Η συστημική διαφθορά – Σελίδα 2 – The Analyst
ΔΙΕΘΝΗ

Η συστημική διαφθορά

.
Η πολιτική εκστρατεία της Δεξιάς

Περαιτέρω, η προεκλογική καμπάνια της (άκρο)Δεξιάς προσέφερε δύο «λύσεις» στον πόλεμο εναντίον της διαφθοράς, οι οποίες φαίνεται πως έπεισαν τις μάζες: (α) την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων κανόνων στο δημόσιο (λογοδοσία, μικροοικονομική αποτελεσματικότητα, μικρότερο κράτος, ελαχιστοποίηση του κόστους κλπ.), δηλαδή την επιβολή ριζοσπαστικών νεοφιλελεύθερων μέτρων και (β) την υπόσχεση, σύμφωνα με την οποία οι συγκρούσεις συμφερόντων που προκαλούν τη διαφθορά, θα «αναχαιτίζονται» από έναν ισχυρό αρχηγό – φασιστικά δηλαδή.

Στην πραγματικότητα οι επιδόσεις των διοικήσεων του αριστερού κόμματος (ΡΤ), όσον αφορά την πάταξη της διαφθοράς, είχαν γίνει νεφελώδεις ως αποτέλεσμα μίας σειράς κατηγοριών για διαφθορά εναντίον τους. Ταυτόχρονα, η εκστρατεία κατά της διαφθοράς της προέδρου Rousseff αγνόησε την «τετριμμένη αλήθεια», σύμφωνα με την οποία

(α) οι βελτιώσεις στην παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του δημοσίου απαιτούν πολύ χρόνο, κοστίζουν τεράστια ποσά και είναι αδύνατον να επιτευχθούν χωρίς μία αυστηρή κυβερνητική πολιτική, ενώ

(β) προϋποθέτουν σημαντικές αλλαγές στις κοινωνικές δομές (για παράδειγμα, όταν είναι συνήθεια ο χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων εκ μέρους των Πολιτών, δύσκολα αντιμετωπίζεται εάν δεν αλλάξει η κοινωνική συμπεριφορά) και

(γ) μπορεί να προκαλέσουν μεγάλες αντιδράσεις (εκ μέρους αυτών που χάνουν χρήματα από τα «φακελάκια» ή προνόμια). Πόσο μάλλον όταν ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων υπαλλήλων έχουν διορισθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, αποτελούν συχνά κρυφούς οπαδούς τους και ως εκ τούτου στηρίζονται ποικιλοτρόπως από την αξιωματική αντιπολίτευση – αναμένοντας την «επιβράβευση» τους όταν διαδεχθεί την κυβέρνηση.

Σε κάθε περίπτωση, οι μαζικές διαμαρτυρίες των Βραζιλιάνων εναντίον της διαφθοράς ισχυροποιήθηκαν μετά το 2013 από τα φανατικά δεξιά ΜΜΕ – τα οποία από πολλά χρόνια διεκδικούσαν να είναι το μοναδικό «κανάλι» της διατύπωσης και της έκφρασης του δημοσίου συμφέροντος. Σαν να μην επρόκειτο δηλαδή για ιδιωτικές εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ιδιοτελών συμφερόντων με στόχο το κέρδος – τα οποία ανταλλάσσουν σταθερά ιστορίες έναντι χρημάτων, πουλούν παραπλανητικές διαφημίσεις, ενώ στα πλαίσια των καθηκόντων τους απέναντι στους μετόχους τους συναλλάσσονται με τους πάντες, διαπλέκονται και διαφθείρονται.

Η ισχύς των ΜΜΕ ενδυναμώθηκε ακόμη περισσότερο από τη συνεργασία τους με το δικαστικό σώμα – όπου οι προσεκτικά σχεδιαζόμενες διαρροές από τις συνεχιζόμενες έρευνες, η έντεχνα προκαλούμενη λατρεία του πλήθους στους τηλεοπτικούς δικαστές και εισαγγελείς, καθώς επίσης η εκτεταμένη κάλυψη των επιδρομών της ομοσπονδιακής αστυνομίας, οδηγούσαν στην άνοδο των ποσοστών θέασης στις τηλεοράσεις και στις αυξημένες πωλήσεις των εφημερίδων.

Από την άλλη πλευρά, η προσοχή των ΜΜΕ με τη σειρά της, έδινε τη δυνατότητα στη Δικαιοσύνη και στην Αστυνομία να μην εμποδίζονται από τους νόμους και να σκηνοθετούν με κινηματογραφικό τρόπο τον πόλεμο τους εναντίον της διαφθοράς – παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως ήρωες που αγωνίζονται με αυτοθυσία εναντίον ενός διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού.

Σε τελική ανάλυση, ο συνδυασμός των παραπάνω διατήρησε και ενίσχυσε την αγανάκτηση της μεσαίας τάξης εναντίον του πολιτικού συστήματος – με αποτέλεσμα να λειτουργήσει καταστροφικά όχι μόνο εις βάρος του ΡΤ αλλά και της συνταγματικής τάξης στη χώρα. Οι σχετικά πρόσφατες έρευνες κατά της διαφθοράς αποτελούν σαφή ένδειξη στρέβλωσης του δικαστικού συστήματος της Βραζιλίας – με την έννοια πως οι συνταγματικές εγγυήσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, στήριξαν την άνοδο των «επώνυμων» δικαστών που τελικά διεκδίκησαν οι ίδιοι το δικαίωμα της ανασυγκρότησης του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος.

Η συγκεκριμένη «αποστολή» τους, έτσι όπως οι δικαστές ήθελαν να την αντιλαμβάνονται, στηρίχθηκε από τις εχθρικές επιθέσεις εναντίον του ΡΤ, από την ευθραυστότητα και τη στρέβλωση του πολιτικού συστήματος της χώρας, από την ευαισθησία της αστικής μεσαίας τάξης, από την οικονομική κρίση, καθώς επίσης από την παράλυση της δημόσιας (ομοσπονδιακής) διοίκησης. Για πρώτη φορά δε μετά από πενήντα περίπου χρόνια μία συμμαχία των ελίτ, βασισμένη στην εκστρατεία διαφθοράς εναντίον του ΡΤ, κατάφερε να κινητοποιήσει τις μάζες, έτσι ώστε να υποστηρίξουν πλειοψηφικά την άκρα δεξιά – κραυγάζοντας «ποτέ πια αριστερά».

Όπως λοιπόν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πριν την δικτατορία, το κίνημα της «νέας δεξιάς» στηρίχθηκε από την αστική ελίτ και ένωσε τις δυνάμεις της εναντίον της αριστερής διακυβέρνησης – η οποία κατηγορήθηκε για ανικανότητα στην Οικονομία (=πτώση του ΑΕΠ, αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού κλπ.), για αριστερό «λαϊκισμό» (=προσπάθειες αναδιανομής των εισοδημάτων), καθώς επίσης για «αχαλίνωτη» διαφθορά. Παρά το ότι δε οι ελίτ της Βραζιλίας δεν ενώνονται μεταξύ τους εύκολα, αποδείχθηκε πως αλλάζουν συμπεριφορά και οργανώνονται εναντίον της όποιας κυβέρνησης, όταν απειλείται άμεσα ο πλούτος, τα προνόμια και η πολιτική τους επιρροή.

Δυστυχώς για την ίδια, η αριστερά δεν συνειδητοποίησε το αυτονόητο: το ότι πρέπει μεν να απορρίπτει τη διαφθορά και να διώκει τους διεφθαρμένους πολιτικούς, αλλά οφείλει να αποφεύγει ταυτόχρονα τις πολιτικές ή διοικητικές πρωτοβουλίες που επικεντρώνονται στη «διαφθορά εν γένει» – επειδή αυτού του είδους οι ενέργειες, με κριτήριο την εμπειρία, μπορούν να στραφούν εναντίον της από την «κατάχρηση» τους εκ μέρους της δεξιάς.

Έτσι δεν κατάφερε να αντιδράσει σωστά, ξεκινώντας η ίδια μία μαζική εκστρατεία κατά της διαφθοράς των ελίτ της χώρας, αλλάζοντας παράλληλα το θεσμικό πλαίσιο, μεταρρυθμίζοντας την Οικονομία, αυξάνοντας τη διαφάνεια και καθιστώντας τη δημόσια διοίκηση πιο υπεύθυνη – δίνοντας τη δυνατότητα στους Πολίτες να ελέγχουν τα αποτελέσματα της. Αντί δηλαδή να δρομολογήσει τα παραπάνω, άφησε την πρωτοβουλία των κινήσεων σε μία υπερβολικά κομματική Δικαιοσύνη, στα ΜΜΕ και στην Αστυνομία – οπότε ήταν νομοτελειακή η απώλεια του ελέγχου του κράτους εκ μέρους της.

Η αριστερή κυβέρνηση (ΡΤ) θα έπρεπε να είχε καταστήσει σαφές στους Πολίτες πως η διαφθορά στη Βραζιλία είναι συστημική – ταυτόχρονα με τη δική της αυτοκριτική. Είχε δε την ευκαιρία να το επιδιώξει για πολλά χρόνια, από τη θητεία του Lula έως την πρώτη τετραετία της Rousseff – κάτι που όμως δεν έκανε, ενώ όταν διαπίστωσε τις αδυναμίες της ήταν ήδη πολύ αργά, με αποτέλεσμα η ηγεσία της να χάσει το παιχνίδι.

Έτσι εξαρθρώθηκε το ένα μέλος της μετά το άλλο μεθοδικά, ενώ στο τέλος δεν είχε μείνει κανένας που να μπορούσε να αντισταθεί – οπότε ήταν δεδομένη η άνοδος της ακροδεξιάς. Του φασισμού καλύτερα, κρυμμένου πίσω από το πέπλο της «νέας Δεξιάς» – η οποία δήθεν δεν είναι ακραία και δεν έχει καμία σχέση με το φασιστικό παρελθόν της χώρας.

Επίλογος

Ασφαλώς υπάρχουν πολλά κοινά σημεία μεταξύ της Ελλάδας και της Βραζιλίας. Κυρίως το ότι, η διαφθορά αποτελεί μέρος του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας – ειδικά όσον αφορά το κομματικό-πελατειακό κράτος που στραγγαλίζει κάθε προσπάθεια υγιούς ανάπτυξης της χώρας. Κατά την άποψη μας πάντως, η διαφθορά δεν έχει χρώμα – δεν είναι δηλαδή ακροδεξιά, δεξιά, κεντρώα, αριστερή ή ακροαριστερή, αλλά κάτι που συναντάται σε όλα σχεδόν τα κόμματα, καθώς επίσης σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας παραδοσιακά.

Αυτό που προξενεί εντύπωση όμως από την εμπειρία της Βραζιλίας, είναι ο ρόλος της Δικαιοσύνης – ειδικά επειδή συχνά επικαλούμαστε την ανάγκη να στηρίξουν οι δικαστές το καθάρισμα του διεφθαρμένου ελληνικού συστήματος. Όσον αφορά δε την κατάργηση του συντάγματος της χώρας μας και της δημοκρατίας από την Τρόικα και τα μνημόνια, με την επιβολή κυβερνήσεων-υποχειρίων των δανειστών, ξανά εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε κάποιο βαθμό στη Δικαιοσύνη – ενώ το γεγονός ότι, οι ενέργειες της αριστερής κυβέρνησης ως συμπλήρωμα όλων των προηγουμένων δεν έχουν επίσης κανένα θετικό αποτέλεσμα για την Ελλάδα, μας έχει οδηγήσει στο να πιστεύουμε ότι, «όλοι ίδιοι είναι», όπως ακριβώς οι Βραζιλιάνοι.

Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαια καθόλου θετικό για το μέλλον της χώρας μας – αφού απογοητεύει και αποδυναμώνει ολόκληρη την κοινωνία, καθιστώντας την ανίκανη να οδηγηθεί στην έξοδο από την κρίση. Ως εκ τούτου, εάν δεν υπάρξει κάποια εντυπωσιακή αλλαγή, τα χειρότερα έπονται – χωρίς καμία διάθεση απαισιοδοξίας. Είτε το καταλαβαίνουμε πάντως είτε όχι, έχουμε δικτατορία εκτός του ότι είμαστε υπό κατοχή – αυτήν της γερμανικής Ευρώπης.

Πληροφορίες: A.S. Filho


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Γίνε Μέλος
Αγοράζοντας μια συνδρομή, στηρίζεται τη προσπάθειά μας και γίνεστε ενεργό μέλος της ομάδας μας (κίνημα). Θα λάβετε και τα δύο παρακάτω πλεονεκτήματα:

1. Θα μπορείτε να μελετάτε τα άρθρα/αναλύσεις χωρίς να βλέπετε διαφημίσεις (χωρίς περισπασμούς δηλαδή).

2. Θα μπορείτε να τα εκτυπώνετε ή/και να τα αποθηκεύετε σε μορφή PDF (για να τα έχετε πάντα δικά σας).

Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×
Don`t copy text!