.
Με το εξωτερικό μας χρέος στα 567 δις €, δεν είναι δυνατόν να καθυστερούμε τη διάθεση των κοινοτικών χρημάτων για επενδύσεις – δυστυχώς όμως, ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός επιμένει να χρεώνει υψηλά επιτόκια για τα δάνεια που παρέχει η ΕΕ στις επιχειρήσεις που ενδιαφέρονται να επενδύσουν, παρά το ότι λαμβάνει τα χρήματα με χαμηλότερα επιτόκια! Το επόμενο πρόβλημα είναι βέβαια πως οι ελληνικές εταιρίες, όσες δεν διαπλέκονται, δεν εμπιστεύονται το κράτος – οπότε δεν παίρνουν τα ευρωπαϊκά δάνεια, επειδή δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση μαζί του.
.
Κοινοβουλευτική Εργασία
Στην προηγούμενη επιτροπή ακούσαμε με έκπληξη βουλευτή της ΝΔ να ισχυρίζεται ότι, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας δεν είναι υπερβολικά μεγάλο – υποθέτοντας πως για τον ίδιο δεν είναι ούτε το εμπορικό μας έλλειμμα.
Προφανώς λοιπόν δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο ότι, ο μοναδικός βιώσιμος τρόπος για να τα καταφέρουμε ως χώρα και όχι εις βάρος των Πολιτών της, είναι η κυρίως η μείωση των εισαγωγών, αλλά και η αύξηση των εξαγωγών – μέσω της αλλαγής του παραγωγικού και τουριστικού μας μοντέλου.
Δηλαδή, η ισοσκέλιση τόσο του εμπορικού μας ελλείματος που έχει εκτοξευθεί στα -34,6 δις το 2024 ή σχεδόν στο 15% του ΑΕΠ μας, ενώ συνεχίζεται το 2025 στα -19,57 δις το επτάμηνο, όσο και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών που διαμορφώθηκε στα -15,3 δις ή στο 6,4% του ΑΕΠ που είναι κάτι περισσότερο από επικίνδυνο.
Γιατί; Επειδή αυξάνει το εξωτερικό μας χρέος που στο πρώτο τρίμηνο του 2025 ήταν στα 567 δις, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά – ενώ γνωρίζουμε όλοι μας ότι, οι χώρες δεν χρεοκοπούν τόσο από το δημόσιο, όσο από το εξωτερικό χρέος.
Όσον αφορά δε το εμπορικό μας έλλειμμα, όλοι γνωρίζουμε ή οφείλουμε να γνωρίζουμε πως μειώνει ανάλογα το ΑΕΠ μας, αφού αποτελεί τον τέταρτο συντελεστή του – ενώ εάν είχαμε ισοσκελισμένο εμπορικό ισοζύγιο, όχι πλεόνασμα όπως άλλες χώρες αλλά απλά ισοσκελισμένο, τότε το ΑΕΠ μας το 2024 θα αυξανόταν αυτόματα στα 272,2 δις από 237,6 δις, ενώ τα δημόσια έσοδα κατά 10 δις χωρίς υπερφορολόγηση.
Κάτι τέτοιο απαιτεί φυσικά παραγωγικές και καινοτόμες επενδύσεις, οι προϋποθέσεις των οποίων είναι γνωστές, αλλά δεν τις δρομολογεί η κυβέρνηση – ενώ μόνο μέσω αυτών των επενδύσεων αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, οπότε οι μισθοί, οι εξαγωγές, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας κλπ.
Δυστυχώς, ορισμένες μόνο χώρες καταλαβαίνουν τη σημασία των πλεονασμάτων των ισοζυγίων για την οικονομία τους – στις οποίες δεν ανήκει όπως φαίνεται η Ελλάδα.
Οι χώρες που το καταλαβαίνουν στην Ευρώπη είναι κυρίως η Γερμανία (με +5,7% του ΑΕΠ της πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών), η Ολλανδία (+9,1%), η Ελβετία (+5,1%), η Δανία (+12,1%), η Σουηδία (+6%) και η Νορβηγία (+16,7%) – η Ιρλανδία επίσης (17,2%), αλλά για διαφορετικούς λόγους.
Ένα δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί, είναι η ύπαρξη ελάχιστων τραπεζών που στην ουσία δανείζουν μόνο όσους δεν χρειάζονται δανεικά – ενώ απαιτούν παράλογες εγγυήσεις, με εξαίρεση βέβαια τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που οφείλουν μαζί πάνω από 1 δις.
Ειδικότερα, η Αυστρία έχει πάνω από 400 τράπεζες, ενώ η Ελλάδα κάτω από 15 και στην ουσία 4 αφελληνισμένες συστημικές – οι οποίες κυριαρχούν στην αγορά, λειτουργούν ως καρτέλ, ο ανταγωνισμός είναι ανύπαρκτος και επιβάλουν καταχρηστικά τους όρους τους.
Ένα τρίτο πρόβλημα είναι το ότι υπάρχουν 1 εκ. ακίνητα στη χώρα παροπλισμένα, εν μέσω στεγαστικής κρίσης – τα περισσότερα εκ των οποίων είναι στα χέρια του κράτους λόγω αποποιήσεων και των servicers, μπλοκαρισμένα λόγω μη πληρωμών ΕΝΦΙΑ εκ μέρους των servicers.
Παράλληλα φυσικά με την απαράδεκτη μη ύπαρξη ΑΦΜ για τα ασύδοτα funds – με την έδρα τους σε φορολογικούς παραδείσους που δεν μπορεί να αγγίξει ούτε η ευρωπαϊκή εισαγγελία.
Παρά τώρα τα όσα ισχυρίσθηκε ο αναπληρωτής υπουργός στην επιτροπή, το Ταμείο Ανάκαμψης δεν λειτουργεί αποτελεσματικά – ενώ το μόνο που δεν χρειάζεται, είναι η μονάδα δημοσιότητας του άρθρου 29 του νομοσχεδίου.
Δηλαδή, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της επικοινωνιακής στρατηγικής για τις δράσεις του – με απλά λόγια, η προπαγάνδα.
Το πρόβλημα του είναι η πολύ χαμηλή πραγματική απορρόφηση των κοινοτικών ενισχύσεων η οποία, σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη, ανερχόταν στα τέλη Ιουνίου μόλις στο 36%, ένα έτος περίπου πριν την ολοκλήρωσή του – στο 49% των επιδοτήσεων και στο 22% των δανείων.
Από το σύνολο δε των 373 Οροσήμων και Στόχων, ολοκληρωμένο είναι μόλις το 37% – ενώ απομένει προς εκπλήρωση ένα ποσοστό της τάξης του 63%.
Ειδικότερα, οι συνολικοί πόροι του ανέρχονται σε 36 δις € – ενώ οι εισροές, οι εκταμιεύσεις δηλαδή από την ΕΕ προς τη χώρα μας, ανέρχονται στα 21,3 δις €. Καταγράφεται δε η παρακάτω απογοητευτική δυναμική:
(α) Το ύψος των πόρων που λιμνάζουν, δηλαδή το ύψος των πόρων που έχει στη διάθεσή της η χώρα και δεν έχουν ενεργοποιηθεί μέσω δράσεων και προγραμμάτων, ανέρχεται σε 4,1 δις €.
(β) Το σύνολο των πληρωμών (δαπανών) ανέρχεται σε 17,3 δις € και αντιστοιχεί σε λογιστική απορρόφηση 48%.
(γ) Οι λογιστικές πληρωμές (δαπάνες), οι οποίες αφορούν απλές ενδιάμεσες μεταφορές χρημάτων χωρίς επίπτωση στην πραγματική οικονομία και στον υπολογισμό του ΑΕΠ, ανέρχονται σε 4,5 δις €
(δ) Οι πραγματικές δαπάνες, οι πληρωμές, δηλαδή, προς τελικούς δικαιούχους, ανέρχονται σε 12,8 δις € – γεγονός που συνεπάγεται πραγματική απορρόφηση 36%.
Αυτά τα προβλήματα λοιπόν πρέπει να επιλυθούν και όχι η δημιουργία γραφείου προπαγάνδας – κάτι που επείγει, αφού ήδη ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας μας επιβραδύνεται, όπως φάνηκε από το δεύτερο τρίμηνο.
Από την άλλη πλευρά, όλοι διαβάσαμε την πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ – σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είχε την τρίτη χειρότερη επίδοση στο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, με μείον 1,9% το πρώτο τρίμηνο του 2025.
Ακόμη χειρότερα, με 84 μονάδες βάσης, από 100 μονάδες το 2007, γεγονός που σημαίνει ότι, έχει χαθεί 16% εισόδημα έκτοτε – όταν στην τελευταία, στην Πορτογαλία που επίσης χρεοκόπησε, είναι στις 117 μονάδες.
Επομένως το εισόδημα των Πορτογάλων μειώθηκε μεν το πρώτο τρίμηνο, αλλά έχει αυξηθεί κατά 17% από το 2007 – υπερκαλύπτοντας τις απώλειες της περιόδου της οικονομικής κρίσης, όταν το δικό μας είναι 16% λιγότερο και 33 μονάδες πίσω από της Πορτογαλίας.
Τέλος, η απόκλιση μας όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το διαθέσιμο εισόδημα, είναι τεράστια – τόσο με το μέσο της ΕΕ, όσο και του ΟΟΣΑ, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.
Εάν παρ’ όλα αυτά η ΝΔ επιμένει πως η Ελλάδα πηγαίνει καλά, κάπου έχει πρόβλημα – πόσο μάλλον όταν το χρέος της κεντρικής διοίκησης αυξήθηκε από 356 δις το 2019 στα 403 δις πρόσφατα, κατά σχεδόν 50 δις δηλαδή, χωρίς καν να προστεθούν τα 12,5 δις των τόκων του δανείου του EFSF, όπως επίσης θα καταθέσουμε στα πρακτικά.
Ειπώθηκαν φυσικά πολλές άλλες ανακρίβειες, αλλά πρέπει να αναφερθούμε και σε κάποια άρθρα – αφήνοντας τες για την επόμενη φορά.
Στο άρθρο 4 έχουμε ήδη τονίσει ότι, είναι προβληματική η θέσπιση αμοιβής επίτευξης στόχων στο Δημόσιο – πολύ περισσότερο, επειδή δεν αναφέρονται οι στόχοι.
Το δε ΓΛΚ έχει ήδη ποσοτικοποιήσει το ποσόν, σαν να είναι γνωστή η επίδοση – οπότε μάλλον πρόκειται για μία έμμεση αύξηση, όπως με τα επιδόματα.
Θεωρούμε επιπλέον πως είναι ένα κακό προηγούμενο που διαπιστώσαμε και στις εργολαβίες – όπως στο σκανδαλώδες πριμ επίσπευσης του Πάτρα/Πύργος ύψους 104 εκ.
Το πριμ αυτό δόθηκε στην ίδια την παραχωρησιούχο της Ολυμπίας Οδού, αν είναι δυνατόν, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά – ενώ το επικοινώνησε η κυβέρνηση ως επίτευγμα.
Σε κάθε περίπτωση, πώς κάποιος δεν μπορεί να σκεφθεί ότι, τόσο οι ιδιώτες, όσο και οι δημόσιοι υπάλληλοι καθυστερούν σκόπιμα, έτσι ώστε να πάρουν το πριμ απόδοσης και επίσπευσης; Ή όπου δεν θέλουν ή δεν δίνεται πριμ να λιμνάζουν τα έργα, όπως με την αμαρτωλή σύμβαση 717 και τα Τέμπη;
Αντίστοιχα τώρα με το άρθρο 4, έτσι και το άρθρο 6 ελαστικοποιεί το καθεστώς ολοκλήρωσης έργων ΣΔΙΤ/ΕΣΠΑ και παραχώρησης στα κατασκευαστικά καρτέλ – αφού αποδεσμεύονται από τις προθεσμίες 18 μηνών, για να ληφθούν οι νομικές δεσμεύσεις και ενέργειες τεχνικής βοήθειας.
Θα δεχθεί αλήθεια η ΕΕ αυτές τις καθυστερήσεις; Όπως και να είναι, το άρθρο διαψεύδει τα περί μεταρρυθμίσεων, ψηφιοποίησης, Επιτελικού Κράτους, εισόδου ιδιωτών στις δημόσιες συμβάσεις κοκ. – αφού συνεχίζεται το καθεστώς ασυδοσίας, όταν αντίθετα μικρές επιχειρήσεις επιβαρύνονται με γραφειοκρατία και προθεσμίες, γεγονός που θεωρούμε απαράδεκτο.
Πόσο μάλλον όταν τα προγράμματα ΣΔΙΤ είναι αντικείμενο κριτικής διεθνώς – ενώ σε άλλες περιπτώσεις έργων, χρειάζεται τουλάχιστον ειδική απόφαση για να συνεχιστούν.
Με το άρθρο 7, ουσιαστικά δίνεται λευκή επιταγή για τη δημιουργία ενός στρατού «ειδικών» που ενδεχομένως χρειάζονται για τη στελέχωση περιφερειακών τεχνικών υπηρεσιών – αλλά μπορεί κάλλιστα να αφορούν κομματικές εξυπηρετήσεις.
Τα στοιχεία που μας παρέχονται εδώ, δεν μας επιτρέπουν να έχουμε σαφή άποψη, οπότε λογικά είμαστε πολύ επιφυλακτικοί – πόσο μάλλον όταν έχουν έλθει στην επιφάνεια τόσα σκάνδαλα αναποτελεσματικότητας, αδιαφάνειας και συνδιαλλαγής, όπως πρόσφατα του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το άρθρο 11 αφορά τις αποφάσεις για τη μετακίνηση προσωπικού στις ειδικές υπηρεσίες της Εθνικής Αρχής Συντονισμού του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίες υπογράφονται από τον Γενικό Γραμματέα ΕΣΠΑ του Υπουργείου – όπου, ως κομματικό πρόσωπο, υπάρχει θέμα αντικειμενικότητας, οπότε επίσης επιφυλασσόμαστε.
Με το άρθρο 12, θεσπίζεται η διαδικασία επιστροφής αδιάθετων ποσών των Αναπτυξιακών προγραμμάτων στην ΕΕ, μέσω της εκάστοτε Διαχειριστικής Αρχής στην Ελλάδα – ενώ, εάν δεν είναι δυνατόν, τα καλύπτει η χώρα μας.
Πρόκειται για ένα θέμα, ανάλογο με αυτό του Υπουργείου Ανάπτυξης – όπου ο υπουργός δήλωσε πως θα διεκδικήσει 500 εκ. από ΕΣΠΑ που δεν ολοκληρώθηκαν εδώ και 20 χρόνια, ενώ εμείς εύλογα αναρωτηθήκαμε πού θα τα βρει.
Έχουν ζητηθεί τα αδιάθετα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 12 πίσω από την ΕΕ; Συμπεριλαμβάνονται και έργα INTERREG; Θα πρέπει να τα καταβάλλουμε εμείς, εάν δεν βρεθούν οι παραλήπτες ή εάν δεν μπορούν να τα καλύψουν;
Δεν υπάρχει πάντως κοστολόγηση από το ΓΛΚ – οπότε θεωρούμε κ. υπουργέ ότι, είσαστε υποχρεωμένος να μας δώσετε άμεσα απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα μας, ευχόμενοι να μην πρόκειται για ένα ακόμη σκάνδαλο των τελευταίων κυβερνήσεων μας.
Στο άρθρο 13, δεν καταλάβαμε γιατί γίνεται η αλλαγή, ούτε εάν υπάρχουν ρήτρες στους προμηθευτές – έτσι ώστε να γίνει η μετάβαση σε αυτό το κόστος και χωρίς επιβάρυνση των χρηστών. Θερμή παράκληση λοιπόν να μας το διευκρινίσετε.
Στο άρθρο 15, εκτός του ότι δεν υπάρχει κοστολόγηση από το ΓΛΚ, είμαστε αντίθετοι στη χρησιμοποίηση ιδιωτών σε έργα που αφορούν το δημόσιο – ειδικά εάν υπάρχει αοριστία στις εξουσίες του Υπουργού να χειριστεί αυτές τις δαπάνες.
Με το άρθρο 16, παρατείνεται μεταξύ άλλων η προθεσμία για την επιλογή και τοποθέτηση των προϊσταμένων των Ειδικών Υπηρεσιών, η οποία λήγει στις 31.12.2025 – ενώ θα αξιολογηθούν από τις ίδιες επιτροπές.
Επομένως, εάν υπάρχουν αναποτελεσματικότητα, ανεπάρκεια και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, θα κριθούν από τους ίδιους που επέλεξαν του υπευθύνους.
Δεν ακούγεται αλήθεια ψευδεπίγραφο, όπως αυτά που λέει ο πρωθυπουργός για χρόνιες παθογένειες; Ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αυτή η αοριστία, όταν πολλά προγράμματα καθυστερούν.
Κλείνοντας με το άρθρο 18, εισάγονται κατά παρέκκλιση διαδικασίες μετακίνησης προσωπικού, στην Κεντρική Υπηρεσία της ΜΟΔ ΑΕ – στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 21, μπορεί να αλλάξουν οι ανάγκες σε προσωπικό.
Αυτό και μόνο αναιρεί τα σχετικά με μεταρρυθμίσεις, επειδή συνεχίζεται η ειδική μεταχείριση και η ύπαρξη υπαλλήλων 2 ταχυτήτων – αφού οι σχετικές μετακινήσεις και αποσπάσεις μέχρι την 31.12.29, θα πραγματοποιούνται με κοινή απόφαση του αρμοδίου για το ΕΣΠΑ Υπουργού και του αρμοδίου Υπουργού του φορέα προέλευσης.
Κατόπιν αίτησης βέβαια των ενδιαφερομένων υπαλλήλων – χωρίς όμως να απαιτείται απόφαση ή σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Υπηρεσιακών Συμβουλίων ή του αρμοδίου οργάνου διοίκησης του φορέα προέλευσης.
Φυσικά είναι αναγκαία η στελέχωση των υπηρεσιών για την προώθηση των έργων. Η μετακίνηση όμως είναι μεν ικανή, αλλά όχι και αναγκαία συνθήκη εξασφάλισης του επιθυμητού αποτελέσματος, όταν δεν υπάρχει διαφάνεια, αξιοκρατία κλπ. – κάτι για το οποίο η κυβέρνηση είναι ήδη υπόλογη, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του σταθμάρχη στα Τέμπη.

