Αγοράζω ελληνικά; – Σελίδα 2 – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Αγοράζω ελληνικά;

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ευρωζώνη, επιτόκια δανεισμού μικρομεσαίων επιχειρήσεωνΣτο γράφημα φαίνεται η τεράστια διαφορά μεταξύ των επιτοκίων δανεισμού των μικρομεσαίων γερμανικών επιχειρήσεων, για βραχυπρόθεσμα (1-5 χρόνια) δάνεια κάτω του 1 εκ. €, συγκριτικά με τις ισπανικές και τις ιταλικές – ενώ το γεγονός ότι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ισπανία, στην Πορτογαλία και στην Ιταλία «ευθύνονται» για το 80% των θέσεων εργασίας, καθώς επίσης για το 70% των εθνικών εσόδων, τεκμηριώνει τη σημασία τους για τις συγκεκριμένες χώρες (ανάλογα για την Ελλάδα).

Περαιτέρω, όλα τα παραπάνω προβλήματα έχουν σαν αποτέλεσμα τη συνεχή μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, οπότε γίνονται ασύμφορα τόσο στην εγχώρια αγορά, όσο και στις εξαγωγές – επιδεινώνοντας τρομακτικά το εμπορικό έλλειμμα της πατρίδας μας. Όταν την ίδια στιγμή δε μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις, ενώ αυξάνεται η φορολογία των ιδιωτών, οπότε περιορίζεται η αγοραστική τους δυνατότητα, είναι αδύνατη η επιλογή ελληνικών προϊόντων εκ μέρους τους, όσο και αν το επιθυμούν.

Για παράδειγμα, όσο καλή διάθεση και αν έχει ένα νοικοκυριό, πώς είναι δυνατόν να προτιμήσει ένα ελληνικό τυρί για τοστ, όταν κοστίζει 4,50 € έναντι 1,50 € του ολλανδικού; Πώς μπορεί να αγοράσει ελληνικό κρέας, όταν είναι σχεδόν κατά 50% ακριβότερο από το γαλλικό ή το ολλανδικό;

Φυσικά η ποιότητα των ελληνικών προϊόντων είναι κατά πολύ ανώτερη των ξένων – αφενός μεν λόγω του κλίματος, αφετέρου επειδή οι ξένοι εξάγουν συνήθως στην Ελλάδα ότι πιο φθηνό διαθέτουν. Εν τούτοις, όταν ένας καταναλωτής έχει στη διάθεση του όλο και λιγότερα χρήματα, τότε δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον εαυτό του ποιότητα ή να στηρίξει τα ακριβότερα ελληνικά προϊόντα – οπότε αναγκαστικά μειώνονται οι πωλήσεις τους, αυξάνεται το κόστος τους, χάνονται θέσεις εργασίας, κλιμακώνονται οι ζημίες τους, χρεοκοπούν κοκ.

Με τον τρόπο αυτό λοιπόν η Ελλάδα αργοπεθαίνει, ο εναπομένων παραγωγικός της ιστός καταστρέφεται, ενώ η κυβέρνηση αδυνατεί να κατανοήσει πως με την πολιτική της δεν προστατεύονται καθόλου οι φτωχοί.

Με απλά λόγια, κανένα κράτος δεν μπορεί να επιδοτεί στο διηνεκές τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα όσο και αν το θέλει – όταν την ίδια στιγμή κλείνουν οι εγχώριες επιχειρήσεις, μειώνονται τα δημόσια έσοδα και καίγονται θέσεις εργασίας. Ως εκ τούτου, αν και βραχυπρόθεσμα φαίνεται πως ωφελούνται οι φτωχοί εις βάρος των πλουσίων, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Πρόκειται λοιπόν για μία «κοντόφθαλμη» πολιτική, την οποία θα πληρώσει πολύ ακριβά η μεσαία και κατώτερη εισοδηματική τάξη – σε καμία περίπτωση η ανώτερη η οποία, μεταξύ άλλων, μπορεί εύκολα να μεταναστεύει, μαζί με τα χρήματα και τις επιχειρήσεις της.

Ειδικά όσον αφορά τους άμεσους φόρους, είναι σε όλους γνωστό πως όσο αυξάνονται οι συντελεστές, τόσο κλιμακώνεται η φοροδιαφυγή – οπότε, σε τελική ανάλυση, αφενός μεν μειώνονται τα έσοδα του δημοσίου, αφετέρου εκτρέφεται η παραοικονομία, εις βάρος όλων εκείνων που επιχειρούν έντιμα.

Ολοκληρώνοντας, εύλογα αναρωτιέται κανείς γιατί το κάνει η κυβέρνηση, αφού γνωρίζει προφανώς τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων ενεργειών της. Η απάντηση εν προκειμένω είναι πάρα πολύ απλή: αφενός μεν για να διατηρηθεί στην καρέκλα της όσο περισσότερο μπορεί, αφετέρου επειδή δεν διοικεί η ίδια αλλά η Τρόικα, η οποία έχει εντελώς διαφορετικά σχέδια για την Ελλάδα (ανάλυση).

.

Επίλογος

Κάτω από τις παραπάνω προϋποθέσεις, παρά το ότι είμαστε υπέρ της ευρωπαϊκής ιδέας, υπέρ του κοινού νομίσματος και της ΕΕ δηλαδή, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να κάνουμε οτιδήποτε θα μπορούσε να σταματήσει το σπιράλ του θανάτου – στο οποίο έχει οδηγηθεί σκόπιμα η πατρίδα μας, από την κυβέρνηση του 2010.

Γνωρίζουμε βέβαια πως τυχόν ρήξη με την Ευρώπη, καθώς επίσης γενικότερα με τους δανειστές, θα είναι αρκετά επώδυνη – ενώ θα μας δημιουργήσει επί πλέον σοβαρά προβλήματα, λόγω της ευαίσθητης γεωγραφικής μας θέσης.

Εν τούτοις, ο αργός θάνατος που διαγράφεται καθαρά μπροστά μας, αφού προηγουμένως χάσουμε τη δημόσια, καθώς επίσης μεγάλο μέρος της ιδιωτικής μας περιουσίας, παράλληλα με την εξαθλίωση του πληθυσμού της χώρας μας, θα είναι πολύ πιο οδυνηρός – ενώ τίποτα δεν μας διασφαλίζει πως δεν θα βρεθούμε τελικά λεηλατημένοι εκτός της Ευρωζώνης και της ΕΕ, αφού δεν διακρίνουμε τι θα μπορούσε να αντιστρέψει την πορεία μας προς την απόλυτη καταστροφή.

Στα πλαίσια αυτά, οφείλει να προετοιμασθεί μεθοδικά ένα σχέδιο ελεγχόμενης εξόδου της χώρας μας από την Ευρωζώνη και την ΕΕ – αφού διαφορετικά δεν πρόκειται να αποφύγουμε τη λεηλασία και δεν θα αναβιώσει ο παραγωγικός μας ιστός, οπότε θα καταλήξουμε στα σκουπίδια της ιστορίας. Έχοντας έτοιμο αυτό το σχέδιο, θα μπορούμε να διαπραγματευθούμε με τους δανειστές

(α) είτε την παραμονή μας στην Ευρώπη υπό την προϋπόθεση της ονομαστικής διαγραφής του 50% του δημοσίου χρέους, κάτι που ουσιαστικά δικαιούμαστε, αφού οφείλεται στην πολιτική των μνημονίων (ανάλυση) – καθώς επίσης ενός επενδυτικού προγράμματος αναβίωσης του παραγωγικού μας ιστού,

(β) είτε την έξοδο μας, όπου θα έπρεπε να διαγραφεί ένα μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους μας – έτσι ώστε να καταφέρουμε μόνοι μας να διενεργήσουμε τις επενδύσεις που είναι πλέον απαραίτητες στη χώρα (σενάριο).

Εναλλακτική λύση και στις δύο περιπτώσεις θα ήταν η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των χρεών μας στα 70 τουλάχιστον χρόνια, με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας – κάτι που είναι σχετικά εύκολο να δρομολογηθεί με τη βοήθεια της ΕΚΤ, η οποία θα εξαγόραζε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές μας παγώνοντας τες.

Απαραίτητη προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις, η άμεση απομάκρυνση της Τρόικας – η ανάκτηση δηλαδή της εθνικής μας κυριαρχίας. Απαραίτητη υποχρέωση μας, η μετατροπή της σοβιετικού τύπου οικονομίας μας σε μία ελεύθερη, δημιουργική οικονομία – η οποία να στηρίζεται στις αρχές της αξιοκρατίας, στους λειτουργικούς, ανεξάρτητους Θεσμούς και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι μεταρρυθμίσεις δηλαδή που πραγματικά απαιτούνται και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την υψηλότερη φορολογία ή με τους χαμηλότερους μισθούς.

Είτε η μία λύση βέβαια, είτε η άλλη, προϋποθέτουν ενδεχομένως τη στάση πληρωμών εκ μέρους μας, η οποία είναι μία εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία. Εν τούτοις, γνωρίζοντας πως οι δανειστές δεν διαπραγματεύονται ποτέ με τους οφειλέτες, εάν δεν προηγηθεί η σαφής άρνηση των πληρωμών εκ μέρους των τελευταίων, δεν φαίνεται να γίνεται διαφορετικά – αν και η Ευρώπη έχει το επίπεδο που απαιτείται για να καταλάβει τη θέση μας, πόσο μάλλον αφού η ίδια μας οδήγησε στο αδιέξοδο (ανάλυση).

Φυσικά δεν φτάνει μόνο η διαγραφή του δημοσίου χρέους. Απαιτείται επί πλέον μία ικανή ηγεσία, αποτελούμενη από όλα τα πολιτικά κόμματα, στελεχωμένη με τους καλύτερους και εντιμότερους τεχνοκράτες που διαθέτει η χώρα – σε περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας, έτσι ώστε να μπορούν πράγματι οι Πολίτες να αποφασίζουν οι ίδιοι για το μέλλον τους.

Η ηγεσία αυτή θα πρέπει να έχει την ικανότητα να δρομολογήσει την όλη διαδικασία. Κυρίως όμως να επιτύχει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των Ελλήνων στο κράτος τους, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να ανακάμψει η Ελλάδα – ακόμη και αν της χαριστεί το 100% των χρεών της.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!