Ρωσία, Ουκρανία, Ευρώπη, ΗΠΑ και Κίνα - The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Ρωσία, Ουκρανία, Ευρώπη, ΗΠΑ και Κίνα

.

Πρόκειται για τη μεγάλη γεωπολιτική εξίσωση του 21ου αιώνα – αφού ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι μόνο μία σύγκρουση Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά η σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.  Η επέκταση του ΝΑΤΟ, η αποτυχία του Μινσκ και η ρωσική εισβολή δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο φόβου, εξοπλισμών και αμοιβαίας καχυποψίας. Την ίδια στιγμή, ΗΠΑ και Κίνα ανταγωνίζονται για την παγκόσμια ισορροπία – ενώ η Ευρώπη κινδυνεύει να παραμείνει το πεδίο αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων. Η λύση δεν βρίσκεται ούτε στην παράδοση της Ουκρανίας ούτε στη μόνιμη απομόνωση της Ρωσίας – αλλά σε μία ισχυρή, στρατηγικά αυτόνομη Ευρώπη, ικανή να συνεργάζεται χωρίς να εξαρτάται.

.

Ανάλυση

Η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι απλώς μία σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολύ μεγαλύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης – η οποία αφορά την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης, τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και το ποιος θα καθορίζει τους κανόνες στην ευρασιατική ήπειρο τις επόμενες δεκαετίες.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο ή άδικο. Είναι εάν μπορεί να δημιουργηθεί μία νέα ευρωπαϊκή ισορροπία – στην οποία η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής θα αισθάνονται ασφαλείς, η Ουκρανία θα διατηρεί την κυριαρχία της, η Ρωσία δεν θα θεωρεί ότι απειλείται υπαρξιακά και η Ευρώπη δεν θα εξαρτάται στρατηγικά από καμία μεγάλη δύναμη. Για να απαντηθεί όμως αυτό το ερώτημα, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί πώς φθάσαμε μέχρι εδώ.

Ιστορική αναδρομή

Η Ρωσία δεν είναι μία ξένη δύναμη που εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ιστορία τον 20ό αιώνα. Είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκή και ευρασιατική χώρα, με τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της να ζει στο ευρωπαϊκό της τμήμα – ενώ η ιστορική και πολιτισμική της διαμόρφωση συνδέεται στενά με την Ευρώπη και το Βυζάντιο. Η Ρωσία όμως δεν αποτελεί σήμερα μέρος της Δύσης με την πολιτική και θεσμική έννοια – αφού δεν ανήκει ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε στο ΝΑΤΟ.

Αυτός ο διπλός χαρακτήρας, είναι σημαντικός για την κατανόηση της σημερινής σύγκρουσης – ξεκινώντας από το ότι, η Ρωσία δεν είναι απλώς μία «ασιατική δύναμη» που βρίσκεται απέναντι από την Ευρώπη. Είναι μία ευρωπαϊκή ιστορική δύναμη – η οποία εξελίχθηκε σε ευρασιατικό κράτος τεράστιας έκτασης. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αποδέχθηκε ποτέ πλήρως ότι, η πολιτική και στρατηγική της ταυτότητα θα έπρεπε να ταυτιστεί με τη Δύση.

Οι ρίζες της ανάγονται στη Ρως του Κιέβου – ένα μεσαιωνικό κράτος με ισχυρές σκανδιναβικές, ανατολικοσλαβικές και βυζαντινές επιρροές. Το Κίεβο έγινε πολιτικό κέντρο της Ρως περί το 882 – ενώ το 988, ο Βλαδίμηρος υιοθέτησε τον χριστιανισμό από το Βυζάντιο. Από τη μεσαιωνική αυτή παράδοση προέρχονται σημαντικά στοιχεία τόσο της ρωσικής όσο και της ουκρανικής ιστορικής ταυτότητας.

Η ιστορία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία – επειδή τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία χρησιμοποιούν διαφορετικές αναγνώσεις της κοινής αυτής κληρονομιάς. Για τη ρωσική ιστορική αντίληψη, η Ρως του Κιέβου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της ρωσικής κρατικής και πολιτισμικής παράδοσης – ενώ για την ουκρανική ιστορική αντίληψη, αποτελεί την απαρχή μιας ιδιαίτερης ουκρανικής ιστορικής συνέχειας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σημερινό ρωσικό κράτος είναι απλώς συνέχεια της Ρως του Κιέβου – ούτε ότι η ιστορία του Κιέβου παρέχει στη σύγχρονη Ρωσία ή στην Ουκρανία δικαιώματα επί του άλλου. Η ιστορία μπορεί να εξηγεί ταυτότητες και αντιλήψεις – όχι να δημιουργεί από μόνη της σύγχρονα κυριαρχικά δικαιώματα.

Από τον 15ο και 16ο αιώνα και μετά, η Μόσχα εξελίχθηκε σταδιακά σε κέντρο του ρωσικού κράτους – ενώ η Ρωσία αναπτύχθηκε σε μία τεράστια ευρασιατική δύναμη. Η επέκταση προς τη Σιβηρία και αργότερα προς τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία δημιούργησε ένα κράτος με εντελώς διαφορετική γεωπολιτική αντίληψη από αυτή των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.

Εδώ λοιπόν βρίσκεται μία σημαντική παράμετρος της σημερινής σύγκρουσης: η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει την ασφάλειά της όπως ένα μικρό ευρωπαϊκό κράτος. Για μία χώρα που εκτείνεται από την Ανατολική Ευρώπη μέχρι τον Ειρηνικό, η γεωγραφία, το βάθος των συνόρων και η ύπαρξη ενδιάμεσων ζωνών ασφαλείας έχουν διαχρονικά ιδιαίτερη σημασία.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ρωσία χρειάζεται περισσότερα εδάφη. Αντίθετα, από οικονομική και δημογραφική άποψη, το επιχείρημα ότι η Ρωσία χρειάζεται «ζωτικό χώρο» είναι δύσκολο να στηριχθεί. Η χώρα διαθέτει περίπου 17,1 εκατ. km², τη μεγαλύτερη εδαφική έκταση στον κόσμο, τεράστιους ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους, καθώς επίσης πληθυσμό περίπου 145 εκατ. ανθρώπων. Το πρόβλημά της δεν είναι η έλλειψη εδάφους ή πρώτων υλών – αλλά η δημογραφία, η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις και η αξιοποίηση ενός τεράστιου γεωγραφικού χώρου.

Επομένως, εάν αναζητούμε τα κίνητρα της ρωσικής πολιτικής, θα πρέπει να τα αναζητήσουμε περισσότερο στη γεωπολιτική και στην ασφάλεια – παρά στην ανάγκη για εδάφη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετήσουμε τη ρωσική οπτική ως αντικειμενική αλήθεια. Σημαίνει ότι μία σοβαρή γεωπολιτική ανάλυση πρέπει να προσπαθεί να κατανοήσει τα κίνητρα του αντιπάλου, ακόμη και όταν απορρίπτει τις επιλογές του – οπότε εδώ αρχίζει το μεγάλο πρόβλημα της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης.

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξε μία ιστορική ευκαιρία να δημιουργηθεί μία κοινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας – στην οποία η Ρωσία θα είχε θέση χωρίς να αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ ή της ΕΕ.

Για ένα διάστημα φάνηκε δυνατό κάτι τέτοιο  – αφού η Ρωσία συνεργάστηκε με το ΝΑΤΟ, συμμετείχε σε ευρωπαϊκούς θεσμούς και το 2002 δημιουργήθηκε το Συμβούλιο ΝΑΤΟ–Ρωσίας, στο οποίο η Ρωσία και τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ συμμετείχαν ως ισότιμοι εταίροι σε θέματα ασφαλείας. Η ίδια η Συμμαχία περιέγραφε τότε τη συνεργασία ως μία νέα εποχή στις σχέσεις ΝΑΤΟ–Ρωσίας.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θυμόμαστε αυτή την περίοδο – επειδή αποδεικνύει ότι η σημερινή αντιπαράθεση δεν ήταν αναπόφευκτη. Υπήρξε εποχή κατά την οποία η Ρωσία και η Δύση θεωρούσαν ότι μπορούσαν να συνεργαστούν σε θέματα τρομοκρατίας, ελέγχου εξοπλισμών, διαχείρισης κρίσεων, μη διάδοσης πυρηνικών όπλων και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ωστόσο, παράλληλα, το ΝΑΤΟ άρχισε να επεκτείνεται προς την Ανατολική Ευρώπη.

Εδώ υπάρχει ένα ιστορικό ζήτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το 1990, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη γερμανική επανένωση, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών James Baker είπε στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ότι, εφόσον μία ενωμένη Γερμανία παρέμενε στο ΝΑΤΟ, δεν θα υπήρχε επέκταση της δικαιοδοσίας των δυνάμεων του ΝΑΤΟ «one inch to the east».

Είναι όμως εξίσου σημαντικό να μην παραποιείται το γεγονός. Δεν υπήρξε μία γενική, νομικά δεσμευτική συνθήκη που να απαγορεύει στο ΝΑΤΟ οποιαδήποτε μελλοντική διεύρυνση προς Ανατολάς. Οι συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις συνδέονταν με τις διαπραγματεύσεις για την επανένωση της Γερμανίας και το καθεστώς των πρώην ανατολικογερμανικών εδαφών.

Επομένως, η δυτική θέση ότι «δεν υπήρξε νομική απαγόρευση επέκτασης του ΝΑΤΟ» έχει βάση. Έχει όμως βάση και η ρωσική αντίληψη ότι, η μεταψυχροπολεμική διευθέτηση δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με τις πολιτικές προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί το 1990.

Αυτή η διάκριση είναι απολύτως απαραίτητη – με την έννοια πως δεν μπορεί να υποστηρίζεται σοβαρά ότι, η Δύση παραβίασε μία συνθήκη που δεν υπήρχε. Μπορεί όμως να υποστηριχθεί πως η μεταψυχροπολεμική πολιτική δημιούργησε στη Ρωσία την αντίληψη ότι, η αρχική συμφωνία για μία νέα ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας μετατράπηκε σταδιακά σε μία άλλη τάξη – στην οποία το ΝΑΤΟ επεκτεινόταν χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ρωσικές αντιλήψεις ασφαλείας.

Οι νομικές και γεωπολιτικές αποκλίσεις

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η νομική και η γεωπολιτική πραγματικότητα αρχίζουν να αποκλίνουν. Από τη μία πλευρά, τα κυρίαρχα κράτη έχουν δικαίωμα να επιλέγουν τις συμμαχίες τους. Από την άλλη, οι μεγάλες δυνάμεις αξιολογούν την ασφάλειά τους όχι μόνο με βάση το τι επιτρέπεται νομικά, αλλά και με βάση το πώς μεταβάλλεται η στρατιωτική ισορροπία γύρω από τα σύνορά τους – ένα πρόβλημα που δεν λύθηκε ποτέ.

Η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ το 1999 – ενώ το 2004 ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι χώρες της Βαλτικής, δηλαδή κράτη που βρίσκονται πλέον ακριβώς δίπλα στη Ρωσία. Το 2008, μάλιστα, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι, η Ουκρανία και η Γεωργία «θα γίνουν μέλη» της Συμμαχίας.

Από τη ρωσική οπτική, αυτό αποτελούσε μία σταδιακή μετατόπιση της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης προς τα ρωσικά σύνορα – ενώ από τη δυτική οπτική, αποτελούσε το δικαίωμα κυρίαρχων κρατών να επιλέγουν τις συμμαχίες τους.

Και οι δύο αντιλήψεις συνυπήρχαν, χωρίς να έχει βρεθεί ένας μηχανισμός που να τις συμφιλιώνει – ενώ αυτό ακριβώς είναι το λεγόμενο «δίλημμα ασφαλείας»: αυτό που η μία πλευρά θεωρεί αμυντική κίνηση, η άλλη μπορεί να το θεωρεί επιθετική προετοιμασία.

Για τη Ρωσία, η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα σύνορά της αύξανε την απειλή. Για την Πολωνία και τις Βαλτικές, η ύπαρξη της Ρωσίας ως μεγάλης στρατιωτικής δύναμης αύξανε την ανάγκη ένταξης στο ΝΑΤΟ. Όσο περισσότερο δε η Πολωνία ενισχυόταν, τόσο περισσότερο η Ρωσία έβλεπε το ΝΑΤΟ να ενισχύεται στην ανατολική της πλευρά – οπότε δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος.

Η Ουκρανία αποτέλεσε τελικά το σημείο όπου ο κύκλος αυτός έσπασε.

Το 2014, μετά την πολιτική κρίση και την ανατροπή του προέδρου Γιανουκόβιτς, η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία – οπότε ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ντονμπάς μεταξύ των ουκρανικών δυνάμεων και των φιλορωσικών δυνάμεων. Η σύγκρουση δεν ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 2022 – αλλά υπήρχε ήδη από το 2014 και είχε προκαλέσει χιλιάδες νεκρούς πριν από τη ρωσική εισβολή.

Ακολούθησαν οι συμφωνίες του Μινσκ – ενώ εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα χαμένα παράθυρα ειρήνης της Ευρώπης.

Οι συμφωνίες προέβλεπαν κατάπαυση του πυρός, απόσυρση βαρέων όπλων, παρακολούθηση από τον ΟΑΣΕ, πολιτική διαδικασία για το ειδικό καθεστώς των περιοχών του Ντονμπάς, εκλογές και τελικά αποκατάσταση του ουκρανικού ελέγχου των συνόρων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις – ενώ το πρόβλημα ήταν ότι η συμφωνία δεν εφαρμόστηκε πλήρως.

Οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνταν για παραβιάσεις της εκεχειρίας – ενώ ο ΟΑΣΕ κατέγραφε επανειλημμένα παραβιάσεις και από τις δύο πλευρές. Τον Φεβρουάριο του 2022, μάλιστα, λίγο πριν από τη ρωσική εισβολή, οι παραβιάσεις αυξήθηκαν δραματικά. Στις 19 Φεβρουαρίου ο ΟΑΣΕ κατέγραψε 591 παραβιάσεις κατάπαυσης πυρός στην περιοχή του Ντονέτσκ, εκ των οποίων 553 εκρήξεις – επίσης 975 στην περιοχή του Λουχάνσκ, εκ των οποίων 860 εκρήξεις. Επιπλέον, στις 18–20 Φεβρουαρίου, ο ΟΑΣΕ κατέγραψε συνολικά 2.158 παραβιάσεις στο Ντονέτσκ και 1.073 στο Λουχάνσκ.

Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους ποιος ξεκίνησε κάθε επίθεση. Αποδεικνύουν όμως ότι η εκεχειρία είχε ουσιαστικά καταρρεύσει πριν από την πλήρη ρωσική εισβολή.

Δεν είναι λοιπόν ακριβές να υποστηρίζεται ότι «η Ουκρανία βομβάρδιζε μόνη της το Ντονμπάς». Είναι όμως εξίσου ανακριβές να παρουσιάζεται η περίοδος 2014–2021 σαν να μην υπήρχε ενεργός πόλεμος στην ανατολική Ουκρανία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταγενέστερη δήλωση της Ά. Μέρκελ – η οποία είπε το 2022 ότι η συμφωνία του Μινσκ είχε «δώσει χρόνο» στην Ουκρανία να ενισχυθεί και να γίνει αυτό που ήταν τότε. Η δήλωση αυτή έχει τεράστια πολιτική σημασία – όχι επειδή αποδεικνύει ότι η Δύση σχεδίαζε εξαρχής έναν πόλεμο, αλλά επειδή δείχνει ότι το Μινσκ δεν λειτουργούσε μόνο ως μηχανισμός άμεσης ειρήνης. Παρείχε ταυτόχρονα χρόνο στην Ουκρανία να ενισχύσει τις ένοπλες δυνάμεις της.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ερμήνευσε τη δήλωση αυτή ως επιβεβαίωση ότι η διαδικασία του Μινσκ δεν είχε χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την επίτευξη μιας τελικής ειρήνης. Μπορεί δε αυτό να μην αποδεικνύει ότι η Δύση σχεδίαζε εξαρχής τον πόλεμο – αποδεικνύει όμως ότι, η συμφωνία του Μινσκ μπορούσε να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως διπλωματική διαδικασία και ως χρόνος προετοιμασίας της Ουκρανίας. Αυτή η αντίληψη είχε τεράστια σημασία για τη ρωσική ηγεσία.

Όταν, επομένως, η Ρωσία εισέβαλε το 2022, δεν βρισκόμασταν μπροστά σε ένα πρόβλημα που δημιουργήθηκε σε μία ημέρα.

Υπήρχε μία δεκαετία στρατιωτικής σύγκρουσης στο Ντονμπάς, μία αποτυχημένη διαδικασία ειρήνης, μία σταδιακή ενίσχυση της Ουκρανίας από τη Δύση, μία συνεχής διεύρυνση του ΝΑΤΟ και μία αυξανόμενη ρωσική πεποίθηση ότι η Ουκρανία μετατρεπόταν σε στρατηγικό προγεφύρωμα της Δύσης.

Αυτό εξηγεί τη ρωσική απόφαση. Δεν την καθιστά όμως αυτομάτως νόμιμη ούτε σημαίνει ότι η Ρωσία «υποχρεώθηκε» νομικά να εισβάλει.

Η διάκριση είναι απολύτως απαραίτητη. Άλλο η εξήγηση μιας απόφασης και άλλο η δικαιολόγησή της.

Η Ρωσία είχε λόγους να θεωρεί ότι το περιβάλλον ασφαλείας της επιδεινωνόταν. Αυτό δεν δημιουργεί δικαίωμα αλλαγής συνόρων με τη βία. Και εδώ μπαίνει ο ρόλος του Β. Ζελένσκι.

Ο ρόλος του Ζελένσκι

Ο Ζελένσκι δεν ευθύνεται για την απόφαση της Ρωσίας να εισβάλει. Η τελική απόφαση για την έναρξη του πολέμου ήταν ρωσική. Είχε όμως πολιτική ευθύνη για τις επιλογές της Ουκρανίας.

Η Ουκρανία βρισκόταν μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να επιδιώξει έναν συμβιβασμό που θα περιόριζε τη στρατιωτική της ενσωμάτωση στη Δύση και πιθανώς θα διατηρούσε μία μορφή ειδικού καθεστώτος για το Ντονμπάς ή να συνεχίσει να ενισχύει τη στρατηγική της σύνδεση με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ.

Μετά την εισβολή, τα περιθώρια συμβιβασμού περιορίστηκαν ακόμη περισσότερο. Οι διαπραγματεύσεις του 2022 έφθασαν σε ένα σημείο όπου συζητούνταν, μεταξύ άλλων, η ουδετερότητα της Ουκρανίας, διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας, περιορισμοί στις ένοπλες δυνάμεις και διαφορετικό καθεστώς για τα κατεχόμενα εδάφη. Οι διαφωνίες όμως παρέμειναν μεγάλες.

Ο Ζελένσκι, επομένως, μπορεί να αποτελεί παράγοντα που δυσκολεύει έναν συμβιβασμό, ιδιαίτερα όταν απαιτεί εγγυήσεις ασφαλείας και πλήρη εδαφική ακεραιότητα. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ο μοναδικός ή ο βασικός υπεύθυνος για την αποτυχία της ειρήνης.

Άλλωστε, η Ουκρανία δεν είναι ένα κράτος που μπορεί να αποφασίσει μόνο του για ολόκληρη την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ούτε η Ρωσία μπορεί να την καθορίσει μονομερώς. Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Γερμανία μπορούν να το κάνουν μόνες τους.

Η τελική λύση, εάν υπάρξει, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας πολύ μεγαλύτερης συμφωνίας. Το ίδιο ισχύει και για την περίφημη κατηγορία περί «ναζιστικής Ουκρανίας».

Υπήρξαν και υπάρχουν στην Ουκρανία ακροδεξιές και νεοναζιστικές οργανώσεις – ενώ είναι ιστορικά πραγματικό ότι τμήματα του ουκρανικού εθνικισμού συνεργάστηκαν με τη ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ουκρανική κυβέρνηση είναι «ναζιστική».

Τα εκλογικά αποτελέσματα του 2019 δεν στηρίζουν μια τέτοια περιγραφή – ενώ ο ίδιος ο Ζελένσκι είναι Εβραίος και έχει αναφερθεί δημοσίως στην οικογενειακή του ιστορία και στο Ολοκαύτωμα. Επομένως, πρέπει να διαχωρίζουμε τα πραγματικά προβλήματα του ουκρανικού εθνικισμού από τη ρωσική πολιτική ρητορική περί «αποναζιστικοποίησης».

Αυτός ο διαχωρισμός είναι σημαντικός – επειδή μία σοβαρή ανάλυση δεν μπορεί να αγνοεί ούτε τα πραγματικά προβλήματα της Ουκρανίας ούτε να αποδέχεται άκριτα τη ρωσική ερμηνεία τους.

Ο ρόλος της Γερμανίας και της Πολωνίας

Η ίδια ανάγκη διάκρισης υπάρχει και όταν εξετάζουμε τους φόβους της Πολωνίας και της Γερμανίας. Η Πολωνία έχει πραγματικούς λόγους να φοβάται τη Ρωσία. Βρίσκεται δίπλα στη Λευκορωσία, κοντά στο Καλίνινγκραντ και στην Ουκρανία – ενώ το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφαλείας έχει επιδεινωθεί σημαντικά.

Το ΝΑΤΟ, ως αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών, έχει ενισχύσει σημαντικά την ανατολική του πτέρυγα. Σήμερα διαθέτει εννέα πολυεθνικές ομάδες μάχης, από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα. Ο φόβος της Πολωνίας, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υπερβολικός.

Αλλά άλλο πράγμα είναι να υπάρχει λόγος για ισχυρή αποτροπή και άλλο να θεωρείται δεδομένο ότι η Ρωσία σχεδιάζει να εισβάλει στην Πολωνία ή στη Γερμανία.

Η Ρωσία διαθέτει ήδη τη μεγαλύτερη εδαφική έκταση στον κόσμο, τεράστιους φυσικούς πόρους και σημαντικές δημογραφικές προκλήσεις. Δεν υπάρχει προφανής οικονομικός λόγος που να την οδηγεί στην ανάγκη κατάκτησης επιπλέον ευρωπαϊκών εδαφών.

Εάν, λοιπόν, αναζητούμε λόγους για μία πιθανή ρωσική επέκταση, αυτοί θα ήταν πρωτίστως γεωπολιτικοί: στρατηγικό βάθος, έλεγχος κρίσιμων περιοχών, αποτροπή εχθρικών στρατιωτικών υποδομών, επιρροή στις γειτονικές χώρες και ιστορικές αντιλήψεις περί ρωσικού χώρου.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την ιδέα ότι η Ρωσία χρειάζεται την Πολωνία ή τη Γερμανία για τους φυσικούς τους πόρους. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της σημερινής Ευρώπης.

Η Πολωνία λέει:

«Χρειαζόμαστε ισχυρότερο ΝΑΤΟ επειδή φοβόμαστε τη Ρωσία.»

Η Ρωσία απαντά:

«Χρειαζόμαστε ισχυρότερες εγγυήσεις επειδή φοβόμαστε το ΝΑΤΟ.»

Και το ΝΑΤΟ λέει:

«Ενισχυόμαστε επειδή η Ρωσία αποτελεί απειλή.»

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος – στον οποίο η αμυντική ενέργεια της μίας πλευράς αποτελεί απόδειξη της επιθετικότητας για την άλλη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φόβοι είναι ισοδύναμοι ούτε ότι όλες οι πλευρές έχουν την ίδια ευθύνη. Σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να βρει τρόπο να σταματήσει τη δυναμική που μετατρέπει κάθε αμυντική κίνηση σε νέα πηγή ανασφάλειας.

Η λύση, επομένως, δεν μπορεί να είναι ούτε η άνευ όρων εμπιστοσύνη στη Ρωσία ούτε η μόνιμη στρατιωτική αντιπαράθεση μαζί της. Η Ευρώπη χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο: ισχυρή αποτροπή και ταυτόχρονα μία νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η Πολωνία και οι Βαλτικές χώρες πρέπει να μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς. Η Ρωσία δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα βέτο στις εξωτερικές σχέσεις των γειτόνων της. Η Ουκρανία πρέπει να έχει κυριαρχία και πραγματικές εγγυήσεις ασφαλείας.

Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός αμοιβαίων περιορισμών. Όχι μονομερείς περιορισμοί στη Ρωσία. Αμοιβαίοι περιορισμοί. Περιορισμός μεγάλων στρατιωτικών συγκεντρώσεων κοντά στα σύνορα. Περιορισμός συγκεκριμένων πυραυλικών συστημάτων. Διαφάνεια στις στρατιωτικές ασκήσεις. Επιθεωρήσεις. Μηχανισμοί άμεσης επικοινωνίας. Συμφωνίες αποφυγής ατυχημάτων και επεισοδίων.

Η Ρωσία θα έπρεπε να δεσμευθεί ότι δεν θα χρησιμοποιήσει βία εναντίον των ευρωπαϊκών κρατών.

Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, θα μπορούσε να εξετάσει περιορισμούς σε συγκεκριμένες επιθετικές στρατιωτικές υποδομές κοντά στα ρωσικά σύνορα, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την υποχρέωσή του να υπερασπίζεται τα μέλη του.

Και η Ουκρανία θα έπρεπε να λάβει πραγματικές διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας, ώστε η ουδετερότητα, εφόσον αποτελέσει μέρος μιας τελικής συμφωνίας, να μην ισοδυναμεί με εγκατάλειψη.

Αυτό θα ήταν μία πραγματική συμφωνία.

Γιατί η Ρωσία θα μπορούσε να πει:

«Παίρνω τις εγγυήσεις ασφαλείας που θεωρώ απαραίτητες.»

Η Πολωνία θα μπορούσε να πει:

«Δεν μένω απροστάτευτη.»

Η Ουκρανία θα μπορούσε να πει:

«Δεν παραδίδομαι στη Ρωσία.»

Και η Ευρώπη θα μπορούσε να πει:

«Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.»

Αυτό όμως απαιτεί να ξεπεραστεί μία πολύ βαθύτερη αντίληψη: ότι η ασφάλεια του ενός μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη στρατηγική αδυναμία του άλλου.

Εάν η Ρωσία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί την αποδυνάμωση της Ουκρανίας, η Ουκρανία θα προσπαθεί να ενισχυθεί.

Εάν η Ουκρανία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί τη μόνιμη στρατιωτική παρουσία της Δύσης, η Ρωσία θα θεωρεί ότι απειλείται.

Εάν η Πολωνία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις, η Ρωσία θα θεωρεί ότι το ΝΑΤΟ πλησιάζει περισσότερο.

Και εάν η Ρωσία αντιδρά με περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις, η Πολωνία θα ζητά ακόμη περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις.

Αυτό είναι το κλασικό δίλημμα ασφαλείας.

Και χωρίς έναν μηχανισμό που να το περιορίζει, μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και μετά από μία ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.

Εδώ βρίσκεται και ο ιδιαίτερος ρόλος της Γερμανίας.

Η Γερμανία βρίσκεται γεωγραφικά και οικονομικά στο κέντρο της Ευρώπης. Για δεκαετίες είχε οικοδομήσει μία οικονομική σχέση με τη Ρωσία στηριγμένη στην ενέργεια, στο εμπόριο, στη βιομηχανία και στη γεωγραφική εγγύτητα.

Το μοντέλο αυτό κατέρρευσε μετά το 2022. Δεν σημαίνει όμως ότι τα οικονομικά συμφέροντα εξαφανίστηκαν. Σημαίνει ότι η Γερμανία πρέπει πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ανάγκες: στην ασφάλεια της Ευρώπης και στην ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής βιομηχανίας.

Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο σε μία περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αντιμετωπίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος, αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες, δημογραφικές πιέσεις και αυξανόμενο ανταγωνισμό από τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Η Γερμανία, επομένως, δεν μπορεί να αγνοεί τη Ρωσία για πάντα – αλλά ούτε μπορεί να επιστρέψει στην προπολεμική λογική της ενεργειακής εξάρτησης.

Η λύση θα ήταν αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί συνεργασία χωρίς εξάρτηση.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για ολόκληρη την Ευρώπη.

Πριν από τον πόλεμο, η Ευρώπη και η Ρωσία είχαν δημιουργήσει ένα ισχυρό οικονομικό συμπλήρωμα: ρωσική ενέργεια και πρώτες ύλες, ευρωπαϊκή τεχνολογία και βιομηχανία, ενιαία αγορά και γεωγραφική εγγύτητα.

Το μέγεθος της σχέσης ήταν τεράστιο. Το εμπόριο αγαθών μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας έφθασε τα 257,5 δις € το 2021. Το 2025 είχε μειωθεί στα μόλις 58,1 δις €. Οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τη Ρωσία μειώθηκαν από 99 δις € το 2021 στα 30,2 δις € το 2025, ενώ οι εισαγωγές από τη Ρωσία μειώθηκαν από περίπου 158,5 δις € στα 27,9 δις €.

Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς εμπορική.

Είναι γεωπολιτική.

Σημαίνει ότι μέσα σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε μία νέα ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα, στην οποία η Ρωσία απομακρύνθηκε από την ευρωπαϊκή αγορά και στράφηκε περισσότερο προς την Ασία.

Αυτό έχει συνέπειες και για τη Ρωσία και για την Ευρώπη.

Για τη Ρωσία σημαίνει μεγαλύτερη εξάρτηση από την Κίνα και άλλες αγορές της Ασίας.

Για την Ευρώπη σημαίνει απώλεια μιας μεγάλης γειτονικής αγοράς και πρόσβασης σε ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους.

Το μοντέλο αποδείχθηκε ευάλωτο, επειδή η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πολιτική συμφωνία ασφαλείας.

Το μάθημα, επομένως, δεν είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να επιστρέψει στην προηγούμενη εξάρτηση.

Το μάθημα είναι ότι μπορεί να υπάρξει συνεργασία χωρίς εξάρτηση.

Η Ευρώπη θα μπορούσε να αγοράζει ρωσικές πρώτες ύλες, εάν και όταν οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν, χωρίς να εξαρτάται από αυτές.

Θα μπορούσε να εξάγει τεχνολογία, μηχανήματα και προϊόντα στη Ρωσία χωρίς να θεωρεί τη ρωσική αγορά αναγκαία για την επιβίωσή της.

Θα μπορούσε να έχει εμπορικές σχέσεις με την Κίνα χωρίς να επιτρέπει την αποβιομηχάνισή της.

Και θα μπορούσε να διατηρεί τη συμμαχία με τις ΗΠΑ χωρίς να εγκαταλείπει τη δική της στρατηγική αυτονομία.

Αυτή θα ήταν μία πραγματικά ευρωπαϊκή πολιτική.

Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Κίνα

Και εδώ εισέρχονται οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να επιθυμούν μία ισχυρή Ευρώπη – αλλά ταυτόχρονα έχουν στρατηγικό συμφέρον να διατηρήσουν τη διατλαντική σχέση και τον κεντρικό ρόλο τους στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η σημερινή αμερικανική πολιτική πιέζει τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της δικής τους άμυνας. Το αμερικανικό Πεντάγωνο εξετάζει μάλιστα τη διάταξη των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη – ενώ η Ουάσιγκτον ζητά μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ευθύνη για την άμυνα.

Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιστορικά θετικό για την Ευρώπη. Γιατί μία Ευρώπη που εξαρτάται στρατιωτικά από τις ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως στρατηγικά αυτόνομη. Από την άλλη πλευρά, μία Ευρώπη που θα προσπαθούσε να αποκοπεί από τις ΗΠΑ θα δημιουργούσε ένα τεράστιο κενό ασφαλείας. Η σωστή επιλογή βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.

Όχι αποδέσμευση από τις ΗΠΑ, αλλά μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ικανότητα μέσα στη συμμαχία.

Μία Ευρώπη που μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και απέναντι στις ΗΠΑ και απέναντι στη Ρωσία και απέναντι στην Κίνα.

Και εδώ βρίσκεται η πραγματική έννοια της στρατηγικής αυτονομίας.

Δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει εχθρός της Αμερικής.

Σημαίνει ότι πρέπει να μπορεί να λέει «ναι» όταν συμφωνεί και «όχι» όταν διαφωνεί.

Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, έχει αναπτύξει μία πολύ στενή στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί την Ευρώπη σημαντικό οικονομικό εταίρο.

Η Κίνα έχει ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό συμφέρον: δεν θέλει να χάσει τη Ρωσία ως στρατηγικό εταίρο, αλλά ούτε θέλει μία Ευρώπη πλήρως ενοποιημένη γύρω από μία αμερικανική στρατηγική αντιπαράθεση με το Πεκίνο.

Μία μόνιμη απομόνωση της Ρωσίας από την Ευρώπη ενισχύει την εξάρτηση της Μόσχας από το Πεκίνο.

Μία μελλοντική ευρωπαϊκή–ρωσική οικονομική επαναπροσέγγιση θα μπορούσε, αντίθετα, να μειώσει αυτή την εξάρτηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα επιθυμεί τον πόλεμο.

Σημαίνει ότι το αποτέλεσμα του πολέμου επηρεάζει άμεσα τη γεωπολιτική της θέση.

Η Ευρώπη, λοιπόν, πρέπει να καταλάβει κάτι που συχνά λείπει από τη σημερινή συζήτηση: η Ρωσία και η Κίνα δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η Ρωσία είναι ευρωπαϊκή και ευρασιατική δύναμη με τεράστιους φυσικούς πόρους, πυρηνικό οπλοστάσιο, στρατιωτική ισχύ και γεωγραφική θέση που την καθιστά αναπόφευκτο παράγοντα της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η Κίνα είναι παγκόσμια βιομηχανική και τεχνολογική δύναμη με τεράστια οικονομική και εμπορική επιρροή.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει και τις δύο με τον ίδιο τρόπο.

Η Ρωσία είναι πρωτίστως ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η Κίνα είναι πρωτίστως ζήτημα παγκόσμιας οικονομικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής ισορροπίας.

Και οι δύο, όμως, επηρεάζουν την ευρωπαϊκή οικονομία.

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη χρειάζεται μία εξωτερική πολιτική πολλαπλών επιλογών.

Ούτε αποκλειστικά αμερικανική.

Ούτε φιλορωσική.

Ούτε φιλοκινεζική.

Ευρωπαϊκή.

Αυτό σημαίνει οικονομική συνεργασία με την Κίνα χωρίς επικίνδυνη εξάρτηση από την κινεζική παραγωγή.

Σημαίνει στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ χωρίς μόνιμη ευρωπαϊκή στρατιωτική εξάρτηση.

Και σημαίνει, σε βάθος χρόνου, σχέσεις με τη Ρωσία χωρίς επιστροφή στην ενεργειακή ή πολιτική εξάρτηση που υπήρχε πριν από το 2022.

Η Ευρώπη θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διατηρεί εναλλακτικές πηγές ενέργειας και ταυτόχρονα να έχει τη δυνατότητα να αγοράζει ρωσική ενέργεια όταν οι πολιτικές συνθήκες το επιτρέψουν.

Όχι επειδή «εμπιστεύεται» τη Ρωσία.

Αλλά επειδή μία πραγματικά ανταγωνιστική οικονομία δεν πρέπει να εξαρτάται από έναν μόνο προμηθευτή.

Το ίδιο ισχύει για την Κίνα.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να διακόψει τις εμπορικές σχέσεις με το Πεκίνο.

Χρειάζεται όμως να αποφύγει την κατάσταση στην οποία κρίσιμες αλυσίδες παραγωγής, τεχνολογίες ή πρώτες ύλες εξαρτώνται από μία και μοναδική χώρα.

Και το ίδιο ισχύει για τις ΗΠΑ.

Η Ευρώπη χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ, αλλά πρέπει παράλληλα να αναπτύξει τη δική της.

Αυτή είναι η έννοια της πραγματικής διαφοροποίησης.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα του πολέμου στην Ουκρανία.

Η εξάρτηση είναι γεωπολιτικός κίνδυνος, ακόμη και όταν είναι οικονομικά αποδοτική.

Η Ελλάδα και η Ευρώπη

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή θα είχε ιδιαίτερη σημασία.

Η χώρα βρίσκεται στο σταυροδρόμι Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής. Διαθέτει ναυτιλία, λιμάνια, ενεργειακές υποδομές και γεωγραφική θέση που μπορούν να την καταστήσουν κόμβο μεταξύ Ευρώπης και Ευρασίας.

Η Ελλάδα, επομένως, δεν έχει συμφέρον να εγκλωβιστεί σε μία λογική μόνιμης αντιπαράθεσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Έχει συμφέρον να είναι ισχυρή μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ – αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί όσο το δυνατόν περισσότερες οικονομικές και διπλωματικές επιλογές.

Η ελληνική γεωγραφία μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα σε μία Ευρώπη που θα συνδέει τη Μεσόγειο με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την ευρασιατική ενδοχώρα.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να βλέπει τον εαυτό της όχι μόνο ως σύνορο της Ευρώπης, αλλά και ως πιθανό κόμβο της. Λιμάνια, σιδηρόδρομοι, ενέργεια, ναυτιλία, τηλεπικοινωνίες και logistics μπορούν να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία σε έναν κόσμο όπου οι εμπορικές διαδρομές αλλάζουν.

Η Ελλάδα, επομένως, έχει συμφέρον από μία Ευρώπη ισχυρή, πολυδιάστατη και ανοιχτή προς όλες τις κατευθύνσεις. Όχι από μία Ευρώπη που θα μετατραπεί σε μόνιμη στρατιωτική γραμμή αντιπαράθεσης.

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρώπη.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι εάν η Ρωσία θα γίνει ξανά φίλος της Ευρώπης, ούτε εάν θα παραμείνει εχθρός της.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι εάν η Ευρώπη θα μπορέσει να δημιουργήσει μία κατάσταση στην οποία δεν θα χρειάζεται να φοβάται τη Ρωσία, χωρίς να χρειάζεται να την εμπιστεύεται τυφλά.

Αυτό απαιτεί ισχύ.

Αλλά η ισχύς από μόνη της δεν αρκεί.

Χρειάζεται και διπλωματία.

Χρειάζεται και μηχανισμός ασφαλείας.

Χρειάζεται και οικονομική ανεξαρτησία.

Και κυρίως χρειάζεται μία συμφωνία που να αναγνωρίζει ότι η ασφάλεια είναι αμοιβαία.

Δεν μπορεί να υπάρξει μόνιμη ευρωπαϊκή ειρήνη εάν η Πολωνία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί την αποδυνάμωση της Ρωσίας, ενώ η Ρωσία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί την αποδυνάμωση της Πολωνίας.

Ούτε μπορεί να υπάρξει ειρήνη εάν η Ουκρανία θεωρεί ότι η ασφάλειά της απαιτεί την ένταξή της στο δυτικό στρατιωτικό σύστημα – ενώ η Ρωσία θεωρεί ότι ακριβώς αυτή η ένταξη αποτελεί υπαρξιακή απειλή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί στη Ρωσία δικαίωμα να αποφασίζει για την Ουκρανία.

Σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μία αρχιτεκτονική στην οποία η Ουκρανία θα είναι ασφαλής – χωρίς η ασφάλειά της να απαιτεί τη μόνιμη στρατιωτική αντιπαράθεση με τη Ρωσία.

Εδώ βρίσκεται η δυσκολία.

Γιατί η Ρωσία ζητά ασφάλεια.

Η Ουκρανία ζητά κυριαρχία.

Η Πολωνία ζητά αποτροπή.

Οι Βαλτικές ζητούν προστασία.

Η Γερμανία χρειάζεται σταθερότητα.

Οι ΗΠΑ θέλουν διατλαντική συνοχή.

Η Κίνα θέλει να διατηρήσει τη στρατηγική της θέση.

Και η Ευρώπη χρειάζεται όλα τα παραπάνω χωρίς να εξαρτάται πλήρως από κανένα.

Αυτός είναι ο πραγματικός γεωπολιτικός γρίφος.

Και ίσως η μόνη βιώσιμη λύση είναι να εγκαταλείψει η Ευρώπη την ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει ένας μόνο νικητής.

Μία ειρήνη στην οποία η Ρωσία αισθάνεται ότι κέρδισε τα πάντα θα είναι πιθανότατα απαράδεκτη για την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη.

Μία ειρήνη στην οποία η Ρωσία αισθάνεται ότι έχασε τα πάντα μπορεί να αποδειχθεί μη βιώσιμη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Μία ειρήνη στην οποία η Ουκρανία θα εγκαταλειφθεί θα δημιουργήσει νέα προβλήματα.

Και μία ειρήνη που θα αφήσει άλυτο το ζήτημα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας θα είναι απλώς μία προσωρινή διακοπή του πολέμου.

Επομένως, η τελική συμφωνία θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από μία απλή συμφωνία για τα σύνορα.

Θα πρέπει να είναι μία νέα συμφωνία ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Μία συμφωνία που θα περιλαμβάνει την Ουκρανία, τη Ρωσία, τα κράτη της ΕΕ, το ΝΑΤΟ και, κατά κάποιον τρόπο, τις ΗΠΑ.

Με σαφείς κανόνες.

Με αμοιβαίες υποχρεώσεις.

Με μηχανισμούς ελέγχου.

Με εγγυήσεις.

Με κόκκινες γραμμές.

Και κυρίως με τρόπο ώστε καμία πλευρά να μην μπορεί να ισχυριστεί αργότερα ότι εξαπατήθηκε.

Αυτό θα ήταν πολύ πιο δύσκολο από μία απλή κατάπαυση του πυρός.

Θα ήταν όμως και πολύ πιο σημαντικό.

Γιατί η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει το μοντέλο της οικονομικής αλληλεξάρτησης χωρίς επαρκή μηχανισμό ασφαλείας.

Έχει δοκιμάσει επίσης το μοντέλο της στρατιωτικής αποτροπής χωρίς μία συνολική πολιτική συμφωνία με τη Ρωσία.

Κανένα από τα δύο δεν αποδείχθηκε αρκετό.

Χρειάζεται συνδυασμός.

Αποτροπή και διάλογος.

Ισχύς και διπλωματία.

Συμμαχίες και στρατηγική αυτονομία.

Εμπόριο και διαφοροποίηση.

Αυτό είναι ίσως το νέο ευρωπαϊκό μοντέλο που χρειάζεται ο 21ος αιώνας.

Η Ευρώπη δεν πρέπει να επιστρέψει στην αφέλεια του παρελθόντος.

Αλλά δεν πρέπει να περάσει και στο άλλο άκρο, θεωρώντας ότι η μόνιμη σύγκρουση αποτελεί στρατηγική.

Η Ρωσία δεν πρέπει να αποκτήσει το δικαίωμα να αποφασίζει για τους γείτονές της.

Αλλά ούτε πρέπει να δημιουργηθεί μία κατάσταση στην οποία η Ρωσία θα θεωρεί ότι δεν έχει καμία θέση στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η Ουκρανία πρέπει να είναι κυρίαρχη.

Η Πολωνία και οι Βαλτικές πρέπει να είναι ασφαλείς.

Η Ρωσία πρέπει να αποτρέπεται από την επιθετικότητα.

Αλλά η Ευρώπη πρέπει ταυτόχρονα να δημιουργήσει μία κατάσταση στην οποία η ειρήνη θα είναι περισσότερο συμφέρουσα από τον πόλεμο για όλους.

Αυτό απαιτεί μία αλλαγή νοοτροπίας.

Δεν αρκεί πλέον η ερώτηση:

«Πώς θα νικήσουμε τη Ρωσία;»

Η ερώτηση πρέπει να είναι:

«Πώς θα δημιουργήσουμε μία Ευρώπη στην οποία η Ρωσία δεν θα μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της με τη βία, αλλά ούτε θα θεωρεί ότι η μόνη της επιλογή είναι η μόνιμη αντιπαράθεση με τη Δύση;»

Αυτή είναι μία πολύ πιο δύσκολη ερώτηση.

Αλλά είναι και η μόνη που οδηγεί σε στρατηγική.

Γιατί εάν η σημερινή κατάσταση συνεχιστεί, υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος: να δημιουργηθεί μία Ευρώπη που θα είναι στρατιωτικά ισχυρότερη, αλλά πολιτικά μόνιμα εγκλωβισμένη σε μία σύγκρουση χωρίς τέλος.

Και αυτό δεν είναι στρατηγική.

Είναι απλώς μία διαρκής διαχείριση του φόβου.

Η πραγματική στρατηγική θα ήταν διαφορετική: Ισχυρή Ευρώπη, ισχυρή αποτροπή, ασφαλής Ουκρανία, προστατευμένη Πολωνία και Βαλτική, αλλά και μία Ρωσία που δεν θα έχει λόγο να θεωρεί ότι η ίδια η ύπαρξη της Ευρώπης αποτελεί απειλή για την ασφάλειά της.

Τότε θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάτι που σήμερα φαίνεται σχεδόν αδύνατο: μία Ευρώπη που θα έχει καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία, χωρίς να εξαρτάται στρατηγικά από καμία από αυτές.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της μεγάλης γεωπολιτικής εξίσωσης του 21ου αιώνα.

Η Ρωσία θέλει να παραμείνει μεγάλη δύναμη και να μην περικυκλωθεί στρατηγικά.

Η Ουκρανία θέλει να παραμείνει κυρίαρχη και να ενταχθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στην Ευρώπη.

Η Πολωνία και οι Βαλτικές θέλουν να αποτρέψουν οποιαδήποτε μελλοντική ρωσική επίθεση.

Η Γερμανία χρειάζεται ασφάλεια αλλά και ανταγωνιστική οικονομία.

Οι ΗΠΑ θέλουν μία ισχυρή Ευρώπη, αλλά μέσα σε μία ισχυρή διατλαντική συμμαχία.

Η Κίνα θέλει τη Ρωσία ως στρατηγικό εταίρο και την Ευρώπη ως σημαντική αγορά, χωρίς να επιτρέψει να δημιουργηθεί ένας ενιαίος δυτικός συνασπισμός που θα την περιορίζει.

Και η Ευρώπη βρίσκεται ανάμεσα σε όλους.

Εάν επιλέξει την πλήρη εξάρτηση από έναν πόλο, θα χάσει τη στρατηγική της αυτονομία.

Εάν προσπαθήσει να συγκρουστεί ταυτόχρονα με όλους, θα εξαντληθεί οικονομικά και στρατιωτικά.

Εάν όμως αποκτήσει οικονομική, ενεργειακή, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση από μειονέκτημα σε πλεονέκτημα.

Η Ευρώπη μπορεί να αποτελέσει τον χώρο όπου συναντώνται η Αμερική, η Ρωσία, η Ασία και η Μεσόγειος.

Όχι το πεδίο όπου συγκρούονται.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα.

Και ίσως η ιστορία της Ευρώπης να μας διδάσκει ακριβώς αυτό: οι μεγάλες δυνάμεις δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος αποφασίζει να τις απομονώσει. Μετακινούνται, αναπροσαρμόζονται και δημιουργούν νέες συμμαχίες.

Η Ρωσία δεν εξαφανίστηκε από την Ευρασία επειδή η Ευρώπη περιόρισε τις εμπορικές της σχέσεις μαζί της.

Απλώς στράφηκε περισσότερο προς την Ασία.

Η Κίνα δεν έγινε λιγότερο σημαντική επειδή η Δύση επιχείρησε να μειώσει την εξάρτησή της από αυτήν.

Αντίθετα, η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις του κόσμου.

Και οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν την Ευρώπη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη θα παραμείνει απλώς το πεδίο όπου συναντώνται αυτές οι δυνάμεις ή εάν θα γίνει η ίδια ένας αυτόνομος γεωπολιτικός πόλος.

Αυτό δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των ευρωπαϊκών στρατιωτικών μονάδων.

Θα κριθεί από την παραγωγικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, την ενεργειακή της επάρκεια, την τεχνολογική της ανεξαρτησία, τη δημογραφία της, την αμυντική της βιομηχανία και κυρίως την πολιτική της συνοχή.

Μία Ευρώπη που δεν μπορεί να συμφωνήσει στα βασικά δεν μπορεί να έχει πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Και μία Ευρώπη που δεν έχει στρατηγική αυτονομία θα συνεχίσει να αναζητά προστάτες.

Σήμερα ο προστάτης είναι κυρίως οι ΗΠΑ.

Αύριο μπορεί να είναι διαφορετικός.

Αλλά η ουσία δεν αλλάζει.

Η Ευρώπη πρέπει να γίνει αρκετά ισχυρή ώστε να μην χρειάζεται προστάτη.

Όχι επειδή θέλει να εγκαταλείψει τις συμμαχίες της.

Αλλά επειδή θέλει να μπορεί να τις επιλέγει.

Και αυτό οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα.

Η ειρήνη στην Ουκρανία δεν θα είναι βιώσιμη εάν δεν συνοδευτεί από μία νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Η Ρωσία δεν μπορεί να έχει δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις των γειτόνων της.

Η Ουκρανία δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς εγγυήσεις ασφαλείας.

Η Πολωνία και οι Βαλτικές δεν μπορούν να υποχρεωθούν να εμπιστευθούν τη Ρωσία.

Η Ρωσία όμως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία δύναμη που πρέπει να αποκλειστεί για πάντα από την ευρωπαϊκή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Ευρώπη πρέπει να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέπει τον πόλεμο και αρκετά διορατική ώστε να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ειρήνη.

Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν είναι η απουσία κινδύνου.

Είναι η δυνατότητα να διαχειρίζεσαι τον κίνδυνο χωρίς να οδηγείσαι σε πόλεμο.

Και η πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν είναι να είσαι εναντίον κάποιου.

Είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με όλους χωρίς να εξαρτάσαι από κανέναν.

Επίλογος

Κλείνοντας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ευρώπη θα κερδίσει τη Ρωσία, την Αμερική ή την Κίνα – αλλά εάν θα γίνει αρκετά ισχυρή ώστε να μην χρειάζεται να νικήσει κανέναν.

.

Πηγές: ΝΑΤΟ, Συμβούλιο ΝΑΤΟ–Ρωσίας και ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ· ΟΑΣΕ, ημερήσιες εκθέσεις της Ειδικής Αποστολής Παρακολούθησης στην Ουκρανία· Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στοιχεία εμπορίου ΕΕ–Ρωσίας· αποχαρακτηρισμένα έγγραφα για τις διαπραγματεύσεις της γερμανικής επανένωσης· Reuters για τις δηλώσεις της Ά. Μέρκελ σχετικά με τις συμφωνίες του Μινσκ και για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και αμερικανική πολιτική ασφαλείας.

 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading