Οι ανησυχίες της ΕΚΤ – The Analyst

Οι ανησυχίες της ΕΚΤ

182 total views, 2 views today

Ήδη αποφασίστηκε η έναρξη του TLTRO – ΙΙΙ  πράγμα που σημαίνει ότι οι πρόδρομοι αναπτυξιακοί δείκτες δείχνουν  ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να έχει προβλήματα αντιμετώπισης του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού και κυρίως προβλήματα αποκατάστασης του ρυθμού ζήτησης σε επίπεδα που θα δικαιολογούν επενδυτικές πρωτοβουλίες.

.

Άποψη

– του Σαράντου Λέκκα

Πολλές φορές οι λεκτικές παρεμβάσεις με στόχο τον εφησυχασμό των δρώντων σε μια οικονομία δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα όταν οι επικείμενες πράξεις δείχνουν ότι υπάρχει πρόβλημα και δει σημαντικό.

Η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όπου εν μέσω λεκτικών παρεμβάσεων για την ικανοποιητική αναπτυξιακή προοπτική της ευρωπαϊκής οικονομίας δρομολογεί την νέα φάση στοχευμένης μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης δείχνει ότι υπάρχει αναπτυξιακό πρόβλημα στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Οι στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης γνωστές με την τεχνοκρατική περιγραφή TLTROs (Targeted Longer-Term Refinancing Operations) ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2014.

Στόχος η παροχή ρευστότητας με χαμηλό επιτόκιο (το αρχικό επιτόκιο ήταν ίσο με το αντίστοιχο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης αυξημένο κατά 10 μονάδες βάσης, τότε 0,15%, ενώ σήμερα είναι χωρίς καμία προσαύξηση ήτοι 0%) και η  αύξηση των πιστώσεων προς την πραγματική οικονομία.

Η χρηματοδότηση κατά το πρώτο πρόγραμμα TLTRO – Ι ήταν για τέσσερα χρόνια και το ύψος της στο 7% του ανεξόφλητου υπολοίπου των δανείων που είχαν χορηγηθεί προς τον ιδιωτικό τομέα πλην στεγαστικών δανείων .

Σε περίπτωση μη χορηγήσεων τα κεφάλαια θα έπρεπε να επιστραφούν εντός διετίας.

Το Ιούνιο του 2016 ξεκίνησε το TLTRO – ΙΙ  χωρίς προσαύξηση στο επιτόκιο και με την διαφοροποίηση σε σχέση με το πρώτο πρόγραμμα ότι οι τράπεζες δεν υποχρεώνονταν να επιστρέψουν τα κεφάλαια που είχαν λάβει ανεξάρτητα εάν  η πιστοδοτική τους δραστηριότητα δεν ήταν έντονη για να μην ισχυριστούμε ανύπαρκτη και ικανή να δικαιολογήσει την επιπλέον αναχρηματοδότηση τους.

Για την παροχή της μακροπρόθεσμης χορήγησης κεφαλαίων οι εξασφαλίσεις ήταν ίδιες με τις αντίστοιχες της κύριας αναχρηματοδότησης δηλαδή  στην ουσία ομιλούμε για επιλέξιμα βάσει των κριτηρίων της ΕΚΤ ομόλογα .

Η αρχική σκέψη  του προγράμματος πέρα του οφθαλμοφανούς στόχου της αύξησης των πιστώσεων  προς την πραγματική οικονομία ήταν η υποκατάσταση της έκδοσης τραπεζικών ομολόγων, της αύξησης των τιμών τους και της πτώσης των αποδόσεων τους.

Η αύξηση της ρευστότητας, η μείωση των επιτοκίων σύμφωνα με την θεωρητική προσέγγιση θα οδηγούσε στην βελτίωση των χρηματοοικονομικών  συνθηκών και καταληκτικά στην μείωση της επιτοκιακής επιβάρυνσης φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Μιλάμε για το θεωρητικό πλαίσιο διότι η πραγματικότητα όπως συνήθως συμβαίνει καταργεί στην πράξη τις προσδοκίες που διάφορες δράσεις δρομολογούν.

Εκείνο που καταγράφηκε ήταν το προϊόν της αυξημένης χορήγησης να στραφεί προς τις κεφαλαιαγορές κυρίως και κατά δεύτερο στην αγορές ακινήτων, εμπορευμάτων και πρώτων υλών ενώ φθάσαμε σε σημείο αρνητικών επιτοκίων (αρχής γενομένης από το -0,10 % της 11/6/2014 έως το – 0,40% σήμερα )σε ότι αφορά την αποδοχή καταθέσεων από την κεντρική τράπεζα για να μην «παρκάρονται» τα  κεφάλαια της παρεχόμενης ρευστότητας.

Ήδη αποφασίστηκε η έναρξη του TLTRO – ΙΙΙ  πράγμα που σημαίνει ότι οι πρόδρομοι αναπτυξιακοί δείκτες δείχνουν  ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να έχει προβλήματα αντιμετώπισης του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού και κυρίως προβλήματα αποκατάστασης του ρυθμού ζήτησης σε επίπεδα που θα δικαιολογούν επενδυτικές πρωτοβουλίες.

Δεν είναι τυχαία η απόλυτα διφορούμενη αποδοχή της ανακοίνωσης για το TLTRO – ΙΙΙ, όπου οι μεν αγορές ομολόγων την αντιμετώπισαν ως τονωτική ένεση την ώρα που το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης έχει πάρει τέλος τα δε χρηματιστήρια ένιωσαν τριγμούς διαβλέποντας ότι κάτι δεν πάει καλά με την πραγματική οικονομία.

Η μέχρι σήμερα προσπάθεια της ΕΚΤ (όπως και των άλλων  ισχυρών κεντρικών τραπεζών) ως δανειστή έσχατης ανάγκης δείχνει ότι το πάθημα της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ κατά την κρίση του 1929-1931 έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη πλην όμως η αχίλλειος πτέρνα της διοχέτευσης της πλεονάζουσας ρευστότητας προς την πραγματική οικονομία όταν η αβεβαιότητα και η έλλειψη εμπιστοσύνης  κυριαρχούν μετά από μια παρατεταμένη χρονικά κρίση  δεν έχει αντιμετωπισθεί.

Το πρόβλημα παραμένει και κατά την ταπεινή μας γνώμη δεν είναι πλέον πρόβλημα ρευστότητας ή πιστωτικής ασφυξίας όπως θρυλείται από αρκετές πλευρές.

Πλέον το πρόβλημα έχει σχέση με την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια όσων δραστηριοποιούνται στην πραγματική οικονομία.

Πλευρές της παγκοσμιοποίησης πρέπει να αναδομηθούν για να μην ισχυριστούμε ότι πρέπει να αντικατασταθούν πλήρως από υγιής διαδικασίες και πρακτικές.

Φορολογία, επενδυτικά και εργασιακά πλαίσια, επιδοτήσεις, ανταγωνισμός,

ιδιωτικοποιήσεις, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο τμήματα της οικονομικής καθημερινότητας θα πρέπει να επανεξετασθούν.

Η πεπατημένη του παρελθόντος σε θεσμούς και εργαλεία δεν αρκεί πλέον.

Λέκκας Σαράντος

Οικονομολόγος

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.