Η εξίσωση της ανάπτυξης – The Analyst

Η εξίσωση της ανάπτυξης

549 total views, 24 views today

.

Η Οικονομία είναι μία απλή επιστήμη, αρκεί να διαθέτει κανείς κοινή λογική, γνωρίζοντας ορισμένα πράγματα – όπως όσον αφορά την ανάπτυξη ότι, ΑΕΠ = Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + Εμπορικό ισοζύγιο. Απλούστερα, πρόκειται για τους επί μέρους συντελεστές από τους οποίους εξαρτάται η άνοδος του ΑΕΠ – ενώ όλοι μας γνωρίζουμε πολύ καλά πως χωρίς ανάπτυξη δεν λύνεται κανένα απολύτως πρόβλημα μας.

.

Ανάλυση

Η πολιτική κατεύθυνση που επιλέγει ένα κράτος είναι πολύ απλή: (α) υψηλοί φόροι με ισχυρό κοινωνικό κράτος και με αρκετές επιχειρήσεις στην ιδιοκτησία του, έτσι ώστε να παράγουν κέρδη για να προσφέρουν κοινωφελείς υπηρεσίες στους Πολίτες ή/και να στηρίζουν τα δημόσια έσοδα του – κάτι που είναι προς το συμφέρον των εισοδηματικά αδυνάμων (β) χαμηλοί φόροι με μικρό κοινωνικό κράτος και με τις επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα – κάτι που εξυπηρετεί κυρίως τα ισχυρά εισοδηματικά στρώματα και (γ) μία ενδιάμεση κατάσταση, μέσω της οποίας ισορροπούν οι κοινωνικές ομάδες.

Η πρώτη κατεύθυνση απαιτεί αποτελεσματικό δημόσιο και υψηλά επίπεδα παιδείας της κοινωνίας – ενώ όσον αφορά τη δεύτερη έχει διαψευσθεί ο πατέρας του φιλελευθερισμού, ο Adam Smith, κατά τον οποίο οι πλούσιοι θα στήριζαν κατά κάποιον τρόπο με ένα μέρος των υπερβαλλόντων περιουσιακών τους στοιχείων τους φτωχούς (trickle down effect). Ως εκ τούτου θεωρείται πιο ρεαλιστική η τρίτη κατεύθυνση – αν και η επίτευξη ισορροπίας είναι μία πολύ δύσκολη άσκηση.

Στα πλαίσια αυτά συμπεραίνει κανείς πολύ εύκολα πως η Ελλάδα δεν ακολουθεί καμία πολιτική – αφού έχει υψηλούς φόρους χωρίς να είναι ανταποδοτικοί (οπότε δίνεται κίνητρο στους Πολίτες να φοροδιαφεύγουν, αμυνόμενοι απέναντι στις ληστρικές φοροεισπρακτικές επιδρομές), συρρικνώνει το κοινωνικό κράτος, ξεπουλάει τις μονοπωλιακές ή κερδοφόρες επιχειρήσεις της και στρέφει τη μία κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης. Με τον τρόπο αυτό εξυπηρετεί μόνο τις ξένες δυνάμεις κατοχής – οι οποίες έχουν στόχο την υφαρπαγή των περιουσιακών της στοιχείων, οπότε την αλλαγή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος.

Όσον αφορά την οικονομία της, φυσικά βαδίζει από το κακό στο χειρότερο – γεγονός που φαίνεται καθαρά από την εξέλιξη του ΑΕΠ της, από την ανάπτυξη δηλαδή, σε σχέση με το δημόσιο χρέος της, παρά τη διαγραφή του PSI (γράφημα). Εάν δε συμπεριλάβει κανείς το κόκκινο ιδιωτικό χρέος που εκτοξεύθηκε στα ύψη μετά το 2010, την κατακόρυφη πτώση των τιμών της δημόσιας και ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας με απώλειες της τάξης των 800 δις €, τις χιλιάδες χρεοκοπίες, την κατάρρευση του παραγωγικού της ιστού, τον σκανδαλώδη αφελληνισμό των τραπεζών της κλπ., η εικόνα θα γίνει πολύ σκοτεινή – χωρίς καμία διάθεση υπερβολής.

Η Οικονομία είναι επίσης πολύ απλή επιστήμη, αρκεί να διαθέτει κανείς κοινή λογική, γνωρίζοντας ορισμένα πράγματα – όπως όσον αφορά την ανάπτυξη την «εξίσωση» της, σύμφωνα με την οποία τα εξής: ΑΕΠ = Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + Εμπορικό ισοζύγιο. Απλούστερα, πρόκειται για τους επί μέρους συντελεστές, από τους οποίους εξαρτάται η άνοδος του ΑΕΠ και επομένως η ανάπτυξη – ενώ όλοι μας γνωρίζουμε πολύ καλά πως χωρίς ανάπτυξη δεν λύνεται κανένα απολύτως πρόβλημα της χώρας μας, με τελικό αποτέλεσμα να καταλήξει στα σκουπίδια της Ιστορίας. Ειδικότερα τα εξής:

(α) Κατανάλωση: Σε αυτήν οφείλεται πάνω από το 70% του ΑΕΠ μίας χώρας, οπότε πρόκειται για το σημαντικότερο συντελεστή ανάπτυξης. Διακρίνεται σε εγχώρια και ξένη – αυτή δηλαδή που προέρχεται από τον τουρισμό. Όσον αφορά την εγχώρια, η άνοδος της προϋποθέτει την αύξηση των μισθών, των συντάξεων, των κερδών των επιχειρήσεων και γενικότερα των εισοδημάτων των Πολιτών από άλλους πόρους – όπως είναι τα ενοίκια και τα εμβάσματα από το εξωτερικό (μετανάστες, ναυτιλιακά κλπ.).

Η άνοδος των μισθών με τη σειρά της προϋποθέτει την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων για να είναι υγιής και όχι ανόητες ψηφοθηρικές αποφάσεις  – αφού διαφορετικά μειώνεται η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας με δυσμενή επακόλουθα για το εμπορικό της ισοζύγιο και για τα κέρδη των επιχειρήσεων. Η ανοδική κατανάλωση δημιουργεί υψηλότερη ζήτηση, οπότε λειτουργεί θετικά για την αύξηση του δεύτερου συντελεστή: των ιδιωτικών επενδύσεων. Αρκεί βέβαια να υπάρχουν οι σωστές προϋποθέσεις για τη διενέργεια επενδύσεων – όπως είναι το σταθερό, απλό και ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα, καθώς επίσης ένα πλαίσιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις. Διαφορετικά καλύπτεται από τις εισαγωγές, οπότε λειτουργεί εις βάρος του τελευταίου συντελεστή – οπότε δεν προσφέρει στην ανάπτυξη, αφού αυτοαναιρείται.

Σε σχέση με την ξένη κατανάλωση που επίσης αυξάνει τη ζήτηση οπότε τις ιδιωτικές επενδύσεις, η Ελλάδα έχει δύο μεγάλα προβλήματα: (1) Οι αφίξεις τουριστών είναι μεν ανοδικές, αλλά μειώνεται συνεχώς η μέση δαπάνη ανά ταξίδι (γράφημα), η οποία είναι πολύ πιο σημαντική – όπως αντίστοιχα για τις επιχειρήσεις ο τζίρος ανά πελάτη και όχι ο αριθμός τους, ο οποίος εξαντλεί τις υποδομές τους χωρίς αποτέλεσμα  (2) Οι ανάγκες του τουρισμού, η ζήτηση, καλύπτεται μόλις κατά 15% από την εγχώρια παραγωγή – οπότε αυξάνονται οι εισαγωγές εις βάρος ξανά του εμπορικού ισοζυγίου, με αποτέλεσμα τα όποια οφέλη της στην ανάπτυξη να αυτοαναιρούνται.

(β)  Ιδιωτικές επενδύσεις: Όπως αναφέραμε, προϋποθέτουν την αύξηση της εγχώριας ή διεθνούς ζήτησης (εξαγωγές), αρκεί να υπάρχουν οι σωστές προϋποθέσεις – μεταξύ των οποίων η χρηματοδότηση τους από ένα υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς επίσης η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η τελευταία δεν εξαρτάται μόνο από τους μισθούς των εργαζομένων – αλλά, επί πλέον, από την καινοτομία, από τις σύγχρονες διαδικασίες παραγωγής, από τα νέα μηχανήματα, από τις δημόσιες υποδομές, από τις δεξιότητες των επιχειρηματιών κλπ.

Διακρίνονται επίσης σε εγχώριες και ξένες, όπου όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι αποκρατικοποιήσεις των ήδη υφισταμένων επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα ή οι εξαγορές των ιδιωτικών – αφού δεν προσφέρουν κάτι καινούργιο. Όταν βέβαια μειώνεται η εγχώρια ή η διεθνής ζήτηση, όπως σε περιόδους ύφεσης, δεν διενεργούνται ιδιωτικές επενδύσεις – οπότε τα κράτη είναι υποχρεωμένα να επέμβουν για να τονώσουν τη ζήτηση, επενδύοντας πρώτα τα ίδια με τις ρεζέρβες που οφείλουν να διαθέτουν για να μην είναι εις βάρος των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού τους.

(γ) Δημόσιες δαπάνες: Το δημόσιο είναι αφενός μεν ένας καταναλωτής, αφετέρου ένας επενδυτής με στόχο την κάλυψη είτε των δικών του αναγκών, είτε της κοινωνίας – ενδεχομένως επίσης άλλων χωρών, όπως στην περίπτωση των μεγάλων κρατικών εξαγωγικών βιομηχανιών της Κίνας.

Έχοντας έσοδα από φόρους που αυξάνονται όταν το ΑΕΠ είναι ανοδικό (στην Ελλάδα τα κρατικά έσοδα σήμερα είναι περίπου στο 28% του ΑΕΠ), καθώς επίσης από τα κέρδη των δημοσίων επιχειρήσεων, είναι σε θέση να επενδύει ένα μέρος τους που περισσεύει, εάν δεν είναι σπάταλο – οπότε συντελεί σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση του ΑΕΠ, είτε όσον αφορά την κατανάλωση, είτε τις επενδύσεις.

(δ)  Εμπορικό ισοζύγιο: Πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό συντελεστή της ανάπτυξης, ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά του εγχωρίου πληθυσμού – όπως (1) από την αγορά μόνο ελληνικών προϊόντων από τους Πολίτες, η οποία μειώνει τις εισαγωγές που λειτουργούν αρνητικά, (2) από την πώληση μόνο ελληνικών προϊόντων στους ξένους τουρίστες από τα ξενοδοχεία, κάτι που στηρίζει επίσης τις εξαγωγές αφού οι τουρίστες τα αναζητούν και στις χώρες τους όταν επιστρέφουν ή (3) από την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών με προϊόντα που παράγονται στο εσωτερικό (για παράδειγμα θερμοκήπια, λιπάσματα κλπ., όπου η Ελλάδα κυριολεκτικά αυτοκτονεί – ανάλυση).

Δυστυχώς ο συντελεστής αυτός ήταν ανέκαθεν και συνεχίζει να είναι αρνητικός (γράφημα), μειώνοντας ανάλογα το ΑΕΠ – ενώ απλά και μόνο η ισοσκέλιση του, η οποία είναι στο χέρι μας, θα μπορούσε να συμβάλλει με 21 δις € στην άνοδο του ΑΕΠ, αυξάνοντας το ρυθμό ανάπτυξης κατά 10%! Όταν βέβαια επιχειρήσεις όπως η JUMBO πουλούν εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα στηρίζοντας τις θέσεις εργασίας στην Κίνα, η LIDL γερμανικά κοκ., τότε ο συντελεστής δεν προσφέρει τίποτα – πόσο μάλλον όταν άλλες μεταφέρουν την έδρα τους στο εξωτερικό παρά το ότι πουλούν τα προϊόντα τους στην Ελλάδα, όπως η ΤΙΤΑΝ, η ΒΙΟΧΑΛΚΟ κοκ.

Επίλογος

Γενικότερα ο πρωτογενής μας τομέας με τη μεταποίηση του, η σωστή εκμετάλλευση του τουρισμού, η διαχείριση του ελληνικού στόλου (25 δις € στο Ντουμπάι ή 12% του ελληνικού ΑΕΠ), η ιδιωτική εκπαίδευση (5% του ΑΕΠ στην Κύπρο), καθώς επίσης η επαναλειτουργία των ναυπηγείων (τζίρος περί τα 18 δις € ή σχεδόν 9% του ΑΕΠ), θα μπορούσαν να εκτινάξουν το ΑΕΠ μας – ενώ το γεγονός ότι, τα δημόσια χρέη υπολογίζονται ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, θα καθιστούσε αυτόματα φερέγγυα την Ελλάδα, επιλύοντας πολλά προβλήματα χρηματοδότησης της.

Για παράδειγμα, εάν το ΑΕΠ μας έφτανε στα 300 δις €, τότε το καθαρό δημόσιο χρέος (περί τα 340 δις €) θα μειωνόταν στο 114% του ΑΕΠ – οπότε, με μέσο κόστος χρηματοδότησης στο 1,61% σήμερα, θα ήταν κάτι παραπάνω από βιώσιμο. Εκτός αυτού, τα επί πλέον 120 δις € θα σήμαιναν επί πλέον έσοδα 34 δις € για το δημόσιο – οπότε θα λυνόταν εύκολα τα προβλήματα μας. Όλα αυτά μοιάζουν βέβαια με παραμύθι, αλλά το ΑΕΠ της Ελβετίας, με τον ίδιο περίπου πληθυσμό και με κατά πολύ λιγότερους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, είναι της τάξης των 600 δις € – οπότε διπλάσιο από αυτό που «ονειρευόμαστε» και επομένως απόλυτα εφικτό.

Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.