Η Belle epoque του 80 και ο Ρικαρντό – The Analyst
Σχολιασμός Επικαιρότητας

Η Belle epoque του 80 και ο Ρικαρντό

Όλα δείχνουν ότι σταδιακά η κανονικότητα επιστρέφει, περίπου ενάμιση χρόνο μετά και αφού η ανθρωπότητα έζησε στιγμές που είχε να δει εδώ και εκατό χρόνια.

Η οικονομική δραστηριότητα στους τομείς που επλήγησαν επιστρέφει και αυτή αλλάζοντας τα δεδομένα των τελευταίων μηνών.

Δεδομένα που είχαν να κάνουν με την στήριξη τους από δημοσιονομικούς πόρους που σταδιακά η κανονικότητα τους αντικαθιστά από την ζήτηση που είχε συρρικνωθεί εξαιτίας της αβεβαιότητας και των πρακτικών αποστασιοποίησης.

Ένα μεγάλο μέρος εργαζομένων και επιχειρήσεων επιβίωσε την περίοδο του lockdown χάριν και αποκλειστικά στην κρατική βοήθεια.

Η μείωση της ζήτησης και η απώλεια εισοδημάτων και παραγωγής οδήγησε στην αύξηση των δημοσιονομικών δαπανών που στο μεγαλύτερο μέρος τους καλύφθηκαν από την προσφυγή σε δανεισμό.

Στις περιόδους που ο ανθρώπινος παράγοντας και η δημόσια υγεία τίθενται ως αδιαπραγμάτευτοι όροι λειτουργίας μιας κοινωνίας που πλήττεται από την πρωτόγνωρη επιδημία η διόγκωση των ελλειμμάτων και η κάλυψη τους μέσω του δανεισμού είναι μονόδρομος.

Ο βαθμός στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας κατά το 2020 έφθασε τα 24 δις € ενώ υπολογίζεται ότι κατά το τρέχον έτος θα φθάσει τα 14 δις €, οπότε συνολικά ομιλούμε για 38 δις €.

Η επιστροφή στην κανονικότητα θεωρείτε βέβαιο ότι θα αλλάξει  τα δεδομένα της οικονομίας αφού η κατάργηση των μέτρων που είχαν ως στόχο τον περιορισμό της επιδημίας θα οδηγήσει κυρίως στην ενεργοποίηση της ζήτησης του κατεξοχήν σημαντικότερου πυλώνα οικονομικής μεγέθυνσης.

Στην χώρα μας όπως και στις περισσότερες δυτικές χώρες η ζήτηση προσδιορίζει το 70-75% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

Τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης από την μια πλευρά αλλά και η δημοσιονομική στήριξη προς τον ιδιωτικό τομέα είχε αποτέλεσμα την αύξηση των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η κρατική στήριξη μετετράπη σε αποταμίευση μιας και η αβεβαιότητα και τα lockdown περιόριζαν αλλά και ετεροχρόνιζαν υποχρεώσεις προς τρίτους που ξεκινούσαν από τους προμηθευτές και έφθαναν ως τις φορολογικές υποχρεώσεις.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος από την έναρξη της πανδημίας στη χώρα, Φεβρουάριος 2020 και έως τον Μάρτιο του 2021 προστέθηκαν στις αποταμιεύσεις 22,5 δις € εκ των οποίων λίγο περισσότερα από 12 δις € αφορούν τις επιχειρήσεις, οπότε συνολικά οι καταθέσεις έφθασαν τα 128,32 δις € .

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν αυτά τα 22,5 δις € θα αποτελέσουν το καύσιμο για την απογείωση της ελληνικής οικονομίας μιας και το ελατήριο της ξεκινώντας από τα χρόνια των μνημονίων και συνεχίζοντας στους μήνες του κορονοιού έχει συμπιεστεί σε μεγάλο βαθμό οπότε νομοτελειακά όταν οι προϋποθέσεις το επιτρέψουν θα εκτιναχθεί με μεγάλη δύναμη.

Η Κομισιόν στις εαρινές της προβλέψεις για την ελληνική οικονομία λαμβάνοντας υπόψη και τα υψηλά αποθέματα της αποταμίευσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος στο ύψος του 4,1% και 6% για το 2022 , και όλα αυτά μετά την ύφεση του 8,2% που καταγράφηκε  το 2020.

Συνειρμικά ανακαλούνται μνήμες από την Ισπανική γρίπη της περιόδου Μαρτίου 1918- Απριλίου 1920 που είχε μολύνει το  1/3 του πληθυσμού και είχε 50 εκατ. νεκρούς.

Μεγάλο ανθρώπινο κόστος στο οποίο εάν προστεθεί το αντίστοιχο του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου 1914-1918 με 8,5 εκατ. στρατιώτες και 14,1 εκατ. αμάχους νεκρούς τότε μιλούμε για τεράστιου μεγέθους τραγωδία.

Την επαύριον της συνδυαστικής αυτής από τον άνθρωπο και την φύση τραγωδίας καταγράφηκε μια ταχεία βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο .

Η υπερβολή ως λέξη μπορεί μόνο μέχρι έως ενός ορισμένου σημείου να περιγράψει την τότε πραγματικότητα.

Θεοποιήθηκε η κατανάλωση και φυσικά το παρεπόμενο αυτής η επίδειξη πλούτου.

Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε η έννοια του καταναλωτικού χρέους και μέσω αυτού ενδόμυχα έγινε αποδεκτή οικονομικά και κοινωνικά η πρακτική δημιουργίας αλλά και διατήρησης ενός βιοτικού επιπέδου που δεν είχε σχέση με την παραγωγικότητα  αλλά και την εισοδηματική κατάσταση .

Ανάλογη ταχεία οικονομική ανάπτυξη προσδοκούμε και σήμερα αφού το ελατήριο που συμπιέστηκε τους τελευταίους μήνες και οδήγησε στην  αύξηση του αποθέματος των αποταμιεύσεων αναμένεται να λειτουργήσει ως καύσιμο ανάπτυξης.

Πριν 100 χρόνια η επιστροφή περίπου 70 εκατομμυρίων στρατιωτών από τα μέτωπα και η λήξη της ισπανικής γρίπης, μιας και η γρίπη ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1918 και ο πόλεμος τέλειωσε τον Νοέμβριο του ιδίου έτους , δημιούργησε την κατάλληλη συγκυρία για την οικονομία και την ανάπτυξη της.

Πολλοί θεωρούν βλέποντας και τις πρώτες εβδομάδες του ανοίγματος της εστίασης, των καφέ , κτλ. , ότι το χρήμα αρχίζει να κυκλοφορεί και πλέον σε συνδυασμό με την επαναφορά και των πιο παραγωγικών τομέων της οικονομίας μας (πχ,  τουρισμός )ότι  η οικονομική ανάπτυξη θα είναι ταχείας μορφής.

Φυσικά η Κομισιόν στην εαρινή της πρόβλεψη κάνει λόγο και για έλλειμμα της τάξεως του 10% για το τρέχον έτος, ενώ καταγράφει και αύξηση του δημοσίου χρέους από το 180,5% του ΑΕΠ το 2019, στο 205,6% το 2020 και στο 208,8% το 2021.

Σε αυτά τα μεγέθη στέκονται ορισμένοι και συνειρμικά επαναφέρουν στο προσκήνιο οικονομικά θεωρήματα οικονομολόγων του 19ου αιώνα , όπως του Ντέιβιντ Ρικάρντο.

Ο συγκεκριμένος τόνιζε ότι σε περιόδους επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής οι πολίτες εκτιμούν ότι θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι τα υψηλά κρατικά ελλείμματα μέσω μελλοντικών φόρων και ως εκ τούτου θα προτιμήσουν όταν τεθεί το δίλημμα κατανάλωση ή αποταμίευση να αποταμιεύσουν και να απέχουν  από την κατανάλωση, πόσο μάλλον από τις υπερβολές της όπως αυτές καταγράφηκαν την δεκαετία του 1920.

Μια λύση είναι αυτή του προέδρου Biden που θέλει η κάλυψη των έκτακτων δημοσιονομικών δαπανών να επέλθει μέσω της αύξησης των φόρων, μόνο των πλουσίων και των επιχειρήσεων που φοροδιαφεύγουν μέσω των φορολογικών παραδείσων.

Για την χώρα μας πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η θεωρία του Ρικάρντο ούτε ως περιεχόμενο μιας απλής συζήτησης δεν θα χρησιμοποιηθεί.

Η Belle Époque της δεκαετίας του 80 έχει αλλοιώσει τον τρόπο σκέψης σε σημείο που θεωρίες τύπου Ρικάρντο να θεωρούνται  αστειότητες και να παραμερίζονται.

Στην βάση αυτή θα πρέπει να αναμένουμε αύξηση της κατανάλωσης και φυσικά ταχεία ανάπτυξη, ίσως και σε επίπεδα υψηλοτέρα των προβλέψεων της Κομισιόν, τουλάχιστον για τους αμέσως  επόμενους μήνες.

Αναφέρουμε μόνο την ορατή χρονική περίοδο διότι μακροπρόθεσμα η αποτελεσματικότητα στην απορρόφηση των κονδυλίων κυρίως του Ταμείου Ανάκαμψης θα κρίνει πολλά.

Τα 32 δις € εκ των οποίων 19 δις € ως επιχορηγήσεις  αλλά και τα 40 δις € των λοιπών ευρωπαϊκών πόρων για την περίοδο 2021-2027 αναμένεται να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ελληνική οικονομία.

Ίδωμεν, αφού όλα κρίνονται από το αποτέλεσμα, πλην όμως οι προϋποθέσεις υπάρχουν και είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές.

ΛΕΚΚΑΣ    ΣΑΡΑΝΤΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!