Αγροτικοί Συνεταιρισμοί – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες

Αγροτικοί Συνεταιρισμοί

.

Το ολλανδικό συνεταιριστικό μοντέλο έχει ιδιαίτερη σημασία – αφού είναι ένας από τους βασικούς συντελεστές της επιτυχίας της χώρας και των χιλιάδων μικρών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων που τη διακρίνουν. Σε συνδυασμό όμως με τη φροντίδα του κράτους, καθώς επίσης με το ειδικό Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν (WUR) – το οποίο θεωρείται ως το κορυφαίο ίδρυμα αγροτικής έρευνας στον κόσμο. Η συνεργασία ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς και επιχειρηματίες του κλάδου, συνιστά σημείο-κλειδί της καινοτομίας – ενώ προς αυτή την κατεύθυνση έχουν συμβάλει διάφορες μέθοδοι, όπως η χρήση ειδικού φωτισμού LED που επιτρέπει την 24ωρη καλλιέργεια σε θερμοκήπια, με ελεγχόμενη ρύθμιση της ατμόσφαιρας. Σε γενικές γραμμές πάντως, εάν δεν μάθουμε επιτέλους να συνεργαζόμαστε έντιμα και να συνεταιριζόμαστε, κάτι που ισχύει και για την πολιτική, η Ελλάδα δεν πρόκειται να έχει μέλλον.

 .

Κοινοβουλευτική Εργασία

Στη συζήτηση για την ΚΑΠ διατυπώσαμε αναλυτικά τις απόψεις μας, καταθέτοντας τες γραπτά στο τμήμα ευρωπαϊκών μελετών – μαζί με τις θέσεις μας για τον πρωτογενή τομέα επιγραμματικά. Βασικό στοιχείο τους είναι η ανάγκη κεντρικού σχεδιασμού, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να αναπτυχθεί σωστά ο αγροτικός κλάδος, όπως θα έπρεπε να γνωρίζει η κυβέρνηση – κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει.

Στην πρώτη επιτροπή τώρα αναφερθήκαμε γενικότερα στον πρωτογενή τομέα, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως ο πλανήτης έχει εισέλθει σε μία νέα αγροτική εποχή. Εν προκειμένω, με την έννοια πως για να καταφέρει ο σύγχρονος αγρότης να παράγει με ανταγωνιστικές τιμές, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει πολλές υπηρεσίες και εφόδια που στο παρελθόν δεν ήταν απαραίτητα – ενώ διαμορφώνουν, μαζί με την εργασία και με όλα τα υπόλοιπα, το τελικό κόστος των προϊόντων.

Είπαμε επίσης πως τα περισσότερα από αυτά τα εφόδια εισάγονται στην Ελλάδα από άλλες χώρες, με αποτέλεσμα για κάθε 1 ευρώ που λαμβάνουν από την πώληση των προϊόντων τους οι αγρότες, τα 0,90 € περίπου να οδηγούνται εκτός της χώρας – αναφέροντας πού ακριβώς.

Συνεχίσαμε λέγοντας πως ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα, παρά τα λάθη του παρελθόντος, με τη μεταποίηση που τον αφορά, καθώς επίσης με τις υπηρεσίες και με τα εφόδια που αναφέραμε παραπάνω, έχει τεράστιες προοπτικές κερδοφόρων επενδύσεων και ανάπτυξης – τον τριπλασιασμό του με κριτήριο τη Δανία ή τον πενταπλασιασμό του με κριτήριο τη Γαλλία, αφήνοντας εν πρώτοις εκτός την Ολλανδία.

Μεταξύ άλλων επειδή οι τεράστιες εξαγωγές της, στα 101 δις € το 2017, οφείλονται κυρίως στο ότι έχει μετατραπεί σε ένα σύγχρονο κέντρο διακίνησης αγροτικών προϊόντων που εισάγει και από άλλες χώρες.

Κάτι τέτοιο θα μπορούσε φυσικά να επιτύχει και η χώρα μας, επενδύοντας στις σύγχρονες υποδομές και τροφοδοτώντας τη γύρω περιοχή της – από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή.

Συμπληρώσαμε πως το πλησιέστερο στην Ελλάδα παράδειγμα προς μίμηση είναι το Ισραήλ, το οποίο πριν το 1960 δεν παρήγαγε απολύτως τίποτα, ενώ η έλλειψη νερού που είχε καθιστούσε απίθανη τη χρήση του για τις καλλιέργειες – οι οποίες ήταν φυσικά ελάχιστες λόγω της εδαφικής του δομής (έρημοι και πέτρες), καθώς επίσης των κλιματολογικών συνθηκών του.

Λίγες δεκαετίες όμως αργότερα κατάφερε να παράγει στην άμμο με τη βοήθεια των σύγχρονων θερμοκηπίων, καθώς επίσης των διχτύων σκίασης – των καλοκαιρινών θερμοκηπίων κατά κάποιον τρόπο. Τα δίχτυα αυτά μποδίζουν να παθογόνα έντομα, ενώ επιτρέπουν μόνο ένα μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας να εισέλθει.

Είναι πάντως απαράδεκτο να διαθέτει η Ελλάδα μόλις 30.000 στρέμματα θερμοκηπίων, όταν μόνο η Almeira στην Ισπανία έχει 600.000 – ενώ το μυστικό της Ολλανδίας είναι επίσης τα θερμοκήπια, έτσι ώστε η γεωργική παραγωγή να μην επηρεάζεται από τις κλιματολογικές συνθήκες. 

Τέλος, επισημάναμε πως το νομοσχέδιο πιστεύουμε ότι έρχεται προς ψήφιση επειδή η ΕΕ, με τη νέα αγροτική πολιτική, ευνοεί την ενίσχυση των συνεταιρισμών – σημειώνοντας πως με το άρθρο 46 της ΚΑΠ, η χρηματοδοτική συνδρομή της ΕΕ ανέρχεται στο 50% των δαπανών που όντως πραγματοποιούνται από ενώσεις και συνεταιρισμούς.

Στη δεύτερη επιτροπή ξεκινήσαμε με τη διαπίστωση ότι, η συνεταιριστική νομοθεσία στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένη – με αποτέλεσμα να θεσπίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα πολλοί και διαφορετικοί νόμοι για τους διάφορους τύπους συνεταιρισμών. Η πολυνομία αυτή δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες τους – αλλά, αντίθετα, αντανακλά το θεσμικό κατακερματισμό, με διαφορετικά αρμόδια υπουργεία και εποπτικές αρχές, ανά τύπο συνεταιρισμού.

Η συγκεκριμένη πραγματικότητα δεν ωφελεί τους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα –  δυσχεραίνοντας τις συνεργασίες μεταξύ συνεταιρισμών διαφορετικών τύπων και τη διαμόρφωση μίας συλλογικής ταυτότητας.

Επιπλέον, οι συχνές μεταβολές στο δίκαιο των επιμέρους τύπων συνεταιρισμών και ιδιαίτερα των αγροτικών συνεταιρισμών, δημιουργούν ένα εξαιρετικά ασταθές θεσμικό περιβάλλον – το οποίο δυσχεραίνει την ανάπτυξη τους στον αγροτικό χώρο, τη μεταξύ τους συνεργασία και τη συνεργασία με άλλους τύπους συνεταιρισμών, παρά το ότι διεθνώς διαφαίνεται μια τάση ενοποίησης του συνεταιριστικού πεδίου.

Επομένως, η θέση και η επιδίωξή μας πρέπει να είναι η ενοποίηση και η απλοποίηση της συνεταιριστικής νομοθεσίας στην Ελλάδα, με την ταυτόχρονη ανάδειξη των ονομάτων τους ως «brand names» – όχι η συνέχιση του κατακερματισμού της και των συχνών μεταβολών της.

Ως προς το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου δε, πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που ευνοεί τη χρηματοδότηση και τον έλεγχο των συνεταιρισμών από το ιδιωτικό κεφάλαιο – χωρίς να επιλύει τα τεράστια προβλήματα των αγροτικών συνεταιρισμών, όπως είναι η αδιαφάνεια στις αποφάσεις των μελών του ΔΣ και η ελλειμματική δημοκρατική λειτουργία, η ισχνή οικονομική ευρωστία λόγω της περιορισμένης συνεργασίας μεταξύ των μελών και η περιορισμένη αξιοποίηση της παραγωγικής τους δυναμικότητας.

Δεν επιλύει επίσης τα γραφειοκρατικά εμπόδια κατά τη σύσταση και λειτουργία τους, την περιορισμένη καινοτομία που τους χαρακτηρίζει, τη διασύνδεση τους με τις αγορές και την πρόσδεση σε μια συνεκτική αγροτική πολιτική, την ελλειμματική αξιοποίηση του δυναμικού νέων ανθρώπων με γνώσεις και δεξιότητες αφού δεν δίνεται κανένα κίνητρο για την ένταξή τους σε αγροτικούς συνεταιρισμούς κοκ.

Η πρόσδεση πάντως των αγροτικών συνεταιρισμών σε ιδιωτικά κεφάλαια θα εντείνει την αποστασιοποίηση των αγροτών-παραγωγών από τη διοίκηση του κάθε συνεταιρισμού – ιδιαίτερα στο πλαίσιο της παρούσας ευαλωτότητας των αγροτικών συνεταιρισμών, λόγω των αυξημένων χρεών τους.

Στην τελευταία δε επιτροπή αναφερθήκαμε σε όλα τα άρθρα, σε ένα προς ένα, με διαπιστώσεις για τα λάθη τους και με αναλυτικές προτάσεις μας για το καθένα – τις οποίες θα καταθέσουμε στα (πρακτικά), μαζί με τα συμπεράσματα μας από το σύνολο των άρθρων του νομοσχεδίου, για να μην επαναλαμβανόμαστε. Ο υπουργός πάντως υποσχέθηκε να μας απαντήσει αφού τις μελετήσει – οπότε ίσως έτσι τον διευκολύνουμε.

Σε κάθε περίπτωση καταλαβαίνει κανείς από τις πολυσέλιδες αναφορές, αλλά και από το πρόγραμμα μας πόσο μεγάλη σημασία δίνει η Ελληνική Λύση στον πρωτογενή τομέα με τη μεταποίηση του – θεωρώντας πως, μαζί με τη Βιομηχανία, θα πρέπει να αποτελέσει τον κορμό ενός νέου και υγιούς οικονομικού μοντέλου που έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα μας για να ξεφύγει από την κρίση.

Για να παράγει επιτέλους πραγματικό πλούτο, χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η επίλυση των χρόνιων προβλημάτων της πατρίδας μας, όπως του Συνταξιοδοτικού, της Απασχόλησης, του Δημογραφικού, του Brain Drain, της Άμυνας, της Ασφάλειας κοκ.

Σήμερα θα αναφερθούμε σε άλλα θέματα, ξεκινώντας από τη διαπίστωση ότι, το νομοσχέδιο αποτελεί μία από τις συστάσεις της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ – η οποία, το Μάιο του 2019, είχε δημοσιεύσει μία μελέτη της με τον τίτλο «Ένα νέο μοντέλο συνεργατικότητας για τον πρωτογενή τομέα στην Ελλάδα», προτείνοντας τη σύσταση συνεταιρισμών.

Μία από τις βασικές διαπιστώσεις της μελέτης αφορά το μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα – το οποίο είναι μικρό, με περιορισμένη παραγωγικότητα και με χαμηλές επενδύσεις. Ειδικότερα τα εξής:

(1) Με 68 στρέμματα, ο μέσος κλήρος είναι σχεδόν στο 1/3 του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

(2) Οι περισσότερες από τις μισές εκμεταλλεύσεις έχουν έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα.

(3) Το 95% των 17.000 επιχειρήσεων στον τομέα των τροφίμων έχουν λιγότερους από 10 υπαλλήλους – ενώ, λόγω μεγέθους, οι μονάδες δεν είναι ανταγωνιστικές στις εξαγωγές.

(4) Ο πρωτογενής τομέας αποδίδει σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά στρέμμα περίπου 60% λιγότερο από ότι ο αντίστοιχος τομέας στην Ιταλία.

(5) Λιγότερο από το ένα πέμπτο των συνεταιρισμών είχαν έστω μία υποτυπώδη οικονομική παρουσία – ενώ οι αποτυχημένοι συνεταιρισμοί κατέληξαν να χρωστούν συνολικά το ιλιγγιώδες ποσό των 2,4 δις €.

Εάν όμως συγκρίνουμε τη μελέτη με τα στατιστικά στοιχεία της Eurostat και της Κομισιόν που θα καταθέσουμε στα (πρακτικά) μαζί με την πηγή τους, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα για τις μικρές Ελληνικές εκμεταλλεύσεις. Εν προκειμένω  τα εξής:

(1) Το μέσο εισόδημα ανά μονάδα εργασίας είναι μεν χαμηλό, αλλά όχι το χαμηλότερο στην ΕΕ.

(2) Έχουμε μεν μικρό μέγεθος εκμετάλλευσης (UAA), κάτω από τα 50 εκτάρια, αλλά σχετικά μικρό έχει επίσης η Ολλανδία – κάτω από τα 50 εκτάρια. Τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις έχουν η Σλοβακία, η Τσεχία και η Μ. Βρετανία – ενώ μπορεί σε κάποιες άλλες στατιστικές της Eurostat το μέσο μέγεθος της οικονομικής εκμετάλλευσης να εμφανίζεται μεγαλύτερο για την Ολλανδία, αλλά μάλλον οφείλεται στις συνενώσεις.

(3) Η προστιθέμενη αξία (FNVA) ανά Μέση Μονάδα Εργασίας (AWU) είναι χαμηλή, αλλά όχι πολύ κάτω του μέσου όρου της ΕΕ. Παραδόξως δε, η απόδοση παγίων στις ελληνικές εκμεταλλεύσεις είναι υψηλή σχεδόν στο 6% – υψηλότερη από της Ολλανδίας που είναι οριακά θετική!

(4) Αυτό που δεν γίνεται συχνά αντιληπτό είναι το ότι, η παραγωγικότητα είναι συνάρτηση του προϊόντος. Υψηλότερη παραγωγικότητα εμφανίζεται στα ακριβά προϊόντα της ανθοκομίας όπως στην Ολλανδία, στο κρασί και στην πτηνοτροφία – όπου η Ελλάδα δεν διαθέτει σε μεγάλο βαθμό.

Το γεγονός αυτό επεξηγεί γιατί η Ολλανδία παράγει 1700 € το στρέμμα ενώ η Ελλάδα μόλις 190 € – αν και το ολλανδικό μοντέλο της υπερεκμετάλλευσης θεωρείται προβληματικό.  Πιο ενδιαφέρον για την Ελλάδα είναι το μοντέλο του Ισραήλ με παραγωγικότητα 1.290 € ανά στρέμμα.

Στην περίπτωση όμως των συνεταιρισμών που εξετάζουμε σήμερα, το ολλανδικό μοντέλο έχει ιδιαίτερη σημασία – αφού είναι ένας από τους βασικούς συντελεστές της επιτυχίας της χώρας και των χιλιάδων μικρών οικογενειακών εκμεταλλεύσεων που τη διακρίνουν.

Σε συνδυασμό όμως με τη φροντίδα του κράτους, καθώς επίσης με το ειδικό Πανεπιστήμιο του Βαγκενίνγκεν (WUR) – το οποίο θεωρείται ως το κορυφαίο ίδρυμα αγροτικής έρευνας στον κόσμο. Η συνεργασία ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς και επιχειρηματίες του κλάδου, συνιστά σημείο-κλειδί της καινοτομίας – ενώ προς αυτή την κατεύθυνση έχουν συμβάλει διάφορες μέθοδοι, όπως η χρήση ειδικού φωτισμού LED που επιτρέπει την 24ωρη καλλιέργεια σε θερμοκήπια, με ελεγχόμενη ρύθμιση της ατμόσφαιρας.

Διαδεδομένη είναι επίσης η χρήση υδροπονικών καλλιεργητικών μονάδων – όπου τα φυτά καλλιεργούνται εκτός εδάφους, σε τεχνητά παρασκευασμένα ανόργανα θρεπτικά διαλύματα. Αυτή η μέθοδος μειώνει την απορροή, εξοικονομώντας τόσο νερό όσο και χρήματα.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία για το συνολικό αποτύπωμα νερού από την παραγωγή ντομάτας, στην Ολλανδία αντιστοιχεί 1,1 γαλόνι νερού ανά λίβρα ντομάτας, τη στιγμή που ο μέσος όρος παγκοσμίως ανέρχεται στα 25,6 (!) γαλόνια νερού. Το καινοτόμο μοντέλο έχει εφαρμοστεί ευρέως από τον αγροτικό πληθυσμό της Ολλανδίας, δημιουργώντας θερμοκήπια που παρέχουν βέλτιστες συνθήκες για την καλλιέργεια.

Έτσι, από το 2003 έως το 2014, η παραγωγή λαχανικών αυξήθηκε κατά 28%, η χρήση ενέργειας μειώθηκε κατά 6%, η χρήση φυτοφαρμάκων κατά 9% και η χρήση λιπασμάτων κατά 29%. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της εταιρείας παραγωγής Siberia BV, όπου κάθε στρέμμα εντός θερμοκηπίου αποδίδει τόσο μαρούλι όσο περίπου 10 ολόκληρα στρέμματα στην ύπαιθρο – ενώ η ανάγκη για χημικές ουσίες έχει μειωθεί κατά 97%.

(5) Τέλος, οι στατιστικές τεκμηριώνουν πως οι συνεταιρισμοί έχουν καλύτερες αποδόσεις από τις ανεξάρτητες εκμεταλλεύσεις – αλλά χαμηλότερες από αυτές των εταιριών. Θα καταθέσουμε εδώ στα (πρακτικά) μία σειρά από γραφήματα με τις πηγές τους, προς τεκμηρίωση όλων αυτών που αναφέραμε.

Κλείνοντας, σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του σημερινού νομοσχεδίου, υπάρχουν 4.502  αγροτικοί συνεταιρισμοί – από τους οποίους περίπου οι μισοί (2.088) είναι αδρανείς! Ενήμεροι δε στο Εθνικό Μητρώο Αγροτικών Συνεταιρισμών και άλλων Συλλογικών Φορέων είναι μόνο οι 819!

Εκτός αυτού, η συνεργατικότητα έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ελλάδα, με λιγότερο από το 8% του πληθυσμού να είναι μέλος – όταν στην Ολλανδία, στη Γαλλία και στη Σκανδιναβία το ποσοστό υπερβαίνει το 50%. Εδώ λοιπόν πρέπει να αναζητηθούν οι λύσεις από την κυβέρνηση – πουθενά αλλού και σίγουρα όχι στο μέγεθος των επί μέρους καλλιεργειών στην Ελλάδα. Τέλος, στον αγροτικό τομέα της Ευρώπης υπάρχουν τα εξής:

(α) 51.392 αγροτικοί συνεταιρισμοί.

(β) 9,5 εκατομμύρια μέλη σε αγροτικούς συνεταιρισμούς και

(γ) 675 χιλιάδες εργαζόμενοι σε αγροτικούς συνεταιρισμούς

Όσον αφορά το σύνολο του κύκλου εργασιών των αγροτικών συνεταιρισμών στην Ευρώπη, ανέρχεται σε 347 δις € – ενώ μία από τις μεγαλύτερες συνεταιριστικές είναι η  Friesland, με παρουσία και στη χώρα μας.

Θέλουμε να τονίσουμε πάντως ξανά πως και στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, αλλά και στη Μελέτη της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, αναφέρεται πως οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα έχουν αντιμετωπίσει ιστορικά μεγάλα προβλήματα – ενώ πολλοί ευρίσκονται υπό καθεστώς εκκαθάρισης, με χρέη ύψους 2,4 δις €, μεταξύ των οποίων στην ΑΤΕ που είναι υπό εκκαθάριση στο ΤΧΣ.

Χωρίς όμως επιτυχημένους και λειτουργικούς συνεταιρισμούς, ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα δεν πρόκειται να έχει μέλλον – ενώ το σημερινό νομοσχέδιο έχει πολλά λάθη και ελλείψεις, οπότε δεν πρόκειται να βοηθήσει καθόλου. Σε γενικές γραμμές πάντως, εάν δεν μάθουμε επιτέλους να συνεργαζόμαστε έντιμα και να συνεταιριζόμαστε, κάτι που ισχύει και για την πολιτική, η Ελλάδα δεν πρόκειται να έχει μέλλον.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!