Χορεύουμε ξανά στην άκρη του γκρεμού – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χορεύουμε ξανά στην άκρη του γκρεμού

.

Ένας Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ λέει ότι ακόμη και σήμερα, όπως οι παππούδες και οι πατέρες μας, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για μία ένοπλη σύγκρουση – κάτι που δεν είναι μόνο κυνικό και άκρως επικίνδυνο αλλά, επιπλέον, τρομακτικά ανόητο. Μεταξύ άλλων επειδή προφανώς δεν έχει κατανοήσει ότι, η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει αλλάξει εντελώς την όποια λογική της σύγκρουσης, καθώς επίσης της διπλωματίας – ενώ η πολιτική απάντηση σήμερα πρέπει να είναι εντελώς διαφορετική, από ότι ήταν πριν από εκατό χρόνια. Όσον αφορά δε την οικονομική πολιτική, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας οπισθοδρόμησης της Ευρώπης στη δεκαετία του 1920 – μιας οπισθοδρόμησης που δύσκολα θα μπορούσε να είναι χειρότερη.

.

Ανάλυση

Το πρώτο τέταρτο του αιώνα που ζούμε έφτασε στο τέλος του – ενώ φαίνεται πως δυστυχώς η ανθρωπότητα δεν έχει γίνει σοφότερη τα τελευταία εκατό χρόνια. Ειδικότερα, τα μέσα της δεκαετίας του 1920 θεωρούνται σύμβολο μίας  ανεμελιάς και ελαφρότητας – ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για έναν χορό στην άκρη του γκρεμού.

Οι άνθρωποι τότε, προσπαθούσαν να ξεχάσουν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τα δεινά του – παραβλέποντας όμως το γεγονός ότι, είχαν ήδη συσσωρευθεί οι «εντάσεις» που οδηγούσαν σε μία νέα, μεγαλύτερη οικονομική κρίση και σε μία πολεμική σύγκρουση παγκοσμίων διαστάσεων.

Σήμερα, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική – αλλά οι μηχανισμοί που οδηγούν στον πόλεμο, στην πιο πρωτόγονη από όλες τις μορφές συγκρούσεων, παραμένουν άθικτοι. Ακόμη μία φορά δε η Ευρώπη, με τη Γερμανία οδηγό της, επιλέγει τον επανεξοπλισμό της – με έναν εξαιρετικά αφελή και επικίνδυνο τρόπο, εις βάρος της ειρήνης και της οικονομικής της ευημερίας.

Ακόμη χειρότερα, ένας Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ λέει ότι ακόμη και σήμερα, όπως οι παππούδες και οι πατέρες μας, πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για μία ένοπλη σύγκρουση – κάτι που δεν είναι μόνο κυνικό και άκρως επικίνδυνο αλλά, επιπλέον, τρομακτικά ανόητο. Μεταξύ άλλων επειδή προφανώς δεν έχει κατανοήσει ότι, η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει αλλάξει εντελώς την όποια λογική της σύγκρουσης, καθώς επίσης της διπλωματίας – ενώ η πολιτική απάντηση σήμερα πρέπει να είναι εντελώς διαφορετική, από ότι ήταν πριν από εκατό χρόνια.

Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, είμαστε αυτόπτες μάρτυρες μιας οπισθοδρόμησης της Ευρώπης στη δεκαετία του 1920 – μιας οπισθοδρόμησης που δύσκολα θα μπορούσε να είναι χειρότερη. Εν προκειμένω, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα στον τομέα της οικονομικής κατανόησης τα τελευταία εκατό χρόνια, οι περισσότεροι οικονομολόγοι και πολιτικοί μιλούν για την τρέχουσα κρίση, με έναν τρόπο που δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τις δηλώσεις τους πριν από έναν αιώνα – κάτι που είναι τρομακτικό, αφού τεκμηριώνει πως μία ολόκληρη ήπειρος είναι ανίκανη να μάθει από τις κρίσεις του παρελθόντος. Αντίθετα, ακολουθεί τυφλά τις στενόμυαλες εταιρικές ιδεολογίες που οδήγησαν στην καταστροφή τότε – χωρίς να έχει διδαχθεί απολύτως τίποτα.

Όλα αυτά παρά το ότι γνωρίζουμε σήμερα ότι, στην Ευρώπη η πνευματική αποτυχία των κυρίαρχων κύκλων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930, δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ σωστά – ενώ οι προικισμένες συνεισφορές των J.M. Keynes, M. Kalecki κλπ., απλώς απορρίφθηκαν ως άχρηστες θεωρίες.

Σε τελική ανάλυση δε, η επικρατούσα άποψη σήμερα, επέστρεψε στις απλουστευτικές ιδέες εκείνων που έφεραν την πνευματική ευθύνη για τη Μεγάλη Ύφεση – ενώ η Γερμανία επέστρεψε στην ανεύθυνη πολιτική του μερκαντιλισμού, της λιτότητας και του μισθολογικού dumping (ανάλυση).

Η επανάληψη του ίδιου λάθους

Συνεχίζοντας, το ίδιο κοινό νήμα διατρέχει όλες τις διαφορετικές κρίσεις των τελευταίων ετών και δεκαετιών: όσοι βρίσκονται στην πολιτική εξουσία, ανεξάρτητα από την κομματική τους τοποθέτηση, καταφεύγουν πάντοτε και αμέσως σε φαινομενικά απλές, προφανείς «λύσεις» – χωρίς να λαμβάνουν πραγματικά υπ’ όψιν τους τις στρατηγικές εναλλακτικές λύσεις που θα προέκυπταν, μετά από μια ψύχραιμη εξέταση διαφορετικών πολιτικών προσεγγίσεων.

Υπό αυτήν την προσέγγιση, η πρώτη επιλογή που φαίνεται καλύτερη, θεωρείται πάντα «σωστή» – ενώ επιβάλλεται, επειδή κανένας σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να παραδεχτεί ότι, μπορεί να κάνει λάθος.

Εν προκειμένω, η Ευρώπη επέτρεψε στον εαυτό της να εμπλακεί στη  στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας – έχοντας την αυταπάτη ότι, θα μπορούσε να καταστρέψει οικονομικά τη Ρωσία και απλά να την «νικήσουν» στρατιωτικά η Ουκρανία με τους συμμάχους της, χρησιμοποιώντας συμβατικά μέσα.

Το γεγονός αυτό αποτελεί ένα καθαρά ιστορικό λάθος – μία πρωτοφανή ανοησία. Γιατί; Επειδή ανεξάρτητα από το εάν κάποιος καταδικάζει ηθικά τις πολιτικές της Ρωσίας στη σύγκρουση, η οποία εξελίσσεται από τη δεκαετία του 2010 με τη συμμετοχή της Δύσης, θα έπρεπε πάντα να του είναι σαφές ότι, μια πυρηνική δύναμη δεν μπορεί απλά να ηττηθεί ή να καταστραφεί – εννοούμε χωρίς να εισέλθει σε μια κατάσταση όπου, για να αποτρέψει την ήττα, η πυρηνική δύναμη καταφεύγει στο πυρηνικό της χαρτί.

Μπορεί λοιπόν η στρατιωτική ηγεσία και το λόμπι των εταιριών πολεμικού εξοπλισμού να θέλουν να μας πείσουν για το αντίθετο, αλλά η προσπάθεια να νικηθεί μια πυρηνική δύναμη είναι ξεκάθαρα αυτοκτονική – ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ο στρατιωτικός εξοπλισμός της Ρωσίας είναι η άμεση συνέπεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, στον οποίο μια μικρή χώρα, για τελευταία φορά, επιτέθηκε και τραυμάτισε σοβαρά τη Ρωσία.

Μια ήρεμη και ρεαλιστική αξιολόγηση αυτού του γεγονότος, θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε μια δέσμευση για διπλωματική λύση – με τη χρήση όλων των διαθέσιμων πόρων, από την πρώτη ημέρα της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Θα ήταν καλύτερα πριν από αυτήν, αφού φαινόταν καθαρά το πώς θα εξελισσόταν – μεταξύ άλλων από την προσπάθεια των ΗΠΑ να τοποθετήσουν ως σφήνα μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας, την Ουκρανία (ανάλυση).

Εν προκειμένω, είναι δύσκολο να κατανοηθεί η σύμπραξη της Γερμανίας με τις ΗΠΑ στο θέμα της Ουκρανίας – όπως φάνηκε τόσο από τη συμμετοχή της στο πραξικόπημα του Maidan, όσο και από τις δηλώσεις της A. Merkel, σύμφωνα με τις οποίες οι συμφωνίες του Minsk είχαν μοναδικό στόχο να κερδηθεί χρόνος, για την προετοιμασία της Ουκρανίας για πόλεμο. Δύσκολο, επειδή η Γερμανία είχε μόνο να χάσει και τίποτε να κερδίσει – αφού θα έχανε την κινητήρια δύναμη της οικονομίας της, τη φθηνή ρωσική ενέργεια, την οποία πλήρωνε στην ουσία με τις εξαγωγές ακριβώς προϊόντων της στη χώρα.

Γιατί αλήθεια είχε επενδύσει στην κατασκευή των δύο Nord Stream που θα την μετέτρεπαν επιπλέον σε ενεργειακό κόμβο της Ευρώπης, εάν είχε αυτήν την πρόθεση; Είχε την αυταπάτη ότι θα κέρδιζε τον πόλεμο και θα ιδιοποιούταν τους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους; Δεν της είχε γίνει μάθημα το πάθημα του Χίτλερ;

Σε κάθε περίπτωση, για τη μικρή και πυκνοκατοικημένη Ευρώπη, ο κίνδυνος ενός πυρηνικού πολέμου είναι τόσο μεγάλος που απολύτως τίποτα δεν μπορεί να σταθμιστεί έναντι του ρίσκου μιας τέτοιας σύγκρουσης – ενώ ακόμη και πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια, ο κάθε υπεύθυνος πολιτικός κατανοούσε τη λογική των πυρηνικών δυνάμεων, βγάζοντας τα σωστά συμπεράσματα.

Θεωρείται αδιανόητο λοιπόν το ότι σήμερα, είναι τόσο ανεύθυνοι οι  πολιτικοί που μιλούν για μια αντιπαράθεση με μια πυρηνική δύναμη, σαν να επρόκειτο για κάτι εξαιρετικά απλό – ενώ θέλουν να πείσουν τους Πολίτες πως είναι σε θέση να κερδίσουν έναν τέτοιο πόλεμο.

Η ανοησία του συμβατικού εξοπλισμού

Περαιτέρω, ο συμβατικός επανεξοπλισμός της Ευρώπης είναι άσκοπος – αφού μόνο ένας ανόητος, τυφλός ή ιδιοτελής θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι, η Ρωσία διαθέτει τις στρατιωτικές δυνατότητες για να απειλήσει σοβαρά την Ευρώπη με συμβατικά όπλα τις επόμενες δεκαετίες. Πόσο μάλλον όταν, σύμφωνα με το ίδιο ανόητο αφήγημα, η Ρωσία θα έπρεπε να απέχει από τη χρήση πυρηνικών όπλων, ακόμη και σε περίπτωση επικείμενης ήττας της – αφού μόνο έτσι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο συμβατικός εξοπλισμός της Ευρώπης.

Επειδή λοιπόν αυτό το αφήγημα είναι ξεκάθαρα παράλογο, ο συμβατικός επανεξοπλισμός που αυξάνει την συμβατική υπεροχή της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ από δέκα έως είκοσι φορές, είναι εντελώς άσκοπος και υπερβολικά ακριβός – σημειώνοντας επιπλέον πως η ανώτερη συμβατική στρατιωτική ισχύς, απαιτεί ανώτερη οικονομική ισχύ.

Η Ρωσία όμως δεν θα επιτύχει την ανώτερη οικονομική της ισχύ ούτε σε εκατό χρόνια – αφού δρομολόγησε ένα είδος ελεύθερης οικονομίας της αγοράς μόλις τη δεκαετία του 1990. Εν τούτοις, τα βάρη των πρώτων χρόνων της μετατροπής της οικονομίας της, στην οποία η Δύση συνέβαλε σημαντικά με λανθασμένες συστάσεις οικονομικής πολιτικής είναι τόσο μεγάλα, που μια πραγματική ανάκαμψη είναι αδιανόητη.

Ειδικότερα, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Δύση επέβαλε ένα καταστροφικό οικονομικό δόγμα στην Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας – το οποίο όχι μόνο ήταν ακατάλληλο, αλλά προκάλεσε επιπλέον μία τεράστια οικονομική και πολιτική ζημία σε όλες αυτές τις χώρες, μαζί με το αίσθημα ότι είναι κράτη δεύτερης κατηγορίας.

Το αποτέλεσμα αυτών των λανθασμένων μεθόδων είναι ένας μεγάλος αριθμός κρατών που δεν θεωρούνται σήμερα αποτυχημένα, απλά και μόνο επειδή, μετά το άνοιγμα όλων των αγορών, μπόρεσαν να σπαταλήσουν τις πρώτες ύλες τους – ενώ το γεγονός αυτό, μαζί με τις προσπάθειες ιδιωτικοποίησης που ενορχηστρώθηκαν από τη Δύση, άνοιξε το δρόμο για μια εγχώρια ολιγαρχία. Μία ολιγαρχία που αρχικά χαιρετίστηκε από τη Δύση, ως «λύση» στο διαρθρωτικό πρόβλημα  τους – ενώ τελικά αποδείχθηκε μοιραία για τις αναπτυξιακές προοπτικές αυτών των χωρών.

Επιπλέον, αυτές οι πολύ ολιγαρχικές δομές (φυσικά συναντώνται και στην Ελλάδα), εμπόδισαν από την αρχή τη δημιουργία μίας λειτουργικής δημοκρατίας – επειδή υπάρχουν μόνο σε καθεστώτα που συμβιβάζονται με τους Ολιγάρχες. Η Δύση βέβαια εξακολουθεί να αρνείται να αναγνωρίσει αυτό το γεγονός – ενώ πριν τον πόλεμο της Ουκρανίας, οι δυτικές εταιρίες έκαναν ευχαρίστως συναλλαγές με τις εταιρείες των Ρώσων Ολιγαρχών και τους πουλούσαν τα είδη πολυτελείας τους.

Η απογοήτευση και οι διαψευσμένες ελπίδες, δεν περιορίζονται βέβαια μόνο στις πολιτικές σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης – αλλά, ακόμη χειρότερα, η Ανατολή αισθάνεται συλλογικά οικονομικά προδομένη. Πολλές μικρότερες χώρες δε εξακολουθούν να πιστεύουν ότι, υπάρχει μια απλή διέξοδος από τη δύσκολη θέση τους: η ένταξή τους στη Δύση, όπως άλλωστε φαίνεται από την πρόσφατη είσοδο της Βουλγαρίας στο ευρώ. Για την Ελλάδα πάντως δεν υπάρχει λόγος να γράψουμε τίποτα – αφού έχει βιώσει αντίστοιχες καταστάσεις με την Ανατολική Ευρώπη, ενώ είναι πια εντελώς εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, έχοντας καταντήσει τελευταία στην ΕΕ, πίσω ακόμη και από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Επιπλέον, η Ελλάδα είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από όλες αυτές τις χώρες όσον αφορά το δημόσιο χρέος της, το ιδιωτικό και το εξωτερικό – γεγονότα που σημαίνουν ότι, οι προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της είναι μηδενικές, αφού έχει χάσει πλέον όλες τις προϋποθέσεις, ενώ έχει ξεπουλήσει τα πάντα.

Όσον αφορά τώρα το οικονομικό χάσμα που έχουν οι περισσότερες  χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με τη Δύση, είναι τεράστιο – με θλιβερό παράδειγμα την Ανατολική Γερμανία όπου, παρά την άμεση και πλήρη ενσωμάτωση της στη Δυτική, καθώς επίσης τη στήριξη της με σχεδόν 1,5 τρις €, η οικονομία της εξακολουθεί να υστερεί, με μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αισθάνονται πως δεν ανήκουν πραγματικά κάπου.

Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη για την Ουκρανία και τη Ρωσία από τότε – αφού το κατά κεφαλήν εισόδημα στη Ρωσία έχει παραμείνει στάσιμο σε χαμηλό επίπεδο, ενώ της Ουκρανίας έχει υποχωρήσει σε ακόμη χαμηλότερο επίπεδο από τη Ρωσία μετά την οικονομική κρίση του 2008/2009 όταν, αντίθετα, η Κίνα έχει καταφέρει να βελτιώνει σταθερά τη θέση της σε σχέση με τις ΗΠΑ (γράφημα).

Σύμφωνα τώρα με τον πρώην πρωθυπουργό της Πολωνίας Λ. Μίλερ, το αφήγημα μίας ρωσικής επίθεσης στην Ευρώπη είναι απλά πολιτικά βολικό – επειδή τερματίζει τη συζήτηση, πειθαρχεί τους ψηφοφόρους και δικαιολογεί οποιαδήποτε απόφαση. Συμπλήρωσε δε την αναφορά του λέγοντας τα εξής:

«Εν τούτοις, αυτό το αφήγημα ως στρατηγική ανάλυση, είναι απλά γελοίο. Μπορείς να αποκαλέσεις τον Πούτιν με πολλούς τρόπους: εγκληματία, δικτάτορα, κακό, εισβολέα κλπ., αλλά σίγουρα όχι αυτοκτονικό. Ένα κράτος που αγωνίζεται να διεξάγει πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας και υφίσταται τεράστιες απώλειες κατά τη διάρκεια του, δεν προετοιμάζεται για μια μετωπική αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ – μια συμμαχία που είναι κατά πολύ ισχυρότερη στρατιωτικά και οικονομικά…

Σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεσία της ΕΕ φαίνεται ολοένα και πιο παράλογη. Αντί για ρεαλισμό, επιδεικνύει ηθικό πανικό. Αντί για ανάλυση ικανοτήτων, κλιμακούμενη ρητορική μίσους. Αντί για πολιτική, ανακοινώσεις γραμμένες σαν να επρόκειτο η Ευρώπη να πέσει θύμα ενός blitzkrieg. Η ΕΕ συμπεριφέρεται σαν ο εκφοβισμός του ίδιου του πληθυσμού της να είναι υποκατάστατο μιας στρατηγικής.

Το αποτέλεσμα; Γελοιότητα. Επειδή όσο πιο δυνατά επαναλαμβάνεται η θέση μιας αναπόφευκτης επίθεσης στην Πολωνία και τη Δύση, τόσο πιο εμφανές γίνεται το πνευματικό της κενό».

Από πυρηνικής άποψης πάντως, πρέπει να είμαστε ευτυχείς που η Ρωσία, με τα μέτρια συμβατικά της μέσα, κέρδισε ξεκάθαρα τη σύγκρουση στην Ουκρανία – ενώ το μόνο που απομένει είναι να αντιμετωπίσουμε διπλωματικά τα γεγονότα, έτσι ώστε να τερματισθούν επιτέλους οι δολοφονίες στην ανατολική Ουκρανία το συντομότερο δυνατό.

Η ευρωπαϊκή ανικανότητα

Συνεχίζοντας, σε ολόκληρη την Ευρώπη η άσκηση ουσιαστικής οικονομικής πολιτικής δεν είναι πλέον δυνατή – αφού, όπως σε κάθε κρίση των τελευταίων πενήντα ετών, υπάρχει ένα χαοτικό συνονθύλευμα «συνθημάτων» που δεν έχουν καμία σχέση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Το αποκορύφωμα της ανικανότητας συνέβη δε μόλις πριν λίγο χρονικό διάστημα – όταν η Γερμανία πίεσε την ΕΕ να διαπράξει τη μεγαλύτερη τραπεζική ληστεία της ιστορίας στο Βέλγιο. Εάν οι άλλοι Ευρωπαίοι και ιδιαίτερα το Βέλγιο (δυστυχώς η Ελλάδα ήταν ξανά απούσα) δεν είχαν αντισταθεί, η Ευρώπη θα είχε απαξιωθεί ως χρηματοοικονομικό κέντρο για τις επόμενες δεκαετίες – χωρίς το παραμικρό κέρδος, αφού θα έχανε σίγουρα τη δικαστική διαμάχη με τη Ρωσία.

Από την άλλη πλευρά, η πολιτική για το κλίμα την Ευρώπη διεξάγεται χωρίς καμία στρατηγική για το μέλλον. Ειδικότερα, εάν η διαδικασία σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων αποσκοπεί στην αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων τεχνολογιών, πρέπει να υπήρχαν σημεία αναφοράς που όμως δεν υπάρχουν – τα οποία να ενημερώνουν τους μηχανικούς, υπό ποιες συνθήκες θα εργάζονται σήμερα και σε δέκα ή είκοσι χρόνια.

Το κρίσιμο σημείο αναφοράς πάντως δεν μπορεί να είναι άλλο, από την τιμή των ορυκτών καυσίμων – όπου, εάν ήταν σαφές ότι, η παγκόσμια προσφορά τους θα μειωθεί και η τιμή τους θα αυξηθεί μακροπρόθεσμα, το τεχνολογικό «άνοιγμα» θα ήταν κάτι θετικό από πολλές απόψεις.

Εν τούτοις, δεν υπάρχει σαφήνεια σχετικά με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που υποχωρούν συνεχώς – ενώ η διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα στη Βραζιλία, απέτυχε ξανά να επιβάλει όριο στην προσφορά ορυκτών καυσίμων. Επομένως, το πετρέλαιο είναι για άλλη μια φορά απίστευτα φθηνό – ενώ, εκτός από μεγάλα σοκ, πιθανότατα θα παραμείνει έτσι για τα επόμενα χρόνια.

Σε πραγματικούς όρους δε, δηλαδή σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα των καταναλωτών, η τιμή του είναι εξωφρενικά χαμηλή. – οπότε, το εάν η Ευρώπη απαγορεύσει τους κινητήρες εσωτερικής καύσης ή όχι, είναι εντελώς άσχετο από παγκόσμια άποψη. Φθηνό πετρέλαιο θα καίγεται παντού στον κόσμο – τουλάχιστον όπου οι κυβερνήσεις δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ξεκινήσουν δαπανηρές ενεργειακές μεταβάσεις, με αβέβαια αποτελέσματα.

Όσο όμως υπάρχει φθηνό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, είναι αδύνατον να το ανταγωνισθούν οι πανάκριβες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – οι οποίες λειτουργούν εις βάρος των καταναλωτών, συνεχίζοντας να τους κάνουν όλο και πιο φτωχούς.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, από όλα τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι, μόνο μια πραγματικά μεγάλη κρίση θα μπορούσε να αναγκάσει την Ευρώπη να αλλάξει την καταστροφική της πορεία – η οποία μάλλον δεν είναι μακριά, αφού οι προφανείς αποπληθωριστικές τάσεις στην εξέλιξη των μισθών στα μεγάλα κράτη, καθώς επίσης οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που επιβάλλονται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, έχουν τη δυνατότητα να εκτροχιάσουν εντελώς την ήπειρο μας.

Εάν τώρα το ευρώ ανατιμηθεί περαιτέρω και χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για να μιμηθεί τους δασμούς του Τραμπ, παρά τα πλεονάσματα του ευρωπαϊκού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, θα ξεσπάσει ένας παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος – από τον οποίο η ΕΕ θα χάσει τα περισσότερα, επειδή δεν διαθέτει καμία στρατηγική για την τόνωση της εγχώριας ζήτησης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πάντως είναι ανίκανη σε αδιανόητο βαθμό – ενώ η ΕΚΤ που θα μπορούσε τουλάχιστον να προσφέρει κάποια ανακούφιση από την ισχυρή ανατίμηση, μειώνοντας τα επιτόκια (αντιμετωπίζοντας τόσο την ανοδική πίεση όσο και την ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης), ενεργεί σαν να μην έχει καμία ευθύνη.

Επιπλέον, η δημοσιονομική πολιτική είναι ανύπαρκτη, ενώ η  ΟΝΕ ήταν μεν μια καλή ιδέα, αλλά πρόκειται για έναν ελαττωματικό τεχνικό σχεδιασμό – παραμένοντας στελεχωμένη με προσωπικό που λειτουργεί σύμφωνα με τις γερμανικές αντιλήψεις για την οικονομική και δημοσιονομική πολιτική που είναι καταστροφικές.

Σε κάθε περίπτωση, η Ευρώπη δεν έχει τίποτα να προσφέρει εκτός από μια αυταπάτη ανταγωνιστικότητας – αφού έχει κατηγορηματικά δεσμευτεί στον μερκαντιλισμό. Σε μία πολιτική που μπορεί μεν να έχει επιτυχία σε μικρές, επιμέρους χώρες, αλλά όχι για μία ολόκληρη ήπειρο – αφού μία ήπειρος πρέπει να είναι σε θέση να αναπτυχθεί και να ευημερήσει, μέσω των δικών της προσπαθειών και όχι εις βάρος των εμπορικών της εταίρων.

Επομένως, δεν πρέπει να περιμένουμε καμία θετική εξέλιξη στην Ευρώπη στο επόμενο χρονικό διάστημα – απλά να ελπίζουμε ότι, θα ξεσπάσει μία οικονομική κρίση που θα αναγκάσει την ΕΕ να αλλάξει πορεία, προτού εξαθλιωθούν εντελώς οι Πολίτες της και πριν προκληθεί ένας ολέθριος πυρηνικός πόλεμος.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading