.

Μπορεί ο πληθωρισμός να έχει ωφελήσει βραχυπρόθεσμα το δημόσιο, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες, διευκολύνοντας την αναδιανομή των εισοδημάτων από τα κάτω προς τα επάνω αλλά, εάν συνεχισθεί όπως δυστυχώς φαίνεται, θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ – αφού θα είναι αδύνατον να εισπραχθούν φόροι από μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και των επιχειρήσεων, θα υπάρξουν χρεοκοπίες, θα δημιουργηθεί μία νέα γενιά κόκκινων δανείων, θα περιορισθεί η ζήτηση, θα υπάρξουν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές κοκ. Επειδή δε κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει σε άλλες χώρες, ειδικά στην Ευρώπη, με τη Γερμανία και την Ιταλία λόγω ενέργειας στο μάτι του κυκλώνα (οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν μειωθεί μεν, αλλά είναι περί το 50% υψηλότερες από το 2020 – στην Ιταλία το 48% της παραγωγής ηλεκτρικού βασίζεται στο φυσικό αέριο), ας μην είμαστε καθόλου σίγουροι για τον τουρισμό των επομένων ετών – πόσο μάλλον με τα γεωπολιτικά προβλήματα να έχουν κλιμακωθεί.
.
Άποψη
Τα δύο μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας σήμερα είναι το δημόσιο χρέος και ο πληθωρισμός. Ξεκινώντας από το πρώτο, όταν το χρέος χρησιμοποιείται παραγωγικά, τότε οι τόκοι και το κεφάλαιο του υπερκαλύπτονται από τα υψηλότερα κέρδη και από τη διατηρήσιμη οικονομική δραστηριότητα – οπότε το εισόδημα που είναι πέραν του κόστους του χρέους, οδηγεί στην ευημερία ενός Έθνους.
Αντίθετα, όταν το χρέος χρησιμοποιείται μη παραγωγικά, τότε μπορεί μεν να προκαλέσει μία «σπίθα» οικονομικής δραστηριότητας και ανάπτυξης, αλλά αποφέρει ελάχιστο έως καθόλου εισόδημα για την εξυπηρέτηση του στο μέλλον. Τελικά προκαλεί έναν αντίθετο «οικονομικό άνεμο» – αφού η μελλοντική εξυπηρέτηση του αντικαθιστά τις παραγωγικές επενδύσεις ή/και την κατανάλωση.
Εν προκειμένω, είναι φανερό πως η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το μη παραγωγικό χρέος του παρελθόντος – ενώ, με δεδομένο το ότι το χρέος των ετών από το 2020 έως το 2022, ως αποτέλεσμα των υπέρογκων ελλειμμάτων από το λάθος των lockdowns, χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα για παραγωγικούς σκοπούς, ο αντίθετος «οικονομικός άνεμος» τα επόμενα χρόνια είναι κάτι περισσότερο από βέβαιος.
Ο πληθωρισμός
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, είναι σωστό πως οι συνέπειες του στην οικονομία εξαρτώνται από τα εξής: (α) από το εάν είναι προβλέψιμος – εάν δηλαδή εξελίσσεται σύμφωνα με τις προβλέψεις και (β) εάν η οικονομία είναι πλήρως τιμαριθμοποιημένη – δηλαδή, εάν υπάρχει μία συνεχής προσαρμογή των μισθών, των συντάξεων, των τιμών ή άλλων αξιών, σε άλλες τιμές ή στο σύνθετο δείκτη τιμών.
Στην περίπτωση τώρα που ο πληθωρισμός είναι προβλέψιμος και η οικονομία είναι πλήρως τιμαριθμοποιημένη, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα – αφού το σύνολο της οικονομίας (=προϊόντα, υπηρεσίες, πάγια, μισθοί, συντάξεις, φόροι), προσαρμόζεται στις νέες τιμές.
Αντίθετα, στην περίπτωση του απρόβλεπτου πληθωρισμού και της απουσίας πλήρους τιμαριθμοποίησης, η προσαρμογή των τιμών είναι δύσκολη – με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν νομοτελειακή και αναπόφευκτη η αναδιανομή των εισοδημάτων, καθώς επίσης των συντελεστών παραγωγής, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.
Συνεχίζοντας, ο απρόβλεπτος πληθωρισμός σε συνθήκες απουσίας πλήρους τιμαριθμοποίησης, στήριξε σε μεγάλο βαθμό τα δημόσια έσοδα της χώρας μας, μειώνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα – ενώ παράλληλα μείωσε το ονομαστικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του πληθωριστικού ΑΕΠ. Έτσι, κατέστησε ευκολότερο το δανεισμό του κράτους μας – βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις πιστοληπτικές του αξιολογήσεις.
Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, ο πληθωρισμός ωφέλησε σημαντικά τις μεγαλύτερες – ειδικά εκείνες που λειτουργούν ως καρτέλ, που έχουν ορθολογική διάρθρωση των κεφαλαίων, των παγίων και των συμβολαίων, τα οποία έχουν υπογράψει με τους προμηθευτές τους, διαθέτοντας παράλληλα προϊόντα με μια σχετικά ανελαστική ζήτηση, όπως είναι η ενέργεια. Έτσι αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό η κερδοφορία τους (γράφημα) – σε αντίθεση με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν είχαν τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Σε σχέση με τις τράπεζες, ο πληθωρισμός μείωσε τις υποχρεώσεις τους, όπως είναι κυρίως οι καταθέσεις – ενώ η άνοδος των βασικών επιτοκίων εκ μέρους της ΕΚΤ αύξησε τα έσοδα τους από τους τόκους, επειδή διατήρησαν μηδαμινά τα επιτόκια καταθέσεων, αυξάνοντας τα επιτόκια χορηγήσεων. Επί πλέον, αύξησαν τις προμήθειες, οπότε ξανά τα έσοδα τους, ενώ ήταν και είναι σε θέση να καταθέτουν την υπερβάλλουσα ρευστότητα τους στην ΕΚΤ – με επιτόκιο σήμερα 4%. Έτσι η κερδοφορία τους εκτινάχθηκε στα 3,2 δις € το 2022, ενώ μάλλον θα υπερβεί τα 4 δις € το 2023.
Ο μεγάλος χαμένος τώρα εκτός από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, είναι τα νοικοκυριά – πολύ περισσότερο αυτά που δεν χρωστούν και έχουν αποταμιεύσεις. Το αποτέλεσμα είναι να μειώνονται τα πραγματικά έσοδα τους από τον πληθωρισμό (γράφημα) και να εξανεμίζονται οι καταθέσεις τους – χωρίς να μειώνονται παράλληλα οι υποχρεώσεις τους αφού δεν έχουν.
Με δεδομένο δε το ότι, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν και συνεχίζουν να αυξάνονται πολύ περισσότερο (γράφημα), τα πλέον φτωχά νοικοκυριά εξαθλιώνονται ραγδαία – αφού το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους δαπανάται σε τρόφιμα. Οφείλουμε δε να σημειώσουμε πως οι αυξήσεις των τιμών κάθε έτος είναι επί πλέον αυτών του προηγουμένου – οπότε σωρευτικά είναι τεράστιες (περί το 20% γενικά και πάνω από 30% στα τρόφιμα).
Τέλος, οι πολύ μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού, έχουν μετριασθεί με τη βοήθεια των κρατικών ενισχύσεων που δόθηκαν στους καταναλωτές – οι οποίες στην Ελλάδα ήταν αρκετά μεγάλες, ως ποσοστό του ΑΕΠ (γράφημα). Εν τούτοις, τα οικονομικά της χώρας μας, όπως το έλλειμμα και το χρέος, δεν φαίνεται να επιτρέπουν τη συνέχιση αυτής της πολιτικής – κάτι που εάν συμβεί, θα έχει τρομακτικές συνέπειες στην κατανάλωση, οπότε στο ΑΕΠ, στα έσοδα του δημοσίου κλπ.
Επίλογος
Συμπερασματικά λοιπόν, μπορεί ο πληθωρισμός να έχει ωφελήσει βραχυπρόθεσμα το δημόσιο, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες, διευκολύνοντας την αναδιανομή των εισοδημάτων από τα κάτω προς τα επάνω αλλά, εάν συνεχισθεί όπως δυστυχώς φαίνεται, θα λειτουργήσει ως μπούμερανγκ – αφού θα είναι αδύνατον να εισπραχθούν φόροι από μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και των επιχειρήσεων, θα υπάρξουν χρεοκοπίες, θα δημιουργηθεί μία νέα γενιά κόκκινων δανείων, θα περιορισθεί η ζήτηση, θα υπάρξουν μεγάλες κοινωνικές αναταραχές κοκ.
Επειδή δε κάτι σχετικά ανάλογο συμβαίνει σε άλλες χώρες, ειδικά στην Ευρώπη, με τη Γερμανία και την Ιταλία λόγω ενέργειας στο μάτι του κυκλώνα (οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν μειωθεί μεν, αλλά είναι περί το 50% υψηλότερες από το 2020 – στην Ιταλία το 48% της παραγωγής ηλεκτρικού βασίζεται στο φυσικό αέριο), ας μην είμαστε καθόλου σίγουροι για τον τουρισμό των επομένων ετών – πόσο μάλλον με τα γεωπολιτικά προβλήματα να έχουν κλιμακωθεί.





