Το κενό ζήτησης και η λογική Trump – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το κενό ζήτησης και η λογική Trump

.

Για να υπάρχει ανάπτυξη και για να αποφεύγεται η ύφεση με την ανεργία που τη συνοδεύει, πρέπει να αυξάνεται είτε η εγχώρια ζήτηση (=ιδιωτική κατανάλωση), είτε η ξένη (=εξαγωγές), είτε να χρεώνονται οι επιχειρήσεις – τουλάχιστον σε ένα βαθμό που να καλύπτει το κενό ζήτησης που δημιουργούν οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, εάν οι επιχειρήσεις δεν χρεώνονται και μετατρέπονται σε καθαρούς αποταμιευτές, καθώς επίσης εάν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι ελλειμματικό,  τότε είναι υποχρεωμένο να επέμβει το κράτος – με ανάλογα ελλείμματα στον προϋπολογισμό του που όμως αυξάνουν το δημόσιο χρέος. Όσον αφορά τώρα την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη μπορεί να αποτρέψει την αύξηση του δημοσίου χρέους, είναι αφελής – αφού για να συμβεί κάτι τέτοιο, ο ρυθμός ανάπτυξης θα πρέπει να υπερβαίνει το χάσμα ζήτησης που δημιουργείται από τις αποταμιεύσεις, καθώς επίσης από τυχόν ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

.

Ανάλυση

Μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι θέλει για το νομοθετικό πακέτο του Trump, με το οποίο διαφώνησε ο Musk και αποχώρησε – ειδικά όσον αφορά τις επιπτώσεις του στην ήδη άνιση αναδιανομή των αμερικανικών εισοδημάτων, οι οποίες θα είναι τρομακτικές. Σε σχέση όμως με τις συνέπειες του για το δημόσιο χρέος, είναι ούτως ή άλλως αναπόφευκτες – είτε εφαρμοσθεί δηλαδή, είτε όχι.

Ειδικότερα, ένας απλός αλλά αδιάσειστος υπολογισμός τεκμηριώνει ότι, ο λόγος του δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ της τάξης του 200% θα επιτευχθεί στις ΗΠΑ πολύ πριν το 2040 – σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τις σχεδιαζόμενες «υπερβολές χρέους» του Trump. Οι αιτίες δε είναι οι εξής:

(α) Το ποσοστό αποταμίευσης των αμερικανικών νοικοκυριών ανέρχεται σήμερα στο 4% περίπου του ΑΕΠ – ενώ οι αμερικανικές εταιρίες έχουν επίσης θετικό ποσοστό αποταμίευσης που κυμαίνεται μεν, αλλά ο μέσος όρος του είναι στο 1% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Από τα δύο αυτά μεγέθη συμπεραίνεται λοιπόν ότι, αφαιρείται ζήτηση από την οικονομία των ΗΠΑ, ύψους περί το 5% – οπότε, για να υπάρξει ανάπτυξη, πρέπει κάποιος να συμπληρώσει αυτό το κενό ζήτησης.

(β) Στην παραπάνω απώλεια ζήτησης, προστίθεται το έλλειμμα του αμερικανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ύψους περί το 3% του ΑΕΠ – αφού σημαίνει ότι, οι ξένες χώρες αποταμιεύουν εις βάρος των ΗΠΑ ή, καλύτερα,  αφαιρούν στην ουσία ζήτηση από τις ΗΠΑ.

Συνολικά λοιπόν, λείπει ζήτηση κάθε χρόνο από τις ΗΠΑ της τάξης του 8% του ΑΕΠ ή περισσότερο από 2 τρις $ – οπότε το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς πρέπει να χειριστεί η αμερικανική κυβέρνηση το πρόβλημα.

Εν προκειμένω, εάν υποθέσουμε πως ο πρωταρχικός στόχος κάθε εκλεγμένου προέδρου είναι η αποφυγή υφέσεων και της αυξανόμενης ανεργίας που προκαλούν, θα πρέπει να «κλείσει» το χάσμα της ζήτησης – να καλύψει δηλαδή το κενό που προκύπτει από την αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς επίσης από το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Για να το επιτύχει τώρα, οφείλει να επέμβει το κράτος – γεγονός που σημαίνει ότι, το δημόσιο θα πρέπει να έχει έλλειμμα 8% κάθε χρόνο, απλά και μόνο για να καλύψει το κενό ζήτησης. Αυτό το 8% βέβαια, είναι το ελάχιστο που απαιτείται για να αποφευχθεί μία ύφεση – χωρίς να γνωρίζει κανείς εάν είναι αρκετό για να επιτευχθεί ανάπτυξη.

Στα πλαίσια αυτά, ο Trump προσπαθεί να μετριάσει το πρόβλημα, δηλαδή να περιορίσει το κενό ζήτησης, δρομολογώντας δασμούς – με στόχο τη μείωση του ελλείματος τρεχουσών συναλλαγών. Εάν τα καταφέρει λοιπόν να το ισοσκελίσει, τότε το 3% δεν θα προστίθεται πια στο 4% και στο 1% – οπότε το κενό ζήτησης θα περιορισθεί στο 5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο.

Το χρέος/ΑΕΠ

Συνεχίζοντας, με ένα τρέχων κρατικό έλλειμμα 8% και με μία (καθαρά πλασματική στην ουσία) ανάπτυξη 2,5%, ο αμερικανικός δείκτης δημόσιο χρέος/ΑΕΠ θα υπερβεί το 250% έως το 2040 – ενώ εάν η ανάπτυξη διαμορφωθεί χαμηλότερα, υποθετικά στο 1,5%, ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ θα ξεπεράσει το 300% έως το 2040.

Εν τούτοις, εάν οι δασμοί πετύχουν τον ισοσκελισμό του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το κρατικό έλλειμμα θα μειωθεί στο 5% – οπότε, με ανάπτυξη 2,5% ο δείκτης δημόσιο χρέος/ΑΕΠ θα διαμορφωθεί λίγο χαμηλότερα από το 170% το 2040 και θα φτάσει στο 250% περί το 2055.

Σημαίνουν αλήθεια τα παραπάνω ότι, η αμερικανική οικονομία θα καταρρεύσει όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, επίσης ο Musk; Επειδή ο Trump κάνει αυτό ακριβώς, για το οποίο έχει εκλεγεί; Δηλαδή να διασφαλίζει ότι, η οικονομία των ΗΠΑ παραμένει σε θετική αναπτυξιακή πορεία και επιτυγχάνεται η πλήρης απασχόληση;

Με κριτήριο τη συμπεριφορά των αγορών, δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο – αφού το μακροπρόθεσμο επιτόκιο, δηλαδή των δεκαετών ομολόγων, είναι πολύ κοντά στο βραχυπρόθεσμο, όπως άλλωστε και στην ΕΕ. Εν προκειμένω, εάν υπήρχε φόβος κατάρρευσης της οικονομίας των ΗΠΑ και αθέτησης πληρωμών των αμερικανικών ομολόγων, το μακροπρόθεσμο επιτόκιο θα έπρεπε να είναι πολύ υψηλότερο από το βραχυπρόθεσμο – τουλάχιστον σε σύγκριση με την Ευρώπη.

Το γεγονός δε ότι, το επιτόκιο των ΗΠΑ είναι υψηλότερο από την ΕΕ δεν έχει καμία σχέση – αφού απλά αντανακλά τις διαφορετικές νομισματικές πολιτικές. Δηλαδή το ότι, η αμερικανική νομισματική πολιτική διατηρεί το επιτόκιο υψηλότερα, επειδή η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή και έχει επιτευχθεί η πλήρης απασχόληση – ενώ στην Ευρώπη δεν ισχύει τίποτα από τα δύο.

Το κρίσιμο πρόβλημα

Περαιτέρω, το μεγάλο πρόβλημα που δεν υπήρχε στο παρελθόν, είναι η τάση των εταιριών να εξοικονομούν χρήματα και να αποταμιεύουν – αυξάνοντας το κενό ζήτησης, λόγω της φυσιολογικής αποταμίευσης των νοικοκυριών.

Πίσω από αυτήν την τάση των εταιριών δε, ευρίσκεται προφανώς το γεγονός της δημιουργίας τεράστιων πολυεθνικών ομίλων και των Ολιγοπωλίων που έχουν ως αποτέλεσμα – οπότε κερδίζουν τεράστια ποσά χρημάτων που τους επιτρέπουν πια να δανείζονται λιγότερο και να είναι καθαροί αποταμιευτές.

Εάν λοιπόν δεν βρεθεί λύση για αυτές τις επιχειρήσεις, όπου η μείωση των εταιρικών φόρων είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που θα έπρεπε αν γίνει, η οικονομία της αγοράς μακροπρόθεσμα όχι μόνο θα ελέγχεται από το κράτος, αλλά και θα πρέπει να στηρίζεται συνεχώς, για να επιτυγχάνεται ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας – κάτι που φυσικά θα έχει ημερομηνία λήξης, ανάλογη με το ανώτατο ύψος του δημοσίου χρέους/ΑΕΠ που θα επιτρέπουν οι αγορές  να υπάρχει σε κάθε χώρα. Έτσι βέβαια ο φιλελευθερισμός θα αποτελέσει παρελθόν – ενώ οι χρεοκοπίες θα είναι πολύ συχνότερες.

Όσον αφορά τώρα την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη μπορεί να αποτρέψει την αύξηση του δημοσίου χρέους, είναι αφελής – αφού για να συμβεί κάτι τέτοιο, ο ρυθμός ανάπτυξης θα πρέπει να υπερβαίνει το χάσμα ζήτησης που δημιουργείται από τις αποταμιεύσεις (καθώς επίσης από τυχόν ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).

Είναι βέβαια δυνατόν, αν και κατ’ εξαίρεση, εάν μία χώρα καταφέρει να μειώσει το δικό της χάσμα αποταμιεύσεων και το κενό ζήτησης που προκαλεί, μέσω πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – εις βάρος των άλλων βέβαια, αφού τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου.

Η Γερμανία το κατάφερε στη χρυσή εποχή του Β. Σόιμπλε, εκμεταλλευόμενη την ευρωπαϊκή κρίση χρέους του 2010 που η ίδια πυροδότησε μέσω της Ελλάδας, επιτυγχάνοντας πλεονάσματα έως και 8% του ΑΕΠ της – όπως το καταφέρνουν η Ολλανδία (9,1% το 2024), η Δανία (12,1% το 2024), η Νορβηγία (16,7% το 2024) κλπ.

Από τις αντιδράσεις όμως απέναντι στη δασμολογική πολιτική Trump φαίνεται ότι, οι άλλες χώρες δεν είναι πλέον τόσο ανόητες, όπως οι ΗΠΑ ή αρκετές ευρωπαϊκές στο παρελθόν και ειδικά ο νότος – με εξαίρεση την Ελλάδα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της οποίας εκτοξεύθηκε ξανά στο 6,4% το 2024 και συνεχίζει να αυξάνεται το 2025.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, προς το παρόν το χάσμα ζήτησης έχει καλυφθεί με τα 50,5 δις € που σπατάλησε το κράτος στην πανδημία, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος ανάλογα, με την αρνητική αποταμίευση (όπου στην ουσία χρεώνονται τα νοικοκυριά ή/και πουλούν τα σπίτια τους για να καταναλώσουν), καθώς επίσης με την αύξηση των εταιρικών χρεών – ενώ για ένα μικρό διάστημα ακόμη, θα βοηθήσουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στην ουσία δε για να μειωθεί το δημόσιο χρέος, θα πρέπει ο ρυθμός ανάπτυξης να είναι υψηλότερος από το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μείον το ποσοστό των αρνητικών αποταμιεύσεων, μείον το ποσοστό των καθαρών χρεών των εταιριών – κάτι που γίνεται όλο και πιο δύσκολο, όσο αυξάνεται το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

Επειδή τώρα τα εταιρικά χρέη δημιουργούνται κυρίως για τη διενέργεια λανθασμένων επενδύσεων, όπως για παράδειγμα στις ΑΠΕ (στις οποίες είναι πολύ εκτεθειμένες οι τράπεζες!), ή μη παραγωγικών, όπως τα ακίνητα, γεγονός που τεκμηριώνεται από το τεράστιο εμπορικό μας έλλειμμα, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διογκώνεται και τα χρήματα του Ταμείου Ανάπτυξης σπαταλούνται και τελειώνουν, η ανάπτυξη έχει ημερομηνία λήξης – με την επόμενη κρίση που θα ξεσπάσει ξαφνικά προ των πυλών.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading