Η επισιτιστική κρίση και ο ληστρικός καπιταλισμός – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η επισιτιστική κρίση και ο ληστρικός καπιταλισμός

.

Οι αιτίες της δραματικής αύξησης της αστάθειας των τιμών στις αγορές τροφίμων, είναι οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στις χρηματιστηριακές αγορές – όπως άλλωστε πλέον και σε σχέση με την ενέργεια, όπου στην ουσία δεν αύξησε τις τιμές ο Putin, όπως λέγεται, αλλά οι δήθεν ελεύθερες αγορές. Ειδικότερα, η συντριπτική πλειοψηφία των «παικτών» στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων που πλέον λειτουργούν ως καζίνο, στα οποία διαμορφώνονται οι τιμές των περισσοτέρων τροφίμων, είναι πια «μη εμπορικοί διαπραγματευτές» – δηλαδή, δεν έχουν καμία σχέση με το εκάστοτε προϊόν, αλλά είναι αμιγώς επενδυτές του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Εν προκειμένω, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου της Ουκρανίας, εισέρρευσαν πρόσθετα δισεκατομμύρια σε αγροτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια (Agra funds) – ενώ μεμονωμένα funds εκατονταπλασίασαν τον ημερήσιο τζίρο τους, αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή. Το ξεκίνημα του πολέμου λοιπόν προσέλκυσε δεκάδες κερδοσκόπους που διαισθάνθηκαν την ύπαρξη μεγάλων ευκαιριών κέρδους – ενώ ασφαλώς αδιαφορούν για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους, στις ανθρώπινες κοινωνίες.

.

Ανάλυση

Εισαγωγικά, ο καπιταλισμός είναι ένα επιτυχημένο σύστημα, μόνο όταν ρυθμίζεται επαρκώς από τα κράτη – ενώ η σημερινή του εξέλιξη στην ασύδοτη, ολιγοπωλιακή και ληστρική του μορφή, θα προκαλέσει πολλά δεινά στον πλανήτη, εάν συνεχισθεί.

Στο θέμα της επικείμενης επισιτιστικής κρίσης τώρα, ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί μεν να την πυροδότησε, αλλά είναι μόνο η αφορμή – αφού η αιτία είναι οι εκτεταμένες δυσλειτουργίες των αγροτικών αγορών, κυρίως λόγω της κερδοσκοπίας και όχι ο Putin. Ειδικότερα τα εξής:

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο παρατεταμένος πόλεμος στην Ευρώπη, επιδείνωσαν δραματικά την ήδη τεταμένη κατάσταση, όσον αφορά την προμήθεια τροφίμων των φτωχών χωρών του πλανήτη – λόγω της κρίσης της πανδημίας. Υπάρχουν φυσικά και άλλες εστίες πολέμου, όπως στην Υεμένη, στο Αφγανιστάν και στην Αιθιοπία, για τις οποίες όμως αδιαφορεί η Δύση – ενώ, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΗΕ, ο αριθμός των ανθρώπων που λιμοκτονούν αυξάνεται ξανά από το 2017 και μάλλον θα συνεχίσει να κλιμακώνεται αλματωδώς, το 2022 και το 2023.

Εν προκειμένω, η βασική αιτία είναι οι δραστικές αυξήσεις των τιμών των τροφίμων – όπου το Μάιο ο δείκτης έχε φτάσει κοντά στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών, 30% επάνω από το μέσο επίπεδο του 2021. Κατά τη Δύση, οι αυξήσεις προκλήθηκαν από τον πόλεμο της Ουκρανίας – αφού η Ουκρανία και η Ρωσία ανήκουν πράγματι στους μεγαλύτερους παραγωγούς σιτηρών παγκοσμίως, ενώ εξάγουν μεγάλες ποσότητες.

Στα πλαίσια αυτά, η Γερμανίδα υπουργός εξωτερικών, η οποία είναι απόφοιτος του φυτωρίου ηγετών του Παγκοσμίου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός (ανάλυση), υποστήριξε ενώπιον του ΟΗΕ πως η Ρωσία διεξάγει έναν «πόλεμο σιτηρών» – όταν, από την άλλη πλευρά, η Ρωσία κατηγορεί τις δυτικές κυρώσεις, για τα κλιμακούμενα επισιτιστικά προβλήματα των φτωχών χωρών.

Προφανώς τόσο ο ένας ισχυρισμός, όσο και ο άλλος, αποτελούν μέρος των εκστρατειών προπαγάνδας «ένθεν κακείθεν» – της έντεχνης χειραγώγησης που αναμιγνύει την πραγματικότητα με το ψέμα. Φυσικά με τη βοήθεια των διατεταγμένων ΜΜΕ της κάθε πλευράς, τα οποία «συνθέτουν» ένα άκρως αποκρουστικό μίγμα – με στόχο τη σκόπιμη παραπληροφόρηση των μαζών, για τη δαιμονοποίηση του αντίστοιχου αντιπάλου.

Η αλήθεια

Συνεχίζοντας, οι παγκόσμιες επισιτιστικές κρίσεις δεν αποτελούν κάτι καινούργιο – ενώ, όπως αυτές του 2008, έχουν συστημικές αιτίες, ανεξάρτητα από την αφορμή και από το έναυσμα τους. Στο σημερινό παράδειγμα των σιτηρών, μεταξύ του Μαρτίου του 2021 και του Μαρτίου του 2022, η τιμή τους αυξήθηκε από 240 € τον τόνο στα 420 € – ενώ στη συνέχεια, μετά την είδηση για το πιθανό άνοιγμα των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, μειώθηκε στα 380 €. Η ετήσια διακύμανση της τιμής ανά τόνο ήταν υψηλότερη του 100% – μεταξύ των 197 € ανά τόνο και 438 €.

Σύμφωνα τώρα με τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία άλλωστε αποδεχθήκαμε αρχικά και εμείς (κανένας δεν είναι επαρκώς θωρακισμένος απέναντι στην προπαγάνδα), η αιτία της τρέχουσας αύξησης των τιμών είναι οι απώλειες των ουκρανικών καλλιεργειών, λόγω του πολέμου του Putin – δηλαδή, ένα πρόβλημα προσφοράς, ποσοτικό.

Εδώ πρόκειται καθαρά για την ανάμιξη της πραγματικότητας, της σημαντικής μείωσης της παραγωγής σιταριού της Ουκρανίας, με το ψέμα – με κριτήριο την παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση. Για ένα ψέμα που για να το αποφύγει κανείς, θα πρέπει να μελετήσει τους αριθμούς – οι οποίοι δεν κάνουν ποτέ λάθος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του αμερικανικού υπουργείου γεωργίας, η παγκόσμια κατανάλωση εκτιμάται στα 787,5 εκ. τόνους το 2022 – ελαφρά χαμηλότερη από το 2021. Το υπολογιζόμενο έλλειμμα δε, είναι της τάξης των 13 εκ. τόνων – περίπου δηλαδή στο 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Κυρίως λόγω της Ουκρανίας που θα παράγει μόνο 21,5 εκ. τόνους ή 11,5 εκ. τόνους λιγότερο από το 2021 – μία ποσότητα όμως που θα μπορούσε εύκολα να αντισταθμισθεί από τα υπάρχοντα παγκόσμια αποθέματα/ρεζέρβες, συνολικού ύψους περίπου 280 εκ. τόνους.

Από την άλλη πλευρά, το παγκόσμιο εμπόριο σιταριού συνεχίζει να αυξάνεται – έχοντας φτάσει στο επίπεδο ρεκόρ των 205 εκ. τόνων. Όσον αφορά δε τις εξαγωγές της Ουκρανίας, θα μειωθούν στα 10 εκ. τόνους – δηλαδή θα είναι 9 εκ. τόνους λιγότερες από το 2021. Εν τούτοις, με βάση την έκθεση της USDA από το Μάιο (πηγή), οι εξαγωγές θα αυξηθούν, λόγω των μεγαλύτερων παραδόσεων από τη Ρωσία και τον Καναδά – οι οποίες θα αντισταθμίσουν πλήρως τις χαμηλότερες παραδόσεις από την Ουκρανία και την Αυστραλία.

Την ίδια στιγμή η Ρωσία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σιταριού παγκοσμίως, αναμένει συγκομιδή ρεκόρ – ύψους τουλάχιστον 87 εκ. τόνους. Εν προκειμένω, οι ρωσικές εξαγωγές υπολογίζονται σε 41 εκ. τόνους το 2022 – οπότε θα είναι κατά 7 εκ. τόνους υψηλότερες από πέρυσι, παρά τις δυτικές κυρώσεις. Οι κυρώσεις αυτές ναι μεν εξαιρούν τα τρόφιμα, αλλά επηρεάζουν τις εξαγωγές σιταριού – λόγω των εμποδίων στις μεταφορές (logistics) και των ροών των πληρωμών. Η μερική πάντως απαγόρευση των εξαγωγών σιταριού που επέβαλε η ρωσική κυβέρνηση, για να εξασφαλίσει την εγχώρια κατανάλωση της, αναμένεται να αρθεί την 1η Ιουλίου – οπότε η διαδικασία θα εξομαλυνθεί.

Συμπερασματικά λοιπόν, παρά τις απώλειες στην Ουκρανία, τα ως άνω  θεμελιώδη στοιχεία για την παραγωγή, την κατανάλωση και τις εξαγωγές σιταριού, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αλματώδη άνοδο των τιμών και τις τεράστιες διακυμάνσεις – οπότε ούτε τις τιμολογιακές επιπτώσεις για τις φτωχότερες χώρες.

Ως εκ τούτου, λογικά αναφέραμε πως ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μία αφορμή, το έναυσμα, αλλά όχι η αιτία τις προβλεπόμενης επισιτιστικής κρίσης (ανάλυση) – πόσο μάλλον όταν, με βάση μία πρόσφατη έρευνα (πηγή), δεν υπάρχει έλλειψη τροφίμων σήμερα. Υπάρχει όμως μία εκτεταμένη δυσλειτουργία στις αγροτικές αγορές – κάτι που είναι γνωστό από πολύν καιρό, πριν από τον πόλεμο φυσικά, αλλά οι βασικοί συμμετέχοντες ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να αλλάξουν κάτι.

Οι βασικές ιδιαιτερότητες

Περαιτέρω, υπάρχουν τρεις βασικές πτυχές που επεξηγούν το «συστημικό» στην ουσία πρόβλημα – οι οποίες είναι οι εξής:

(α) Οι αγροτικές χώρες που δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσουν τη δική τους επισιτιστική επάρκεια – όπου, τα περισσότερα από 46 κράτη που ορίζονται από την UNCTAD ως λιγότερο ανεπτυγμένα για το 2021, είναι καθαροί εισαγωγείς τροφίμων. Δηλαδή, οι εξαγωγές τροφίμων εκ μέρους τους είναι λιγότερες από τις εισαγωγές τους – οπότε, αν και πρόκειται για αγροτικές χώρες, δεν μπορούν να σιτίσουν τον πληθυσμό τους.

Με βάση έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας από το 2008, σχεδόν όλες οι αγροτικές χώρες είναι καθαροί εισαγωγείς τροφίμων (πηγή) – όπως άλλωστε δυστυχώς και η Ελλάδα (πηγή). Μία μελέτη δε που παρουσιάσθηκε στην Παγκόσμια Διάσκεψη Επισιτισμού του ΟΗΕ το 2021, αναφέρει πως οι δυτικές επιδοτήσεις στη γεωργία, είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους της αδυναμίας των αγροτικών οικονομιών των φτωχών χωρών – σημειώνοντας πως η γεωργική βιομηχανία στις πλούσιες και αναδυόμενες χώρες, επιδοτείται με περισσότερα από 500 δις $ ετησίως.

Οι επιδοτήσεις αυτές σταθεροποιούν τα γεωργικά συστήματα της Δύσης – κάτι που δεν συμβαίνει στις φτωχές χώρες, με αποτέλεσμα τα εκατομμύρια των μικροκαλλιεργητών που τις χαρακτηρίζουν,  να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν και να αντέξουν οικονομικά. Ως εκ τούτου, οι περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους που πεινούν παγκοσμίως είναι αγρότες – σημειώνοντας πως πολλά εκατομμύρια αγρότες «συγκρούονται» με έναν μικρό αριθμό αλυσίδων λιανικής πώλησης, μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων και προμηθευτών γεωργικών εφοδίων, χάνοντας τη μια «μάχη» πίσω από την άλλη.

Εδώ πρόκειται για μία τεράστια ανισορροπία της ελεύθερης αγοράς, η οποία θεωρήθηκε σκανδαλώδης από την έκθεση διεθνούς ανάπτυξης του 2008 της Παγκόσμιας Τράπεζας – χωρίς όμως να έχει αλλάξει έκτοτε απολύτως τίποτα.

(β) Οι λανθασμένες προτεραιότητες της διεθνούς κοινότητας – με την έννοια πως η καταπολέμηση της πείνας σε ολόκληρο τον πλανήτη θε ήταν εύκολο να επιτευχθεί, εάν η διεθνής κοινότητα επέβαλε τις σωστές προτεραιότητες.

Ειδικότερα, το διεθνές ινστιτούτο για μία βιώσιμη ανάπτυξη (IISD), παρουσίασε το 2020 μία μελέτη – με την οποία υπολογιζόταν τι θα κόστιζε στις κυβερνήσεις ο τερματισμός της πείνας, ο διπλασιασμός των εισοδημάτων των μικροκαλλιεργητών και η προστασία του κλίματος έως το 2030 (πηγή).

Η μελέτη αυτή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, οι «χορηγοί» της αναπτυξιακής πολιτικής στον πρωτογενή τομέα, θα πρέπει να συγκεντρώνουν επί πλέον 12 δις $ ετησίως την τρέχουσα δεκαετία, για να εξασφαλίσουν πως 490 εκ. άνθρωποι θα πάψουν να πεινούν – διπλασιάζοντας το εισόδημα 545 εκ. μικροκαλλιεργητών. Επί πλέον 19 δις $ ετησίως θα έπρεπε να προέλθουν από φόρους των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος – για τον ίδιο σκοπό.

Συνολικά λοιπόν θα απαιτούνταν 300 δις $ την τρέχουσα δεκαετία – ένα ποσόν εξαιρετικά χαμηλό, ειδικά εάν το συγκρίνει κανείς με τα 20 τρις $ που δαπανήθηκαν παγκοσμίως για εξοπλιστικά προγράμματα, σε μία ανάλογη περίοδο. Μόνο το extra εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας που ανακοινώθηκε και ξεκίνησε στις 3 Ιουνίου, τα 100 δις €, θα μπορούσε να καλύψει τη συνεισφορά της Δύσης για δέκα χρόνια – ή το 33% των συνολικών αναγκών.

(γ) Η χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία που αυξάνει τεχνητά τις τιμές – αφού ασφαλώς ένα παγκόσμιο έλλειμμα της τάξης του 1,5% της ετήσιας παραγωγής σιταριού, πόσο μάλλον με τα αποθέματα στα ύψη, δεν μπορεί να εξηγήσει τιμολογιακά άλματα άνω του 50%. Εδώ πρόκειται για το νούμερο ένα συστημικό πρόβλημα της καπιταλιστικής εξέλιξης – για την κερδοσκοπία, με τη βοήθεια της υπερσυγκέντρωσης του πλούτου σε λίγους, καθώς επίσης με τις τεράστιες εισοδηματικές ανισότητες που έχουν δημιουργηθεί.

Εν προκειμένω, οι αιτίες της δραματικής αύξησης της αστάθειας των τιμών στις αγορές τροφίμων, είναι οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στις χρηματιστηριακές αγορές – όπως άλλωστε πλέον και σε σχέση με την ενέργεια, όπου στην ουσία δεν αύξησε τις τιμές ο Putin, όπως λέγεται, αλλά οι δήθεν ελεύθερες αγορές.

Ειδικότερα, η συντριπτική πλειοψηφία των «παικτών» στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων που πλέον λειτουργούν ως καζίνο, στα οποία διαμορφώνονται οι τιμές των περισσοτέρων τροφίμων, είναι πια οι «μη εμπορικοί διαπραγματευτές» (non-commercial traders) – δηλαδή, δεν έχουν καμία σχέση με το εκάστοτε προϊόν, αλλά είναι αμιγώς επενδυτές του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Για παράδειγμα, μέσω μίας οποιασδήποτε πλατφόρμας συναλλαγών, θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει από την Ελλάδα συμβόλαια μελλοντικής παράδοσης χ ποσοτήτων σιταριού, με εγγύηση ένα πολύ χαμηλότερο ποσόν – χωρίς φυσικά ποτέ να παραλάβει σιτάρι, αφού απλά κάποια στιγμή τα πουλάει σε κάποιον άλλο, με κέρδος ή με ζημία.

Εν προκειμένω, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, εισέρρευσαν πρόσθετα δισεκατομμύρια σε αγροτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια (Agra funds) – ενώ μεμονωμένα funds εκατονταπλασίασαν τον ημερήσιο τζίρο τους, αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή. Το ξεκίνημα του πολέμου λοιπόν προσέλκυσε δεκάδες κερδοσκόπους που διαισθάνθηκαν την ύπαρξη μεγάλων ευκαιριών κέρδους – κάτι που έχει μελετηθεί πολύ καλά στο παρελθόν, στα πλαίσια της παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης του 2008 (πηγή).

Για παράδειγμα, το 2011 η διαθέσιμη ποσότητα σιταριού διακινήθηκε από το σημαντικότερο χρηματιστήριο γεωργικών εμπορευμάτων του κόσμου, το CBOT του Σικάγο, 73 φορές – δηλαδή, κάθε κόκκος σιταριού άλλαζε, με τη βοήθεια των παραγώγων και άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων, 73 φορές ιδιοκτήτη, πριν ακόμη φτάσει στο εργοστάσιο επεξεργασίας του.

Παρά το ότι δε από το 2008 έγιναν προσπάθειες περιορισμού του εύρους των οικονομικών συναλλαγών με τρόφιμα, αφού αυτές οι χρηματιστηριακές συναλλαγές οδηγούν τις τιμές στα ύψη και καταδικάζουν εκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα, δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα – ενώ μία πρόσφατη μελέτη του ινστιτούτου γεωργίας και εμπορικής πολιτικής (ΙΑΤΡ), επισημαίνει τον κυρίαρχο ρόλο της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, μέσω των ETF και των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης στις αγορές παραγώγων.

Όπως διαπιστώνουμε λοιπόν, η αποτυχία των ρυθμιστικών Αρχών της ελεύθερης αγοράς, έχει δημιουργήσει ένα σύστημα που έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνει κατακόρυφα τα τιμολογιακά σοκ, σε συνάρτηση με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία – αντί να λειτουργεί ως «μαξιλάρι», απαλύνοντας τα.

Σύμφωνα δε με την παραπάνω μελέτη του ΙΑΤΡ, οι προσπάθειες ρύθμισης της αμερικανικής  επιτροπής για τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης γεωργικών προϊόντων (CFTC), από τους προέδρους Obama και Trump, υπονομεύθηκαν συστηματικά – από αυτούς που υποστηρίζουν ότι, οι αγορές πρέπει να αφήνονται στην απόλυτη ελευθερία τους.

Στην ουσία δε, στις 15 Οκτωβρίου του 2020, η CFTC έχασε τελικά τη δεκαετή μάχη της με τη Wall Street (πηγή) – με την έννοια πως οι ρυθμιστικές αρχές δεν κατάφεραν να περιορίσουν τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία σε 26 βασικά εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένου του σιταριού. Τη συγκεκριμένη ημερομηνία η προσπάθεια σταμάτησε, ως αποτέλεσμα μίας ισχνής πλειοψηφίας των επιτρόπων της CFTC – προφανώς με τη στήριξη των λόμπι των κερδοσκόπων.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, όλα τα παραπάνω είναι προφανώς γνωστά στους πολιτικούς και στους ειδικούς – ενώ η δημόσια συζήτηση για τους «πολέμους πείνας» που διεξήχθη στα πλαίσια της έκτακτης συνεδρίασης των υπουργών οικονομικών των G7 στις 11 Μαρτίου (Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, ΗΠΑ και Ιαπωνία), ασχολήθηκε μεν, μεταξύ άλλων, με το ρόλο της κερδοσκοπίας και με τις αγορές μελλοντικής εκπλήρωσης (future markets), ως κινητήριες δυνάμεις της ανόδου των τιμών των τροφίμων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Εν προκειμένω, αποφασίσθηκε μεν η αυστηρή παρακολούθηση και η διασφάλιση της πλήρους διαφάνειας, αλλά οι υπουργοί δεν πρότειναν συγκεκριμένα μέτρα – όπως την καταπολέμηση της κερδοσκοπίας, τα ανώτατα όρια θέσεων για τους χρηματοπιστωτικούς επενδυτές ή τη φορολόγηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Ως εκ τούτου, η εξέλιξη του καπιταλισμού στη ληστρική του μορφή δεν εμποδίζεται από κανέναν στη Δύση – αφού χρειάζονται πράξεις και όχι λόγια. Αυτή η εξέλιξη όμως θα τον αφανίσει τελικά, όπως πολλά άλλα συστήματα στο παρελθόν – κάτι που ήδη διαφαίνεται, από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.

(πηγές)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!