Τα αρνητικά επιτόκια απέτυχαν – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Τα αρνητικά επιτόκια απέτυχαν

Η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου αντιμετώπισης δυο μεγάλων προβλημάτων, αυτό της υπερβολικής ελκυστικότητας ενός νομίσματος και αυτών της χαμηλής ανάπτυξης και του αποπληθωρισμού, μέσω των αρνητικών επιτοκίων έδειξε εκ του αποτελέσματος ότι απέτυχε.

Άποψη

Πενιχρά τα αναπτυξιακά του αποτελέσματα, ασήμαντα αυτά προς την κατεύθυνση τόνωσης των τιμών και πλήρως αποτυχημένα σε ότι αφορά την αποτροπή τοποθετήσεων σε ένα νόμισμα.

Το πείραμα ξεκίνησε το 2012 με πρώτη διδάξασα την κεντρική τράπεζα της Δανίας, ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2014, η Σουηδική και η Ελβετική το 2015 και φυσικά η Ιαπωνική το 2016.

Πολλοί αναφέρουν ότι παρότι δεν πέτυχαν τον στόχο τους λειτούργησαν με αποτρεπτικό τρόπο για τα χειρότερα που θα εξελίσσονταν εάν αυτά δεν υπήρχαν.

Εικασίες όλων αυτών που παραγνωρίζουν ότι η νομισματική πολιτική  σε κάθε χρονική συγκυρία έχει ένα συγκεκριμένο στόχο γι’αυτό και εφαρμόζεται με απόλυτο τρόπο.

Δεν έχει τα χαρακτηριστικά εναλλακτικού στόχου, ούτε τα χαρακτηριστικά του μη χείρον βέλτιστον.

Αλίμονο εάν η εφαρμογή μιας πολιτικής έχει ως στόχο το μικρότερο κακό τότε θα υπήρχε διαιώνιση του προβλήματος και παράταση μιας μίζερης πραγματικότητας.

Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων απέτυχε.

Πρώτα το κατενόησε η Σουηδία που στις αρχές του 2020, μετά από μια 5ετια ψευδαισθήσεων  έβαλε τέλος στο πείραμα  της αντιμετώπισης των εσωτερικών της προβλημάτων μέσω αυτής της πρακτικής .

Η Σουηδία διαπίστωσε ότι  αρκετοί δείκτες της αυξήθηκαν, όπως των κατοικιών , των μετοχών , των πρώτων υλών , όμως η ζητούμενη ανάπτυξη δεν ήρθε, μιας και ούτε οι επενδύσεις αυξήθηκαν, ούτε η κατανάλωση, ούτε γενικότερα η ζήτηση.

Πράγμα φυσικό αφού οι δυο βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της ζήτησης οι μισθοί και τα χρέη λειτουργούσαν με τρόπο που κάθε άλλο βοηθούσε την ενεργό ζήτηση.

Όμως πέρα από την Σουηδία, όπου εφαρμόζονται τα αρνητικά επιτόκια πουθενά δεν είχαμε ιδιαίτερα αναπτυξιακή ώθηση ούτε φυσικά και αύξηση της κατανάλωσης και της ενεργούς ζήτησης σε επίπεδα που να υπάρχουν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις.

Με δεδομένο ότι το βασικό πρόβλημα των οικονομιών μετά την  χρηματοοικονομική κρίση είναι η υπερχρέωση φυσικών και νομικών προσώπων τα επιτόκια όσο και χαμηλά να είναι δεν μπορούν να μεταβάλλουν την επενδυτική σκέψη ούτε την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το περιθώριο κέρδους είναι αυτό που ξεπερνά το πρόβλημα των επιτοκίων.

Όπως κατά την μεγάλη κρίση του 1928 η αύξηση των επιτοκίων δεν σταμάτησε τον επενδυτικό παροξυσμό αφού η προοπτική των κερδών κάλυπτε το  ονομαστικό κόστος των επιτοκίων, έτσι και κατά την τρέχουσα περίοδο τα μηδενικά επιτόκια δεν προωθούν επενδυτικά ρίσκα αφού οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι το κόστος του χρήματος στην βάση της υπερβάλλουσας ρευστότητας είναι αλλοιωμένο και κυρίως υποτιμημένο με τεχνητό τρόπο.

Βλέπουν ότι η οικονομία λειτουργεί με τρόπο που δεν τιμολογείται σωστά το κόστος των κεφαλαίων κάτι που θεωρείται εκτροπή από την υγιή διαμόρφωση υποβάθρων ανάπτυξης και ευημερίας.

Βέβαια όσο επιφυλακτικά είναι τα φυσικά και τα ιδιωτικά νομικά πρόσωπα τόσο πιο επιθετικός είναι ο δημόσιος τομέας μιας και η αναχρηματοδότηση των χρεών του είναι πανεύκολη και κυρίως φθηνότερη.

Αυτό όμως έχει και την κόστος του, μιας και ο δύσκολος δρόμος της αντιμετώπισης των προβλημάτων στην βάση διαρθρωτικών παρεμβάσεων παρακάμπτεται οπότε και τα προβλήματα διαιωνίζονται .

Φαύλος κύκλος με θύματα την αποταμίευση, τους μισθούς και την πραγματική οικονομία.

Η κυρίαρχη σκέψη που θέλει την τιμωρία όσων αποταμιεύουν ως λύση στην ανάπτυξη και την ζήτηση είναι εκτός της υγιούς προσέγγισης μιας  πραγματικότητας που μετά την χρηματοοικονομική κρίση έχει σωρεύσει πολλές εκκρεμότητες.

Το πρόβλημα πλέον μετά της τονωτικές ενέσεις ρευστότητας των κεντρικών τραπεζών δεν είναι τα κεφάλαια ούτε φυσικά το κόστος τους.

Το πρόβλημα είναι τα χρέη ιδιωτών και επιχειρήσεων και  εξ αυτών η μείωση φερέγγυων και αξιόχρεων δανειοληπτών.

Όσο και να αυξάνει  το ύψος του αρνητικού επιτοκίου στην πάγια διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων η ΕΚΤ σε καμία περίπτωση δεν θα επιβάλει στις τράπεζες να αυξήσουν τις πιστώσεις τους.

Και αυτό λόγω του γεγονότος ότι στην έλλειψη αξιόχρεου πρέπει να προσθέσουμε την έλλειψη ζήτησης για κεφάλαια από ένα μεγάλο μέρος πολιτών.

Η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός δεν βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα λόγω της αποταμίευσης και του μεγάλου όγκου αποθεμάτων κεφαλαίου.

Οφείλονται στην υπερχρέωση και την χρησιμοποίηση μεγάλου όγκου διαθέσιμων κεφαλαίων στην αποπληρωμή χρεών.

Πως να επενδύσει κάποιος όταν ήδη οι δανειακές του υποχρεώσεις είναι μεγάλες ή πως να καταναλώσει κάποιος όταν ένα μεγάλο μέρος του μισθού του καλύπτει δόσεις δανείων.

Τα αρνητικά επιτόκια όχι μόνο δεν συμβάλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης και  των τιμών, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην μείωση των χρεών, το αντίθετο, διαμορφώνουν συνθήκες διόγκωσης της αποτίμησης προϊόντων  σε συγκεκριμένες αγορές  όπως χρήματος, κεφαλαίων, και πρώτων υλών σε επίπεδα φούσκας.

Στην ουσία τα αρνητικά επιτόκια μεταφέρουν πλούτο από την πραγματική οικονομία, τους αποταμιευτές, τους μισθωτούς και γενικότερα τις παραγωγικές δυνάμεις σε υπερχρεωμένες κυβερνήσεις ενώ ενισχύουν τις  κερδοσκοπικές δράσεις μιας ελίτ που ενισχύει τον πλούτο της χωρίς να προσφέρει τίποτα στην ενίσχυση του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Το αντίθετο μάλιστα, όλες αυτές οι φούσκες είναι θέμα χρόνου να δημιουργήσουν επιπλέον προβλήματα.

ΛΕΚΚΑΣ   ΣΑΡΑΝΤΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!