανταγωνίζονται διεθνώς.
Τέταρτη προτεραιότητα είναι η ενέργεια και η ανάπτυξη εγχώριας ενεργειακής τεχνογνωσίας – όπου η εγκατάσταση νέων μονάδων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζονται αποθήκευση, αναβάθμιση των δικτύων, εξοικονόμηση ενέργειας στη βιομηχανία και ανάπτυξη ελληνικών επιχειρήσεων που παρέχουν εξοπλισμό, λογισμικό, τεχνικές υπηρεσίες και συντήρηση. Η μείωση του ενεργειακού κόστους θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής – ενώ η εγχώρια τεχνογνωσία θα επέτρεπε να παραμένει μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας στη χώρα.
Το μεγάλο λάθος εδώ είναι το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων και ειδικά της σύγχρονης Πτολεμαΐδας 5 – επειδή, ακόμη και αν δεν μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε την ευρωπαϊκή στήριξη στο κόστος των ρύπων, το γεγονός ότι έχουμε τοπική παραγωγή και δεν χρειάζονται εισαγωγές που αυξάνουν τα εξωτερικά μας ελλείμματα, θα ήταν αρκετό για να συμφέρει η λειτουργία τους.
Πόσο μάλλον υπό τις σημερινές συνθήκες που αυξάνεται το κόστος της ενέργειας, λόγω των πολέμων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία – ενώ υπάρχουν προβλήματα ως προς την επάρκεια της και είναι πανάκριβη η εναλλακτική του LNG.
Πέμπτη προτεραιότητα είναι οι μεταφορές, τα logistics και οι ναυτιλιακές υπηρεσίες – επειδή η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και η ναυτιλιακή της παρουσία, δημιουργούν σημαντικές δυνατότητες. Το ζητούμενο είναι να μην περιορίζεται η χώρα στη διαμετακόμιση εμπορευμάτων – αλλά να αναπτύξει υπηρεσίες διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας, αποθήκευσης, συντήρησης, τεχνολογίας και διανομής.
Οι συνδέσεις λιμένων, σιδηροδρόμων και βιομηχανικών περιοχών, μπορούν να μειώσουν το κόστος και να ενισχύσουν την εγχώρια προστιθέμενη αξία – επισημαίνοντας πως με τέτοιες ακριβώς αλλαγές κατάφερε η Σιγκαπούρη από ένα μικρό ψαροχώρι, με τη μισή έκταση της Ρόδου, να έχει υπερδιπλάσιο ΑΕΠ από εμάς.
Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός πρέπει να αναβαθμιστεί – με στόχο την αύξηση της αξίας που δημιουργείται ανά επισκέπτη και όχι απλά την αύξηση του αριθμού των αφίξεων. Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η βελτίωση των υποδομών, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η στενότερη σύνδεση των τουριστικών επιχειρήσεων με τους Έλληνες παραγωγούς, μπορούν να ενισχύσουν την εγχώρια οικονομική συμβολή του κλάδου – σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Οι προτάσεις επίτευξης των στόχων
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, απαιτείται μια διαφορετική πολιτική επενδύσεων: τα φορολογικά κίνητρα θα πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα σε νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις, μηχανήματα, αυτοματοποίηση, έρευνα και ανάπτυξη – σε καμία περίπτωση σε αγορές υφιστάμενων ακινήτων ή αλλαγές ιδιοκτησίας. Παράλληλα, χρειάζονται χρηματοδοτικά εργαλεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – οι οποίες συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε κεφάλαια, για τον εκσυγχρονισμό και την επέκτασή τους.
Η επαγγελματική εκπαίδευση πρέπει να συνδεθεί με τις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής – με έμφαση στις τεχνικές ειδικότητες, στον αυτοματισμό, στη βιομηχανική συντήρηση, στην ενέργεια και στην πληροφορική. Ταυτόχρονα, η μείωση της γραφειοκρατίας, η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και η αποτελεσματική λειτουργία του ανταγωνισμού, αποτελούν προϋποθέσεις για να αυξηθούν οι παραγωγικές επενδύσεις.
Η αξιολόγηση τώρα αυτών των πολιτικών, δεν πρέπει να περιορίζεται στο ύψος των επενδύσεων ή στην αύξηση του ΑΕΠ – αλλά οφείλει να εξετάζεται εάν αυξάνεται η πραγματική ΑΠΑ ανά εργαζόμενο, εάν διευρύνονται οι εξαγωγές εγχώριας παραγωγής, εάν περιορίζεται η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και εάν η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται σε υψηλότερους πραγματικούς μισθούς.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, η αντιμετώπιση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στον τουρισμό, στις κατασκευές ή στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων – ανεξαρτήτως της φύσης τους. Απαιτείται διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων.
Όσον αφορά δε τις άμεσες ξένες επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά, μόνο όταν δημιουργούν νέες παραγωγικές μονάδες – όταν μεταφέρουν τεχνολογία, ενισχύουν τις εξαγωγές και δημιουργούν εγχώριες αλυσίδες προμηθευτών. Αντίθετα, η απλή μεταβίβαση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.
Επίλογος
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα που θα στηρίζεται στη μεταποίηση, στην αγροδιατροφή, στην τεχνολογία, στην ενεργειακή τεχνογνωσία και στις εξαγώγιμες υπηρεσίες – με παράλληλη αναβάθμιση του τουρισμού και των υποδομών. Η αύξηση της ΑΠΑ δεν αποτελεί αυτοσκοπό – αλλά είναι το μέσο για να δημιουργείται περισσότερος πραγματικός πλούτος μέσα στη χώρα, να αυξάνονται τα εισοδήματα των Πολιτών και να περιορίζεται σταθερά η ανάγκη χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από το εξωτερικό.
Το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι να αυξάνεται απλά το ΑΕΠ, δεν είναι ο ρυθμός ανάπτυξης που στηρίζεται σε λάθος βάσεις – αλλά να παράγει η Ελλάδα περισσότερα από όσα καταναλώνει, να εξάγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας και να μειώνει με διατηρήσιμο τρόπο το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.



